Ἐν οὐρανοῖς τῇ ξανθῇ ἡμέρα.

Τὸ παρακάτω κείμενον εἶναι τοῦ καλοῦ μου φίλου Δημήτρη Δεσποτάκη. Δὲν εἶναι ἕνα ἁπλὸ κείμενον. Εἶναι ἕνα κείμενον ποὺ ἔλαβε τὸ τρίτο βραβεῖο στὸν διεθνὴ διαγωνισμὸ τοῦ ΝΟΣΤΟΣ, μὲ ἕδρα τὴν Ἀργεντινή καὶ θέμα τὰ κλαπέντα ὑπό τοῦ Ἔλγιν μάρμαρα. (Λεπτομέρειες μπορεῖτε νὰ βρεῖτε ἐδῶ.)

Τὸ κείμενον εἶναι συγκλονιστικόν! Προσωπικῶς , ἄν καὶ δὲν ἔχω διαβάσει τὰ ὑπόλοιπα, εἶμαι βεβαία πὼς ἐὰν δὲν ἔγραφε μὲ τὸν τρόπο ποὺ γράφει ὀ Δημήτρης, τότε θὰ εἶχε λάβει τὸ πρῶτο βραβεῖο. Δῆλα δή, ἐὰν ὁ Δημήτρης δὲν ἦταν ὁ ἀπόλυτος ἐκφραστὴς τοῦ Ἔρωτος στὸν γραπτὸ λόγο σήμερα, θὰ ἦταν σαφῶς «πιό συμπαθής» στὸ σύστημα. 

Ὁ Δημήτρης μας, γιὰ ὅσους τὸν γνωρίζουν, εἶναι ἕνα περίεργο πλᾶσμα, ποὺ ὄταν ξεκινᾶ νὰ γράφῃ, τότε σοῦ δίδει τὴν αἴσθησι ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος «φτιάχτηκε» μόνον γιὰ νὰ μάθῃ στὴν ἀνθρωπότητα νὰ ζῇ γιὰ τὸν ἀπόλυτο Ἔρωτα. Τὴν Ἑλλάδα. Εἶναι κάθε του λέξις, πρότασις, ποιήμα ἢ κείμενον ἕνας νέος δρόμος, μία νέα ὀπτική, ἕνα νέο μονοπάτι γιὰ νὰ μᾶς φέρῃ σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸν θείο συμπαντικὸ Ἔρωτα. 

Ἀπολαμβάνω κάθε του γραφή.

Σήμερα ὅμως εἶμαι διπλὰ ἱκανοποιημένη. Δὲν χάρηκα μόνον γιὰ τὸ ὑπέροχό του κείμενον. «Μοιράστηκα»λίγη ἀπὸ τὴν δόξα του. Διότι, κάθε φορὰ ποὺ ἕνας Ἕλλην διαπρέπει, μέσα μας «τσιμπᾶμε» λίγη ἀπὸ τὴν ἐπιτυχία του. Ὅταν ὅμως διαπρέπουν πρόσωπα σὰν τὸν Δημήτρη μας, τότε μεγαλώνουμε, ψηλώνουμε, ὀμορφαίνουμε ὅλοι μας. Γινόμαστε καλλίτεροι καὶ «μοιραζόμαστε» τὴν χαρά του.  Γινόμαστε Δημήτρηδες καὶ συνειδητοποιοῦμε πὼς ἡ στιγμή τῆς πνευματικῆς μας ἀπελευθερώσεως κοντοζυγώνει.

Εὖγε Δημήτρη καὶ σὲ εὐχαριστοῦμε πάρα πολύ. Πάρα πάρα πολύ.

Φιλονόη.

 

 

ν Ορανος τ ξανθ μέρ.

 

1.             Εμαι Τόμας Μπρος, βδομος κόμης τολγιν. Γεννήθηκα ες τν Σκωτίαν τ 1776 μέσα ες τν ποχν το σκότους καρκίσθηκα χθρς το Φωτς. Πέθανα ες τ Παρίσι τ 1841, μ μπορντας ν’ ντέξω τν φιάλτην πο καθημερινς βίαζε τ μυαλ μου !!! Θλησα ν γράψω στορία,λλ δν μουν ρως ποτ,  κα τ χειρότερον, δν μουν λλην…δν μουν κν Φιλέλλην…μουν βάρβαρον γέννημα…

