Τὸ ἀνέφικτον τῆς ἐξεγέρσεως.

 

Ὁ Ἀντώνης Ἀνδρουλιδάκης, ἔγραψε πρὸ μηνῶν τὸ παρακάτω κείμενον, τὸ ὁποῖον μαρτυρᾶ τὴν κατάντια τῆς κοινωνίας μας. Τὴν ἀνυπαρξία ἱστορικῆς συνειδήσεως, κοινωνικῆς συνοχῆς καὶ αὐτογνωσίας. Τὴν ἀνυπαρξία στόχων, δεσμεύσεων καὶ ὀνείρων. Τὴν ἀνοησία τοῦ ἐφημέρου. Τὴν ἀπερισκεψία τοῦ φαίνεσθαι. Τὴν μικρότητα τῆς καθημερινότητος.

Μὲ πονάει ποὺ τὰ διαβάζω ἀλλά πρέπει νὰ ξέρουμε ποιοὶ εἴμαστε γιὰ νὰ καταφέρουμε νὰ ὁρίσουμε τὸ ποῦ θέλουμε νὰ πᾶμε.

Φιλονόη.

Εὐχαριστῶ τὸν Ἀλέξανδρο ποὺ τὸ μοιράστηκε μαζί μου.

ΤΟ ΑΝΕΦΙΚΤΟ ΤΗΣ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ

Μερικοί ορίζουμε ακόμη τον πολιτισμό όχι ως φολκλορική παρελθοντολογία, ούτε ως τακτ ευγενικών συμπεριφορών αλλά ως τρόπο του βίου, ως τρόπο ιεράρχησης των αναγκών και των προτεραιοτήτων της ζωής μας. Ως τρόπο συλλογικής και ατομικής “ρύθμισης” της ανθρώπινης ύπαρξης, συνύπαρξης και πράξης. Με την έννοια αυτή προφανώς δεν υφίστανται καν “πολυπολιτισμικές” κοινωνίες αφού σ’ ολόκληρο τον λεγόμενο δυτικό κόσμο, είναι εμφανέστατη η αμείλικτη ιεράρχηση των προτεραιοτήτων που ορίζει η ατομοκεντρική χρησιμοθηρία και η μηδενιστική “ανθρωπολογία”. Αυτός ο τρόπος του βίου – που διεκδικεί και χαρακτηριστικά οικουμενικής εμβέλειας – είναι κυρίαρχος σήμερα και στη χώρα.

Όσο κι αν εμπειρικά όλοι μπορούμε να επιβεβαιώσουμε την άποψη ότι η στατιστική είναι συχνά η επιστημονική εκδοχή του ψεύδους, δεν θα ήταν άτοπο να διερευνήσουμε τον τρόπο που νεοέλληνες ιεραρχούν τις ανάγκες τους και αξιολογούν τις εξ’ αυτών προτεραιότητες.

Πρώτη και κρίσιμη διαπίστωση, η μεταστροφή της θυσιαστικής αυταπάρνησης που χαρακτήριζε σε παλαιότερους χρόνους τη στάση του λαού μας απέναντι στο αύριο των παιδιών του. Δεν είναι μόνο η καριερίστα μάνα που εγκαταλείπει τον θηλασμό για να μην “κρεμάσουν” τα στήθη της, ούτε η αλλοτινή εικόνα της υπομονετικής γιαγιάς που μεταμορφώνεται σε αυτάρεσκη πολυταξιδεμένη γεροντοπόρνη που – επιτέλους – ζει τη ζωή της. Είναι που το 51% των Ελλήνων απαντά σε σχετική ερώτηση, πως δεν είναι διατεθειμένο να μειώσει το επίπεδο ζωής του, ώστε να εξασφαλίσει το μέλλον των επόμενων γενεών.

Δεύτερη διαπίστωση, ο δραματικός περιορισμός του αποθέματος “ανθρωπιάς”, της σιρμαγιάς ψυχής που για δεκαετίες υπήρξε ο συγκολλητικός αρμός της ελληνικής κοινωνίας, ιδιαίτερα στα δύσκολα χρόνια της. Στην επίσημη δημοσίευση του οργανισμού CAF που παρακολουθεί τον Παγκόσμιο Δείκτη Φιλανθρωπίας, για το έτος 2010, η Ελλάδα καταλαμβάνει ασθμαίνουσα την 147 θέση από το σύνολο των 153 χωρών της κατάταξης. Ακολουθούν η (λεηλατημένη) Σερβία, η Ουκρανία (της πορτοκαλί επανάστασης), το Μπουρουντί και η Μαδαγασκάρη. Ειδικότερα με βάση τα κριτήρια φιλανθρωπίας, στην Ελλάδα, μόλις 8% είναι το ποσοστό των ανθρώπων που έδωσαν χρήματα σε συνανθρώπους τους, μόλις 5% έδωσαν εθελοντικά το χρόνο τους σε κάποια οργάνωση, ενώ μόνο 1 στους 4 βοήθησε έναν άγνωστο συνάνθρωπο του.

