Περικοπές.

Έμεινα με το στόμα ανοιχτό, σα χάνος. Ευτυχώς ήταν χειμώνας και δεν κινδύνευα να μου περάσει τη γλώσσα για λαχταριστό μεζέ κανένα περαστικό μεταλλαγμένο κουνούπι. Το συνειδητοποίησα μόνο όταν ένιωσα το λαιμό μου να ξεραίνεται από τον μπαγιάτικο ζεστό αέρα του γραφείου του αφεντικού. Δούλευα για ένα ισχνό ανθρωπάκι που δεν άντεχε το κρύο και δεν άνοιγε ποτέ τα παράθυρα. Τον κοίταξα δίνοντας ταυτόχρονα εντολή στα χείλη μου να κλείσουν επιτέλους. Το δέρμα του ήταν φτενό και αρρωστιάρικο γεμάτο κίτρινα ξεραμένα λέπια. Μπορούσα να δω τις φλέβες του να απλώνονται σα μικροί διασταυρούμενοι δρόμοι σε επαρχιακό οδικό δίκτυο. Αναγούλιασα και απομάκρυνα το βλέμμα. Έμεινα να κοιτάω τα καλοξυσμένα μολύβια στη θήκη πάνω στο γραφείο του. Αναλογίστηκα τις φορές που του έξυσα τα μολύβια! Η προηγούμενη βοηθός του με είχε εκπαιδεύσει να του προετοιμάζω τα μολύβια με εκείνη την ειδική ξύστρα, την ιδιαζόντως κοφτερή. Κάθε πρωί έφτανα αξημέρωτα στο γραφείο, άναβα την καφετιέρα κι έτρεχα στο γραφείο του με το ξεσκονόπανο στο ένα χέρι και την ξύστρα στο άλλο. Πριν έρθει το αφεντικό έπρεπε τα μολύβια να είναι έτοιμα και το γραφείο του πεντακάθαρο. Ένας κόκκος σκόνης μπορούσε να φέρει την καταστροφή! Τα μάτια του πετάγονταν έξω από τις κόγχες τους, οι φλεβίτσες τινάζονταν και πάλλονταν και το κιτρινιασμένο του δέρμα έδειχνε έτοιμο να ραγίσει. Ήθελα να του πω να μην φωνάζει γιατί κινδύνευε να κρακελάρει αλλά σιγά μην ήξερε τη λέξη αυτή. Αυτός δεν ήξερε τίποτα άλλο πέρα από ισοζύγια, λογιστικά ταυ και κέρδη.

Στο τέλος του ωραρίου τού παρουσίαζα την αναφορά των ημερήσιων πωλήσεων και των κερδών ανά συναλλαγή. Κάθε μέρα προσπαθούσα να τον πείσω ότι η αναφορά από το λογιστικό πρόγραμμα ήταν αρκετή για να βγάλει τα συμπεράσματά του και κάθε μέρα με έστελνε στο γραφείο μου για να του την αντιγράψω με μεγάλα στρογγυλά γράμματα και ίσιες γραμμές τραβηγμένες με χάρακα στο μιλιμετρέ χαρτί που τόσο αγαπούσε. Ένιωθα σαν τους κατάδικους που κουβαλούσαν πέτρες πάνω κάτω στους λόφους των ξερονησιών. Πάνω τα πρωινά, κάτω τα απογεύματα. Έτσι, χωρίς λόγο! Για μια καύλα του δεσμοφύλακα. Έτσι κι εγώ! Χωρίς λόγο αντέγραφα την εκτυπωμένη αναφορά στο μιλιμετρέ χαρτί και βλαστήμαγα την τύχη μου που απέτυχα στις εξετάσεις στο πανεπιστήμιο γιατί με θάμπωσαν τα μπλε μάτια του Θανάση, που πήγα στη βοϊδοσχολή για τα λογιστικά αντί να γίνω φιλόλογος, που έμεινα έγκυος μικρή, που χώρισα και έμεινα μόνη να τραβιέμαι με δυο παιδιά. Άντε με τέτοιο βάρος να φύγω από τον γερολαδά! Έσκυβα κι αντέγραφα με όσο πιο καθαρά γράμματα μου επέτρεπαν η κούραση και τα νεύρα μου. Εφτά η ώρα κι εγώ ακόμη πάλευα με τις γραμμές και τα σύνολα.