           Δστε μου λίγον π’ τν χρόνον σας, δι ν σς διηγηθ τν περιπλάνησιν τς σαρκς  κα τν νήθικον πορείαν το νος μου, ως τν σχάτην τς παραλογίας…τότε πο βρέθηκα ες τν θήνα…

 

      …ξύπνησα π τν ποπνυκτικν σκόνην κα γρασία…γεμάτο τ κορμ μου μ σαπισμένον έρα…δεκαπέντε μέρες τώρα φτύνω χμα διαβολεμένο, που τ φυτεύει ϊς το Αόλου ες τ πνεμόνια μου μ τόσον θυμν θαρρες, λς κα θέλει ν θάψ τ σπλάχνα μου μέσα ες τν σάρκινον τάφον μου…

         Τ μάτια μου γεμάτα μ’ νταύγιες τς φωτις…κόκκινος πεσπερίτης, χαμένος ες τ κυνήγι τς Γλαυκώπιδος  θες προστάτιδος το Παρθεννος θηνς…τν λλήνων ατό…κάτι ες τ παρελθν ταν….

         πορ κόμη πς δέχθηκα ν βρεθ σ ατν τν τελειωμένον χρο…δ που ο νθρωποι νακατεύονται μερικς  φορς μ τος Θεος, γνοον τ θέλημ τους κα στορία τρομάζει ν τος πιτρέψ ες τ κιτάπια της ν περιπλανηθον. Κι’ μως εμαι δ !!! δ που λοι ο λαο τς Μητέρας Παγγαίας θέλουν ν προσκυνήσουν, μ μόλις πλησιάσουν γίνονται χτροί κα θέλουν τν καταδίκην του…

        Μολεγε νας λληνας πρν λίγες μέρες, λίγες μονάχα στιγμς πρν τν πλακώσ τ μάρμαρον  τς Γλαυκώπιδος Θες κα δηγήσ τν ψυχν του χωρς πεντάρα, ναυαγ ες τς χθας το χέροντος, πς λα τ μαγικ τς γς ατς, νωσαν τ χώματα κα τ χρώματα…φτιαξαν φίλτρον μαγικν καλν κα άντισαν τν λλήνων τν τόπο!!! Κατάρα ταν μεγίστη !!! πεσε λλην νέρας…ντράκι γινε μικρόνπ Φειδίας, κτίνος, Καλλικράτης…μπορος τν μαρμάρων γινε !!!

       νατριχίλα σκλαβώνει τν νο μου καθς άνηφορίζω τ χώματα που πρεπε ν φιλ, λλ γ εμαι δ ς τελευταος βάρβαρος… στατος γροθι θανάτου ες τ διασυμπαντικν κόσμημα, τν διάκοσμον πέτραν φωτς, ρωμένην το Δηλίου γεννήματος, τν παγκόσμιον ριδα…

        Εναι μπρς μου ρωτικς πρς τ Σμπαν ναός κα τ πόλυτον παγκόσμιον Τίποτα, γώ, τόλμησα ν κουβαλήσω τ σχεδν γδόντα μου κιλά κρέας δ !!!

Ο ργονατες γραψαν στορία…τ καμαν κα ο χαιοί…

χιλλεύς νέβηκε ες τν πρώτην παγκόσμιον στορικν δοξασίαν!!!

Τ ργα το Σοφοκλέους παίζονται 2,500 χρόνια!!!

Παρθενν λαμπε κα θ λάμπ σο πάρχ λιος…

……κτς….κτς κα ἐὰν….

γ, ϊς το παγκοσμίου τίποτα, Τόμας Μπρος βδομος κόμης το λγιν…

τν καταστρέψω !!!… να θ τ κάμω…θ ζήσω ες τ πέναντι στερέωμα τ’ ορανο, ναντι τν ρώων !!! Θ φτύσω τν ρακλέα  κα τν Θησέα, τν είμνηστον κα τν Λεωνίδα, θ γελάσω μ τν πόνον τους βλέποντας πς δν πάρχει πλέον Φς σ τοτον τν καταραμένο βράχο !!! Κα θ τ κάμω μ χέρια πο γέννησαν ατ τ χώματα…λληνικά, πεινασμένα, δύσμοιρα, μ σκλαβωμένην καρδι κα λυσσοδεμένον  μυαλ, μ βουλοκέρι σφραγίζοντας τν σπηλι, που μέσα της ζε λληνικ λευθερία !!!