Τρίτη διαπίστωση, η καταλυτική κυριαρχία της αντίληψης του εύκολου πλουτισμού και του συναφούς παρασιτισμού σε βάρος της επίπονης δημιουργικότητας που για “αιώνες σκάλιζε την πέτρα για να κάμει θαύματα”. Έτσι, σύμφωνα με έρευνες ο εκτιμώμενος αριθμός – στον πληθυσμό της χώρας – που ξοδεύουν χρήματα σε τυχερά παιχνίδια κάθε μήνα ανέρχεται σε 3.710.000 συμπολίτες μας. Ο εκτιμώμενος μέσος αριθμός “παικτών” Λόττο, Τζόκερ, Πρώτο, Κίνο, μηνιαίως είναι 1.855.000 άτομα. Ειδικότερα “Πάμε Στοίχημα” παίζουν μηνιαίως 972.000 άνθρωποι. Στην ίδια κατεύθυνση, μόλις το 26,5% των νέων τάσσεται κατά της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων. Στην ίδια αυτή κυρίαρχη κοινωνική αντίληψη εδράζεται προφανώς και η ραγδαία αύξηση των πωλήσεων αθλητικών εφημερίδων που από 77.532 φύλλα το 1984 σκαρφαλώνει στο αποκορύφωμα των 195.392 φύλλων το 2008, οπότε αρχίζει η κρίση και η πτώση των φύλλων που όμως παρ’ όλα αυτά το 2009 παραμένει στα 160.000 φύλλα. Ίσως κάτω αυτήν την πραγματικότητα να μπορούμε και να ερμηνεύσουμε το γιατί το 52% των Ελλήνων θεωρεί ως σημαντική ή πολύ σημαντική την ομάδα του.

Τέταρτη διαπίστωση, η συστηματική μείωση της κατά κεφαλήν καλλιέργειας του λαού μας,όπως αυτή αναδεικνύεται μέσα από διάφορους δείκτες. Χαρακτηριστικότερος ίσως όλων – και στον αντίποδα των αθλητικών εφημερίδων – ο δείκτης της κυκλοφορίας των απογευματινών εφημερίδων που από 875.000 το 1986, κατέρρευσε το 2009 στα 222.000 φύλλα. Αντίστοιχα, το 44% των νέων διαβάζει τηλεοπτικά περιοδικά, ενώ περιοδικά γνώσεων μόλις το 7%. Έτσι, δεν είναι καθόλου τυχαίο που best seller για το 2010 ήταν το βιβλίο με τίτλο “Το τελευταίο τσιγάρο” της κας Λένα Μαντά με 60.000 πωλήσεις. Το 2009 η ίδια συγγραφέας είχε και πάλι την πρώτη θέση στις πωλήσεις με το βιβλίο της “Έρωτας σαν βροχή” και 96.000 αντίτυπα. Στην ίδια χρονιά το βιβλίο “ΙΜΙΑ” των Αθαν. Έλλις και Μιχ. Ιγνατίου – και παρά την εκτεταμένη δημοσιότητα και προβολή – πούλησε μόλις 40.000 αντίτυπα.