Όταν του πήγαινα την αναφορά κι έβλεπε τ’αποτελέσματα προσπαθούσα να μην κοιτάζω τη μούρη του. Μου προκαλούσε αηδία η φανερή ηδονή που καθρεφτιζόταν στο πρόσωπό του, οι φλεβίτσες που τέντωναν και διαγράφονταν ακόμα περισσότερο κάτω από το αρρωστιάρικο δέρμα, η μύτη που σα να μεγάλωνε και ν’απλώνονταν για να μυρίσει τα νούμερα πάνω στο χαρτί. Σα μυρμηγκοφάγος γινότανε κι ήθελε να φάει τα ζουμερά του αριθμοέντομα, το στόμα του στράβωνε καθώς ρουφούσε τα σάλια του μ’ ένα παράξενο πλατάγισμα της γλώσσας. Κοιτούσα καρτερικά έξω από το παράθυρο και περίμενα να με διώξει μ’ ένα κρώξιμο «θα χύσει σε λίγο ο παλιόγερος» σκεφτόμουν, έκανα μια αδιόρατη υπόκλιση, έκλεινα την πόρτα πίσω μου κι έτρεχα να πάρω την τσάντα μου και το πανωφόρι μου, να φύγω πριν προλάβει να σκούξει κάποια καινούρια εντολή.

Σήκωσα το βλέμμα από τα μολύβια «Τι εννοείτε απολύομαι κύριε Αντωνίου;» κατάφερα να ψελλίσω πιέζοντας τον εαυτό μου να κοιτάξει μέσα στα ποντικίσια του μάτια. Μέσα τους δεν είδα τίποτα άλλο παρά νούμερα, κέρδη που μειώνονταν και γραμμές τόσο ίσιες σαν καρφιά μπηγμένα στο κενό. Ήθελα να φωνάξω «Γιατί είναι τόσο ίσιες αυτές οι γραμμές. Σιχαίνομαι τις ίσιες γραμμές σου! Σιχαίνομαι το μιλιμετρέ χαρτί σου, τα ψηφία σου και τα μολύβια σου! Σιχαίνομαι τόσο τα μολύβια σου…». Αντ’ αυτού έμεινα με τα χέρια κρεμασμένα σα να ήμουν μαριονέτα που της έκοψαν τα σκοινιά και με το βλέμμα χαμένο μέσα στο κενό των δικών του ματιών.

Εγώ δεν είχα κανένα κενό. Αντίθετα ήμουν τόσο γεμάτη! Χρέη, ενοίκια, δόσεις, τα δίδακτρα του σχολείου του γιου μου, το κόστος των εβδομαδιαίων επισκέψεων στον ψυχολόγο με την κόρη μου, άδεια ράφια στην κουζίνα και τη διαχειρίστρια να ζητάει τα κοινόχρηστα. «Δεν μπορείτε να μου το κάνετε αυτό κύριε Αντωνίου, πώς θα μεγαλώσω τα παιδιά μου. Εργάζομαι σα σκυλί δεκαπέντε χρόνια εδώ. Σας παρακαλώ ξανασκεφτείτε το» ικέτευσα αν και ήξερα ότι τα λόγια μου έπεφταν στο ίδιο κενό που κολυμπούσα τόση ώρα.

«Περικοπές!» η στεγνή φωνή του έσκισε τις σκέψεις μου «Περικοπές! Τα κέρδη έχουν μειωθεί!»

«Μα κύριε Αντωνίου, πριν έξι μήνες μου κάνατε ήδη μεγάλη μείωση στην οποία και συμφώνησα για να βοηθήσω την εταιρεία. Μειώστε τον μισθό μου κι άλλο! Αλλά μη με διώξετε! Δε θα βρω εύκολα δουλειά στην ηλικία μου! Σας ικετεύω!»

«Περικοπές!» ξαναέγρουξε και στράβωσε το στόμα του καθώς αναλογίστηκε τα κέρδη που θα είχαν ανοδική πορεία μετά την απομάκρυνσή μου

«Περικοπές» και πλατάγισε τη γλώσσα του για να μαζέψει το σάλιο που άρχισε να τρέχει από τα πλάγια του στόματός του.

«Περικοπές» πήρα ένα καλοξυσμένο μολύβι στα χέρια μου και έλεγξα τη μύτη του μ’ ενδιαφέρον.

«Περικοπές» είπα κι εγώ βγαίνοντας από το γραφείο. Ήμουν σίγουρη ότι ο κύριος Αντωνίου θα έκανε πολύ καιρό να πλαταγίσει τη γλώσσα του.

Ἀμελὴ

(Visited 6 times, 1 visits today)




Leave a Reply