2..    ….κάθε σφυρι πο ντηχε ες τ μυαλ μου, εναι να καρφ ες τν σταυρν τς λληνίδος Θες…κάθε κομμάτι πο πέφτει ες τν γν,  βαθει τν πληγώνει…ασθάνομαι τ αμα τους ν έ  διάφανον κα τν πόνο ν τσακίζ τν ψυχν τους…κα τ καλέμια, κπαιδευμένοι δολοφόνοι ατοί, τρέχουν δαιμονισμένα, σκοντάπτουν τ να πάνω ες τ λλο, βρίζονται μ τσαλένιες ματιές, λς κα γ θ φύγ, λς κα δν θ προλάβουν ν τν σκοτώσουν…

         Μ ποις χει πιότερη χαρν σ τοτον τν τόπο;

Τ μαγεμένα καλέμια, αώνιος σκλάβος, ο μέτρητοι φιάλτες, ο πουλημένοι μ μαρα ντυμένοι, Βολ τν λλήνων… γ;

          Γυρίζω τ βλέμμα μου τριγύρω κα γεμίζω δυνάμεις !!! Δν εμαι μόνος !!!

Πιότερον  δάκρυα χαρς ποτίζουν τν Πόρνην Γν τν λλήνων, παρ κραυγ το μαρμάρου σν κλέβω τν πέτρινην καρδιν του…

         Πιότερον  κρασ κα μέθη χαίρονται ο κασμάδες, παρ πόνος τς πέτρας…

        Κι’ ταν ρχεται τ ρωμα τς βροχς ν μ σταματήσ, το Δις κραυγ σκίζει τος ορανούς, προσπαθντας ν’ παλύν τν πόνο τς κόρης του θες…

       Κα τ μάρμαρα δύνη μυρίζουν κα χμα κα δρτα  γεμάτα π τν πίκρα…διότι ατ δν μισον…εναι τς θες τ μάρμαρα, μ θος σκληρόν, μ χρμα γαλάζιον κα γνν, λευκν μυρωδι καλν μόνον, γνωρίζουν τ Φς κα τ χαμόγελον το ξαμήνου βρέφους πο φωλιάζει ες τν γκάλην τς μητρς του !!!

 

        Βραδυάζει… κα ο σφυρις νώνουν τς δυνάμεις τους…κάνουν κλοιν γύρω π τ μυαλ μου…τοιμάζουν τν ποψινν μου κόλασιν…νειρο θ γίνουν κα πέλαγο γριεμμένον…θ μ πλημυρίσουν κα ργ ργά, πελπιστικ ργά, θ θελήσουν ν πάρουν κάθε στάλα ζως πο πάρχει μέσα μου…μ σν Χάροντας πικεφαλς ατν φέρ τν βάρκα, δια θε σταλμένη π τν γλκα κα τν καλοσύνην τν μαρμάρων, τν νάσαν μου ξαν γγίζοντας τ χείλη μου θ μο δώσνανεώνοντας τ αντεβο  μ τν κόλασιν γι τν πομένην !!! Κα κάθε φορ μο εχεται δύναμιν ν χω Καλήν, διότι πόνος το μαρμάρου εναι κριβός !!!Τν γοράζω δυανύοντας τν πόστασιν μεταξ θανάτου κα θανασίας καθημερινς !!!!

       πως κα νναι, ατ πο θ μετρήσ ες τ τέλος, θναι νίκη μου !!! παράλογος πιβολ το σχήμου π το ραίου !!! ποχώρησις τς εμόρφου ρετς, μπρς ες τν νήθικον τρόπον !!! δι τς βίας εσχώρησις τς θικς, ες τ διαμερίσματα διαμονς τς ντροπς !!!

 

        ….λίγα μέτρα μ χωρίζουν μόνον…σύρω τ πόδια μου μ κόπον ν πλησιάσουν τν τελειότητα…περίγραπτον συναίσθημα…τ μυαλ μου δηλώνει ποτέλειαν κα τ γόνατ μου θαρρες γεμάτα μολύβια κα μαγντες, καταβάλλουν μεγάλην προσπάθεια ν μν γγίξουν τν γν…ν μν γίνουν να μ τ θνητν της χμα…