Όμως, στην προσπάθεια απομείωσης της κατά κεφαλήν εθνικής καλλιέργειας, πρωτοστατεί, όπως είναι φυσικό, η τηλεόραση. Είναι ενδεικτικό ότι, το 29% των νέων ηλικίας 16 -29 ετών παρακολουθεί την μεσημεριανή και την πρωινή ζώνη της τηλεόρασης. Ίσως και γι’ αυτό, το 2010 σε σχέση με το 2009 έχουμε αύξηση των αιτήσεων συμμετοχής στα διάφορα τηλεοπτικά reality έως και 50%. Είναι εξόχως εντυπωσιακά τα πληθυσμιακά μεγέθη τηλεθεατών που συγκεντρώνουν διάφορες εκπομπές-σήριαλ από όπου έντεχνα οικοδομείται και προωθείται το κυρίαρχο σήμερα ανθρωπολογικό πρότυπο. Πάνω από 1.700.000 συνέλληνες παρακολούθησαν αδιαλείπτως τα σήριαλ “Η ζωή της άλλης” και “Τα μυστικά της Εδέμ”, ενώ περί το 1.000.000 τηλεθεατών κινήθηκαν σήριαλ όπως “Η οικογένεια βλάπτει”, “Η πολυκατοικία”, “Μίλα μου βρώμικα” κ.λπ. Χαρακτηριστικά της αλλοτρίωσης του λαού μας είναι τα στατιστικά στοιχεία για τον μέσο χρόνο τηλεθέασης του πανηγυριού της Eurovision, που ήταν υψηλότερος στο υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο (114 από τα 190 λεπτά), στις γυναίκες ηλικίας από 25-44 ετών(118 λεπτά) και στα μεγάλα αστικά κέντρα Αθήνας Θεσ/νίκης (115 και 125 λεπτά). Είναι εμφανές δηλαδή, ότι η πολιτισμική αλλοτρίωση έχει ισχυρότερη διείσδυση στους πολίτες υψηλού μορφωτικού επιπέδου, στις γυναίκες της κατ’ εξοχήν δημιουργικής ηλικίας και στα μεγάλα αστικά κέντρα, στα στρώματα δηλαδή από τα οποία η ελληνική κοινωνία θα έπρεπε να προσδοκεί, θεωρητικά, την ανάταξη των προτεραιοτήτων της.

Πέμπτη διαπίστωση, εύλογα, τα κυρίαρχα καταναλωτικά πρότυπα και η ακαταμάχητη ισχύς τους, ακόμη και σε καιρούς κρίσης. Έτσι, προκαλεί εντύπωση ο αριθμός των συνδέσεων κινητής τηλεφωνίας που “επιμένει” να ανέρχεται σε 18.192.000 συνδρομητές παρά την αύξηση των φόρων και των σχετικών επιβαρύνσεων, σε μια χώρα με πληθυσμό σχεδόν 11.000.000. Ανάλογα, 1.4 δισ. ευρώ ήταν η συνολική ετήσια αγορά καλλυντικών στην Ελλάδα κατά το έτος 2009, λιγότερο δηλαδή απ’ όσο οι περικοπές των συντάξεων κατ’ επιταγήν του μνημονίου. Έτσι, με βάση αυτήν την ιεράρχηση προτεραιοτήτων δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός της μείωσης του δείκτη όγκου λιανικού εμπορίου στα καταστήματα διατροφής κατά 3,9% όταν ο αντίστοιχος δείκτης φαρμακευτικών -καλλυντικών αυξάνεται κατά 2,7%. (Ιούνιος 2009-Ιούνιος 2010). Μιά ολόκληρη κοινωνία -σε βαθιά ύφεση- περιορίζει την κατανάλωση της σε είδη διατροφής για να αυξήσει την κατανάλωση καλλυντικών. Και μάλιστα, ενώ οι περισσότεροι δείκτες όγκου λιανικών πωλήσεων παρουσιάζουν σημαντική πτώση, εντύπωση προκαλεί επίσης η αύξηση του όγκου πωλήσεων αντηλιακών μαλλιών κατά 1,2% (διάστημα από 01.01 έως 04.07 των ετών 2009 και 2010). Αντίστοιχα κινούνται τα μεγέθη και στον όγκο πωλήσεων των προϊόντων πληροφορικής και των τηλεπικοινωνιών με αυξήσεις 1,3% και 6,8% για το 1ο 6μηνο του 2010. Επιμένουμε δηλαδή -παρά την κρίση- να αγοράζουμε λογής-λογής γκάτζετς, ενώ περιορίσαμε το χόμπι μας στη φωτογραφία μόλις κατά 11%.

Στην ίδια ακαταμάχητη ισχύ των καταναλωτικών προτύπων, σίγουρα θα πρέπει να εντάξουμε και το στατιστικό δεδομένο ότι το 61% των πολιτών της χώρας, θεωρεί ως σημαντικό ή πολύ σημαντικό ένα γυμνασμένο σώμα, ενώ το 45% θεωρεί ως σημαντικό ή πολύ σημαντικό ένα καλό αυτοκίνητο ή μια καλή μηχανή.

