Γράμμα ἀπὸ τὴν Ἰαπωνία.

Κάποια πολύ γαπημένα μου πρόσωπα, χοντας σχυρούς δεσμούς μ τν απωνία, πεφάσισαν ν ναχωρήσουν, π τν πρώτη στιγμ πο μαθαν γι τν σεισμό, πρς τν χώρα το νατέλοντος λίου. κε, πο νθρωποι πως μες, πως λοι, διαβιον ν μέσ μίας κ τν χειροτέρων στιγμν τς ζως τοῦ πλανήτου.

Μία χώρα ημαγμένη, χιλιάδες νεκρν κα πολύς πόνος. πίστευτος πόνος. λλ κανένα παράπονο. Οτε πρς τος θεούς, Οτε πρς τος νθρώπους. Οτε πρς ὁ,τιδήποτε. Ο νθρωποι ατοί, μ κάποιον τρόπο, τν πομένη στιγμ τς καταστροφς, πρν κόμη ξεκινήσουν ν μετρον τς πληγές τους, σήκωσαν τ μανίκια κα ίχτηκαν στήν δουλειά. Διότι ξέρουν τν μία κα μοναδική ρχή: λα ξαναγίνονται! λα!

Δν θ σς μεταφέρω τν πιστολ πο λαβα, γι ενοήτους λόγους. Θ σς μεταφέρω μως κάποιες φράσεις της, πο μένα προσωπικς, μ καναν ν δακρύσω. Μ καναν ν καταλάβω τ τ εμαστε κα τ τ θ πρεπ ν εμαστε.

Γράφει ἀγαπημένος φίλος:

«Μήν ξεχνς τι δ εναι απωνία κι χι νεοελληνισμός, νεοβαρβαρισμός, πως ατν τν στιγμή στν δύστυχη λλάδα μας…. …Εμαστε καλά, γιατί κανεῖς άπωνας, παρ τν καταστροφ, δν ωτάει, ς συνήθως… «μ πο εναι τό κράτος»; Κα ξέρεις γιατί; Γιατί τ κράτος εναι δ. »

Τ κράτος εναι κε! Ο νθρωποι εναι κε! γωνίζονται! Ξανακτίζουν πό τν ρχή σα φύσις (;;;;) γκρέμισε…. Εναι κε λοι! Κα δουλεύουν λοι μαζί. Κι ς πασχίζουν ο δημοσιοκφροι ν παρουσιάσουν μίαν διαφορετικν πραγματικότητα π ατν πο στν πραγματικότητα, ζον κάποιοι κε … Δν μπαίνω σ λεπτομέρειες… Ξέρουν ατοί!

Κα μετ πό τν νάγνωσι τς πιστολς, θύμωσα… γανάκτησα…. Πικράθηκα… Γιατί γώ δν μπορ ν π ατό πο λέει κάθε άπων… Δν μπορ ν π, δν πειράζει, θ τ ξαναφτιάξουμε…. Κα δν μπορ ν τ πῶ, γιατί χρηστεύθηκα. Δν εμαι ατό πο πρεπε ν εμαι. Εμαι κάτι λλο.. Κάτι λίγο.. Μικρό… Μηδαμινό… Κάτι σήμαντο.. Κάτι σιχαμερό… χι ατό πο θέλω. λλά ατ πο μέ βολεύει ν θέλω.

Εμαι ,τι κι σύ. Κι σύ! Κι λλος… Κα λοι μας!

Εμαστε χέστες, βολεψάκηδες, νίκανοι, νεύθυνοι, ιψάσπιδες κα φυγόπονοι. Δν μασταν πάντα τσι. λλά τώρα εμαστε. Κα ντρέπομαι. Ἐὰν ατν τν στιγμή ζούσαμε ατ πο ζον ο άπωνες, θ εχαμε κατέβει στν δρόμο γι ν βρίσουμε τν κυβέρνησι, ν κτυπήσουμε τν ργολάβο κα ν κλωτσήσουμε τ σκυλί πο πλς ερέθη μπρός μας τυχαίως. ντ ν σηκώσουμε τ μανίκια κα ν πέσουμε μ τ μοτρα στν δουλειά, πρ κειμένου ν σώσουμε ,τι σώζεται. ντ ν σταθομε ρθιοι, ν κτυπήσουμε φιλικά τν πλάτη το γείτονα κα ν πομε κουράγιο. ντί ν κυττάξουμε  μ θρρος τ μέλλον κα ν πομε, «θ τ ξαναφτιάξουμε».

Δν μασταν πάντα τσι. Κα τ ποδεικνύουμε στ δύσκολα. λλά τώρα εμαστε τσι. Τώρα φτανε λοι ο λλοι γι τ δικά μας χάλια. Φτανε ο λλοι γι τν κατάντια μας. Φτανε ο λλοι γι τν κακοδαιμονία μας. Κα δν φταμε μες πο τόσα χρόνια συντηρομε νικάνους. Δν φταμε μες πο τόσα χρόνια δεχόμαστε διαμαρτύρητα κάθε νομία. Δν φταμε μες πο συντηρομε τν συδοσία κα τν κραιπάλη. Δν φταμε μες πο χουμε σν πρότυπο ουβδες κα κουβδες. Πο γι ν γίν ζω μας πιό εκολη, κάνουμε τς κόρες μας  πουτνες πολυτελείας. Πο μς φταίει κης ταν τ ρπαζε λλ χι μες ταν δίναμε τ φακελάκια.

Κάποτε, σ μίαν συνέντευξι το Νίκου Λυγερο, κουσα μίαν φράσι, πο μο πεκάλυψε λην τν μικρότητα μ τν ποίαν κοιμόμαστε τος τελευταίους αἰῶνες. Επε Λυγερός, πς κα ο Πόντιοι κα ο ρμένιοι, ζησαν μίαν συγκλονιστική γενοκτονία. μως διαφορ τν Ποντίων π τος ρμενίους, γκειται στ τι ο ρμένιοι, ταν ρωτνται γι τν γενοκτονία, παντον: «εμαστε δ, ζομε»…. Ο Πόντιοι τί παντον; Ο πόλοιποι;

Κλαμε! Μόνον κλαμε.. Κλαμε γι τ περασμένα μεγαλεα…. Κλαμε γι τς σκλαβιές μας. Κλαμε γι τν νικανότητα τν κυβερνήσεων.. Κλαμε γι τν δυναμία μας ν δομε πέρα πό τν μύτη μας…. Κλαμε γι τν βλακεία μας… Γι τν δειλία μας… Γι τν θάνατό μας…

λοιπόν τέλος. γώ σηκώνω τ μανίκια κα πέφτω στν δουλειά. γώ θέλω λλάδα γι τ παιδιά μου κα γι τ παιδιά λων μας. Θέλω μέλλον κι χι τάφους! Κι ,τι γινε, γινε… Θ τ ξαναφτιάξουμε! λα πό τν ρχή! λα! Κα ο ιψάσπιδες ν περάσουν ξω. ΕΞΩ!!! πό ΤΩΡΑ!!! Ὅ,τι φτιάχτηκε μίαν φορά, ξαναφτιάχνεται!

Θ τ ξαναφτιάξουμε λοιπὸν ΟΛΑ ἀπὸ τὴν ἀρχή ! πό τώρα!

Κι ποιος θέλει, μπορε κι ντέχει κολουθε.

Φιλονόη.

(Visited 21 times, 1 visits today)




Leave a Reply