          Νεραϊδόμορφον χορν δ στημένον χουν λες ο μορφιές…νά…νά…νά…κυττάξτε λοι σας!!!  Δυ χέρια πέτρινα μαρμαρένια κι’ όρατα, δηγον τ καταραμένα μου μάτια, τ’ δέλφια το σκότους τ Φς ν’ ντικρύσουν !!!…χορεύουν γκαλι μ τ Φς, περιφρόνησιν γι μένα γεμάτες… Γεωμετρία φιλάρεσκα ναπαύεται,  ουφντας τ χάδια το Φίλου λίου… Φυσικ κα τ Μαθηματικ λικνίζονται ες τν υθμν τς δροσις τν μαρμάρων…μ πάνω ες τ Φς τν Γραμμν, τ μάτια τν θνητν παγώνουν !!! Διότι χορς τς ρχιτεκτονικς,εναι υθμς Θεν κα Θεαινν…πιασμένη εναι π’ τ χέρι  τς ρμονίας το Σύμπαντος Κόσμου κα παρασύρει κάθε μορφιν το χώρου σ ταξιδεμένους υθμούς…τ βήματα πλά…

3.           κτ κολνες μπρς…δεκαεπτ ες τ πλάϊ…ννενήντα δύο μετπες…τ μάτια το ναο κρυμμένα πίσω π τν εμορφίαν, παρακολουθον κάθε βμα μου…γνωρίζουν τν σκοπν μου, μ χουν ντολν ν παραδοθον…

 

 

            πλώνω τ χέρι μου κα γγίζω Κίονα !!! ρωτας !!! ρωτας μοναδικς σταλμένος μ ρμα θεϊκόν, μέσα π νέμους κα θύελλες κα γριεμένα πέλαγα κα ποταμος θυμωμένους κα μυρωδάτες βρόχινες νκτες κα ζηλόφθονες θηλυκς κραυγές…ρωτας πέτρινος μ παγερν χδι κα χέρια παιδιο ρφανο κα μητρς νεκρς κα δάκρυα πο μπνέουν ποιητς πη ν χρωματίσουν…ρωτας ….που θάνατος τοχος γίνεται…κρίμα…νθρωποι δν θ τν γνωρίσουν ποτέ…τ χάδι τς Θες ποτ δν θ γγίξ τς σάρκες τους….

           Μούσκεψαν τ χέρια μου π τ δάκρυα τν μουσν, τν νεκρν ερειν το ναο. Ποτίζουν τ κορμ μου κα κάθε πέτρα γύρω μου γίνεται λίμνη γαλάζια μ Ξανθν τ χέρι πο θέλει θαρρες ν μ πάρ μέσα της…

 

         πρώτη κραυγ πνιξε τ στήθη μου !!! δελφ το Φωτς κα τς Παιδείας, κόρη τς παιγχνιδιάρας Άρχιτεκτονικς Μετώπη, ναπαύεται ες τν γκαλιν τς Παγγαίας Μητρς της ντυμένη ες τ κόκκινα, μ πορφυρον στέμμα κα ξανθν το λίου Φιλί. Δυ ργάτες..λληνες…δν ντεξαν τ βάρος της κα τ κορμι τους στρμα γιναν  ν ξαπλώσ κα ν ποθέσ τν παρηγόρητον μαρμαρένια της ψυχήν.

       ναρωτιέμαι χαζεύοντας τν νδεδυμένη πορφυρον κα ξανθν Μετώπην…

Προσπέρασε τν Ξέρξην…

Δν πέτρεψε ες τν Βρέννον κν ν πλησιάσ

Τρόμαξε λάριχος…

Τόλμησε Μοροζίνι…

Τν βίασαν Τουρκαλβανοί…

…κι’ ρχομαι γ !!!!

Τόμας Μπρος βδομος κόμης το λγιν τς χώρας το σκότους Σκωτίας, ν δρέψω τς δάφνες !!! Ασθάνομαι τν διάφανον Ψυχν της ν χαμογελ, κα μέσα π τ βάθη το μαρμάρου κα τς τέχνης, μέσα π τν χορν τς  Γεωμετρίας κα τς ρχιτεκτονικς, μέσα π’ τν Μαθηματικν κα τς στρονομίας τν ρωτα…ψίθυρος γίνεται κραυγ π’ γγίζει τν νο μου…

 

–Τόμας Μπρούς…θέλω κα πέφτω !!!

Σο χαρίζω τν Δόξαν τς Ντροπς !!!

Κάποτε ο λαο τς Γς θ φτύνουν ες τ κουσμα το νόματς σου!!!

Βιάζεις Βάρβαρε Φονιά, το Φωτς τν ρωμένην…τς Σοφίας τ Μνημεον !!!

Τ χάρισμα τς Γνώσεως προσφορν ες τν νθρωπότητα !!!