Έκτη διαπίστωση, η μείωση της “χοϊκότητας”, αν μπορεί να λεχθεί έτσι, η σχέση που ένας λαός διαμορφώνει με το “χώμα που πατάει”, τις αξίες και τις παραδόσεις του. Έτσι, το 2010 για πρώτη φορά, το ποσοστό των Ελλήνων που ταξιδεύουν στο εξωτερικό για διακοπές(50,7%) υπερβαίνει αυτούς “μένουν Ελλάδα” (49,3%). Μόλις οκτώ χρόνια πριν, το 2002 το ποσοστό των Ελλήνων που ταξίδευαν στο εξωτερικό για διακοπές ήταν μόνο 35,3%. Αν σ’ αυτά τα δεδομένα συνυπολογίσει κανείς ότι τα τελευταία χρόνια η γειτονική Τουρκία αναδεικνύεται σε shopping προορισμό ακόμη και των βασικών ειδών διατροφής, αφού τα τουρκικά supermarkets διαθέτουν ανταγωνιστικότερες τιμές, γίνεται αντιληπτή η επικράτηση μιας συμπλεγματικής κουλτούρας “απο”-φυγής της χώρας. Μια εικόνα απέχθειας και αποστροφής λανθάνει σε ευρύτατα στρώματα του λαού, σε τέτοιο βαθμό που να θεωρεί ότι κατά ποσοστό 47,2% δεν ενοχλείται διόλου με το γεγονός ότι το ΔΝΤ έχει ήδη αποκτήσει μερικό έλεγχο των ελληνικών υπουργείων. Αντίθετα μάλιστα πολλοί εκτιμούν ότι η μοναδική σωτηρία είναι ανάθεση της διακυβέρνησης της χώρας σε ξένους ειδικούς. Αποτέλεσμα προφανώς αυτής της μειωμένης χοϊκότητας είναι και η στατιστική διαπίστωση ότι το 21% των Ελλήνων δεν θεωρεί σημαντική την πίστη στο Θεό και τη θρησκεία, ενώ το 30% δεν θεωρεί σημαντική τη συμμετοχή στα κοινά.

Συμπερασματικά και για να επανέλθουμε στον αρχικό ορισμό του πολιτισμού, είναι προφανές ότι την τελευταία μεταπολιτευτική περίοδο επήλθε μια αντιστροφή του αξιακού κώδικα της ελληνικής κοινωνίας τουλάχιστον σε πλειοψηφικά τμήματα της. Οι ανάγκες και οι εξ’ αυτών προτεραιότητες που δέσποζαν για εκατονταετίες στην κοινωνίας μας, οικοδομώντας ό,τι ονομάζουμε ελληνικό πολιτισμό, ως ελληνικό τρόπο του βίου, ως ελληνικό ήθος αντίστασης, υποβιβάστηκαν και περιθωριοποιήθηκαν. Σήμερα, πλειοψηφικά ρεύματα που διατρέχουν οριζόντια ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, θέτουν ως προτεραιότητες της ύπαρξης τους, την πιο χυδαία ατομοκεντρική χρησιμοθηρία μέσα σε έναν αχαλίνωτο μηδενιστικό ευδαιμονισμό που προσφέρει η έστω και κουτσουρεμένη κατανάλωση. Η δραματική απομείωση του επιπέδου καλλιέργειας καθιστά ακόμη και τη στοιχειώδη γλωσσική επικοινωνία μαζί τους -συχνά- κατόρθωμα.

Αυτή η τραγική πραγματικότητα, όπως περιγράφηκε πιο πάνω με αριθμούς, είναι ο μεγαλύτερος στυλοβάτης του μεταπρατικού και παρασιτικού νεοελληνικού πολιτικού συστήματος. Και για όσο αυτή η παρασιτική πλειοψηφία θα παραμένει πλειοψηφία, τόσο θα καθίσταται ανέφικτη η δημιουργική ανάταξη του λαού και του έθνους, ενώ κάθε εξέγερση θα έχει μόνο “ποδοσφαιρικά” χαρακτηριστικά εκτόνωσης και μπάχαλου, χωρίς να ανοίγει καμία νέα ελπιδοφόρα προοπτική. Μοναδική ελπίδα, η συγκρότηση ενός νέου πολιτικού υποκειμένου που θα θέτει ως ύψιστη προτεραιότητα την αποκατάσταση του αξιακού ελληνικού κώδικα, όπως αυτός διατρέχει τη δισχιλιόχρονη παράδοση μας. Όμως, ποιός αλλοτριωμένος λαός μπορεί να αυτοοργανωθεί στην κατεύθυνση αποκατάστασης του αληθινού του προσώπου, όταν προαπαιτούμενο γι’ αυτό είναι η μη αλλοτρίωση του;

Εδώ απαιτούνται μειοψηφίες-ελκυστές ακαταπόνητης αντοχής και ανυπέρβλητης διορατικότητας. Υπάρχουν;

ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ12.09.10

(Visited 34 times, 1 visits today)




Leave a Reply