 

–Τόμας Μπρούς…βδομε κόμη το λγιν…

γ Μετώπη το Φωτς, νεμοκονίαμμα το μαρμάρου… σ ρίζω …

     Καταραμένος ν εσαι !!!

Ν δέρνεται ψυχ σου λύπητα ες τ Σμπαν,  ως κάποτε σ πιστρέψς κα ν εσαι ατς που ελαβικ γονυπετής, θ ξαναστήσς πέτρα πάνω σ πέτρα !!!

Ν καί τ Φς τ μάτια σου, ν ζς αωνίως ες τ σκότος, ως σ μ τ χέρια σου σπογγίσς τ αμα π πάνω μου !!!

ως σ χύσς τ δικν σου δι ν προστατέψς ,τι πομείν π τν σκοτεινν ργν κα τν ρρωστημμένον νόαν σου !!!

4.       Μάνα Παγγαία ν δέρν τς σάρκες σου, πως τ γριεμμένα πέλαγα τος βράχους κτυπον, ως σ κέτης ες τ γόνατα δ ν γυρίσς !!!

 

–Τόμας Μπρούς…βδομε κόμη το λγιν !!!

Εχομαι ες τ σπέρματ σου κα ες τος πογόνους ατν, ν μν ποτ τν Γνσιν γνωρίσουν κα Μουσικ ρμονία ν τος ποστρέφεται σσαεί… Σοφία ν ζ ες τος γρος κα ες τος οκους σου πισκέπτης ν μν λθ ποτέ !!!!

 

        Τόμας Μπρούς βδομε κόμη το λγιν…  λα !!!!

Σο πιτρέπω βανδαλισμς ν εναι πλέον σύντροφος το μυαλο σου…ως του Νέμεσις στείλ τν τη ν πάρ τν θέσιν του !!!

 

……δν ξέρω ἐὰν θέλω ν συνεχίσω ν πιστρέψω ες τν   Σκωτίαν…

χω διαβάσει πολλ κα χω κούσει κόμη περισσότερα γι’ ατ τ μνημεον κα γι σους δ θυσιάσθησαν…

δ γύρω κάπου θναι θαρρ κα τ φάντασμα τς γραύλου….

 

       Ο πι γερς σφυριές, π χέρια λλήνων εναι…λλάδα κακομοίρα !!! Μ τέτοια παλληκάρια ες τν κόρφον σου, ποτ τν λευθερία δν θχς σύγκοιτη !!!

      δρωμένα κορμι μ πανωφόρι τν λευκν μαρμαρόσκονην κολλημένην πάνω τους, διάκοπα προσπαθον ς μέρμηγκες ν μεταφέρουν κάθε κύτταρον το ναο !!! Καραβάνια λάκερα  θησαυρός, φεύγει π τοτον τν ερν χρον που γεννήθ…πλοτος κα δόξα ες τν κάτοχν του νταμοιβ γι τ μακελειό…τ φονικν τν μαρμάρων !!! Ατ πο νόες μοναδικο ες τν ρμονίαν, φύσησαν μέσα τους ζων !!!! ραγε ο ϊο τν φονιάδων, ο αριανο λληνες, πς θ μοιράζονται τν έρα μ τς δολοφονημένες π τος προπάτορς τους πέτρες; Πς τ μάτια τους θ κυττάξουν ες τν βράχον ψηλά, χωρς ντροπ ν τος φτύσ κι’ ατή !!!

 

        Ξημερώνει…κάθομαι ες τν λόφον τν Μουσν, πέναντι το ναο κα νασαίνω…

       νας κατάξανθος ρωτλος λιος, χαϊδολογιέται  μ κάθε γωνι κα καμπύλη το ναο…κάθε μετώπη χαμογελ ες τ Φς μ ξεχωριστν παιγχνιδιάρικον τρόπον, γνωρίζοντας πς μλλον εναι τ τελευταον ρωτικν του χάδι πο πάνω τους πλώνεται…Κι’ ατς τολμηρς ραστής, τρυπώνει μέσα ες τ κύτταρ τους, ν τ καθηλώσ θέλει θαρες, κανες ποτ ν μν τος χωρίσ

       Μ ναγνώρισε, κα τ φωτεινν του χέρι, γεμάτο τς φωτις χρώματα, μ ρώματα πο φέρνει π πράσινα βουν κα γαλάζια νερά, ξαγνισμένο σ δατα κρυστάλλινα μ μαστίχας μυρωδις κα φασκομήλου κα χαμομηλιο κα σκόρπια γύρω του νθη μαβις μπουκαμβίλιας κα καρπος λις τς Θες παιδί , πέφτει πάνω ες τ μάτια μου μ ρμήν !!!

Μο παγορεύει ν κυττ τ ραον !!!

ποχρεώνει τ μάτια μου, ρασταί μόνον το σκότους νναι !!!

κόμη κα ο τζίτζικες ρνονται ν μο τραγωδήσουν !!!

δια φσις ρνεται ν ζήσ μαζ μου !!!

Κι’ ατς καυτς πάνω μου πέφτει !!!

Κα Αολος γριος,  δυ τάγματα δάτων ρματωμένα γερ σ μένα φέρει !!!

Ο το Δις ματις, πύρινες ατές, πάνω τους πέφτουν, κα τ νερ ξεχύνονται δαιμονισμένα πίσω μου, ν μ πνίξουν θέλουν…να μ τ θνητν χμα ν μ κάνουν…

Κα Γ μως κα ατ τρυπ τ πόδια μου, κάτω μ ίχνει, κε που  πλισμένος στρατς π΄ γκάθια ρμ ν μ ξεσκίσ !!!

κόμη κι’ πόρνη σκόνη τρυπ τ μεδούλι μου !!!

Χμα φτύνω κι’ ατ ρνεται ν κάτσ ες τν Γν…τ παίρνει νεμος πο καραδοκε πανέτοιμος κα μ βία ξαν τ χώνει ες τ δέρμα μου !!!

5.         κόμη κα τ χαμόγελα τν μαρμάρων, καθς σ κάρα πάνω περνον μπροστ μου ποχαιρετντας τν οκον τους, κόμη κα ατά, μ κατάρες γεμίζουν τ μέλλον τν κυττάρων μου…

 

       Τ κάνω;

       Τρέχουν τ  πόδια μου ν’ πομακρυνθον  γρήγορα π τν κολασμένην  Γ, πο θέλει ν μ πάρ μέσα της, μ κι’ ατ τοιμα ν μ προδώσουν εναι…

 

          μόνη διάφορος φιγορα, μπραήμ, Αγύπτιος πιστάτης, γεροδεμένος κα πανύψηλος, κορδώνεται δίπλα ες τος κίονες πάντα χαμογελαστός…χαβάκα τν φωνάζουν λοι…γλκα σημαίνει ες τν γλσσαν του, μλλον π τν πολ πλαστελίνη πο καπνίζει …τσι λέει τ χασίσι πο νακατώνει λη μέρα μ τ καπνά…

Πάντα χαμογελαστός, κόμη κα ταν μ τ τεράστια του χέρια κτυπ κάποιον μεθυσμένον ργάτη, κόμη κα ταν σηκών τεράστιες πέτρες πο δυ νδρες μαζ δυνατον ν σηκώσουν !!! Σν φάντασμα κινεται νάμεσα ες τ γκρεμίσματα το ναο κι’ ατ μως διάφορα εναι μ ατν. Τ μάτια ατο το βράχου πάρχουν μόνον γι μένα….

 

       Μ σν βραδυάζ, τ σκότος σύμμαχος τς θες γίνεται…καθς τ κρυστάλλινα ποτήρια δέχονται μ λαχτάραν το Διονύσου τ δρα…κα μέσα π τ’ χνν Φς, μαγεύει μ τ παιγχνίδια του τ μάτια τν θνητν…σπου τ χείλη ρωτικ γγίξουν πάνω τους. Μόνον τ δικ μου ρνονται ν γευθον στω κα μίαν γουλιά !!! Θυμμαι πρν λίγες μέρες πο τόλμησα, κα ξάφνου τ κρασ γινε μέγας γρς γεμάτος μποστάνια  μ τεράστια τσαμπιά μ μαυρισμένες, μ οδαλς κα σπρες κα κίτρινες κα πράσινες όγες, κα λες μαζ ρχισαν ν γελον δυνατά, καθς θελαν λες ν ξαπλώσουν ες τν λάρυγγά μου !!!

       Τράβηξα μανιασμένα τ χρυσοκέντητον χειροποίητον π’ τ τραπέζι γεμάτο παραστάσεις π τν διον βράχο, που τ σμα κα τ μυαλ μου ργοπεθαίνουν, τραπεζομάνδηλον, μ κι’ ατ μόνον του δν θέλησε ν χαθ…παρέσυρε μαζ του τ κρύσταλλα, τ’ σήμια κα τ μαλάματα κα τς τιμες όγες πο ζητοσαν ψυχ μου ν ζυμωθ μαζ τους !!! Μ πέφτοντας ες τν τν λλήνων Πόρνην Γν, τυλίχθησαν πάνω μου!!! Τ μάλαμα θέλησε ες τ δέρμα μου να εναι ραστής, τ κύτταρ μου ν κάμ μέταλλον μαλακόν !!! Τ’  σήμια γκιστρώθηκαν ες τς κρες τν δακτύλων μου, θέλοντας νναι ατ φή μου !!! Τ κρύσταλλα κι ’ο πορσελάνες, φορτωμένα σχιζοφρένεια θαρρες, ατοκτόνησαν, χιλιάδες κομμάτια γιναν προσπαθντας ν τρυπώσουν μέσα μου !!!

         Κ  πέναντ μου Θεά, θονόη…ατ τάραχη ψιθύριζε σιωπηλά, μ τ διον βλέμμα πο γυρνοσε μ τν νίκην π τς μ τν ρη μάχες της, μ δηγοσε ες τν παραφροσύνην !!! Θ μποροσε ν μ σκοτώσ, ν τελείωνε τ κακν δ…μ χι !!! Διότι πς νάστασις θ λθ, ἐὰν πρτα δν ταφ τ γέννημα το Φωτός  μέσα ες τς σάρκες τς Γς, μαζ μ τ κύτταρα το λληνισμο

      κε ο ψυχς τν λλήνων νικντας τν Χάροντα , το Πλούτωνος θ αγίσουν τν δύναμιν κα κλαίοντας ατς, τ δάκρυ του κλειδι τς Αγς εναι.

 Ξαν να κύτταρον πρτα λληνικν,

 ες τ χμα ατ θ βλαστήσ,

κι’ πειτα τ χαμόγελον τς Γς θ ξυπνήσ,

τν γίγαντα Φς, τν λιον Φίλον Θεόν.

Κα τότε ξαν ο πέτρες θ λάμψουν,

κι’ πάνω μία ες τν λλην θ κάτσουν.

Φων τς Γλώσσης παντο θ χυθ,

6. γκαλι μ τ Φς το σκότους πόνος ν γίν.

Κα μέσα π πέτρα λαμπρ,

τ κάλλος κι’ δόξα μου ξαν θ φαν.

Λαμπρ μ νδυμα λεύθερον ες τν λιον μπρς,

ξαν νας μου τν ναν θ γίν Θεός.

Τν λλήνων τ σκότος θ σβήσ,

το κόσμου τ Φς θ’ ναστήσ,

ξανθν τ χρμα γαλάζιον τν γν θ γεμίσ.

 

       τσι λοιπν ξεκινοσε μέρα, γεμάτη κυνήγι π τν Ορανν που κρυβόμουν συνεχς, μν τ μάτι του μ βρ κα τ βράδυα  τ Φς κάτη ξεκούραζε…Πνιγόμουν ργ ργά. Κ  πειτα ρχόταν νκτα ! κρυβα τς σάρκες μου μέσα ες τ τν κρίνων ργα δανδελωτ σενδόνια κα πολλς φορς κάτω π τ μεγάλο σιδερένιο κρεββάτι…

        χνόφεγγε τ λαδόφανον κα μο δειχνε τν τοχον τς κάμαρας…ο πλισμένες κατάρες τς μέρας ργάνωναν θέατρον σκιν μ σκοτεινν αμα !!!

Ξεχύνονταν μ ργν κατ πάνω μου, μ μάτια φλογερ, παιδι τς κολάσεως ατά,  γεμάτα φθόνους πολλούς, μ δίψα κα μίσος, σ καράβια θεόρατα μ μαρμαρένια πανι κα κατάρτια γρανίτες, μ τιμόνια φτιαγμένα π νμφες λιμνν, μέσα σ θύελες μανιασμένες μ’ γέραν κακόν, μ’ νέραστες βροχς κι’ γκυμονοσες καταιγίδες, μέσα σ λιους καυτος κα  Φεγγάρια ρωτευμένα μ κρυστάλλινα λιμνόγυαλα…

      χνόφεγγε τ λαδόφανον…κα τ πουλον αμα ν μ ξεγελάσ ζητοσε !!! Κρυμμένον πίσω π σκις κα τν στν τς ξεχασμένης ες τν το ταβανιο γωνία ράχνης, φοροσε τ νυφικν τς νεαρς λίμνης, μ τ γαλήνια νούφαρα ν πολαμβάνουν τν λιον Φίλον, μ γιασεμι κεντημένο κα γεράνια,  σ αλς λευκς μ λουλάκι κα χαμόμηλα περικυκλωμένον… πλωνα τ χέρι ν’ γγίξω τ γιασεμι κα τότες ργ το Λόγου κα τς θηνς Θες, πάνοπλος κα γκαλιά μ τν τη τς σάρκες το μυαλο μου ζητοσαν ν προσφέρω !!!

       χνόφεγγε τ λαδόφανον κα τ τρέμουλον το φυτιλιο , πανάστασιν ξεσήκωνε.  Ατς Αολος φυσοσε κατ πς ατ θελε κα καπνς του γέμιζε τν κάμαρ μου…ν μ πνίξ θελε ες τ πνεμόνια μου μπαίνοντας. Κα μέσα ες τν τρόμον το πνιγμο, χν μικρ του φλόγα, πυρκαϊ πελώώώρια μ χρμα λευκν κα λάμψιν δίαν τν ματιν τς θονόης Θες, πο τν ρχοντα Φίλον λιον τυφλώνει, ες τ μάτια μου εσβολν ν κάμ θέλει !!! γκαλιασμένα τ στοιχι τς Φύσεως λα, μ μπροστάρην μονάχα τς θηνς Θες τν μνιν, τ μυαλ μου…βίαζαν…

 

        τσι περνοσαν ο νκτες ες τν τόπον τν καταραμένον, που   μορα δήγησε τν  μικρν  μου ψυχήν…

Ζητοσα τ μάλαμα κα εχα πηγήν !

Ζητοσα σήμια κα γεννοσαν κι’ ατά !

Ζητοσα φαγ κα λαρδ κα θάλασσες εχα δικς μου !

Ζητοσα τ Φς κι’ ρχόταν τ σκότος !

Ζητοσα τν Γνσιν μ τ Χάος κτυποσε τν πόρτα μου !

Ζητοσα Γαλήνην μ Πανικς ραστν μου ταν !

Ζητοσα τν ρωτα κα Πάνας παρν χαμογελοσε !

Ζητοσα Χαρν κα Πόνος τν άδελφν του Θλίψιν ες τ κρεββάτι μου φερε !

Ζητοσα μένα…μ πουθεν δν μ βρκα….

      

7.            Βρέθηκα ες τ Παρίσι μ αμα λευκν π τν βιασμν τν μαρμάρων, μ σάρκαν μμουδερ π τ το Ναο Γαλάζιον, μ μάτια τυφλ π το λίου τ χάδια…κα πλ… πέθανα !

       

          Βρέθηκα ες τν δρόμον τν λλήνων κα κατάφερα το φιάλτου χείριστος ν γίνω ! Δν θ πεθάνω ποτ….τ Φς σιγοκαίει τν παρξν μου, μέχρι ν σβήσ Ατό….

 

        Εμαι Τόμας Μπρούς, βδομος κόμης το λγιν…θέλησα ν γράψω στορία, μ δν μουν ρως ποτέ κα τ χείριστον, δν μουν λλην…δν μουν κν Φιλέλλην ! μουν βάρβαρον γέννημα το Μεγάλου Πατρς μου Παραλόγου κα τς Πόρνης Μητρς μου Παρανοίας !!! Κατάφερα ν γίνω θάνατος, διότι ρνήθηκε ρμονία το Σύμπαντος Κόσμου ν μ δεχθ ς μέρος ατς !

       Εμαι περιπλάνησις το Παγκοσμίου Τίποτα, ες τ πειρον το δαιμονισμένου σκοτεινο αματος, τν γνν λευκν Μαρμάρων τς θηνς Θες, πο τόλμησα ν’ γγίξω !!!

    

         Δεσποτάκης τς Δαμητρς

                 λλην

            16-11-2010 

φωτογραφίες ἀπὸ ἐδῶ κι ἐδῶ

(Visited 94 times, 1 visits today)




One thought on “Ἐν οὐρανοῖς τῇ ξανθῇ ἡμέρα.

  1. Αὐτόματη εἰδοποίηση σύνδεσης: Μήνυμα στοὺς βαρβάρους… » Φιλονόη καὶ φίλοι...

Leave a Reply