Σπρώχνουν τήν Ἑλλάδα στόν δρόμο τῆς Ἀργεντινῆς

Σπρώχνουν τήν Ἑλλάδα στόν δρόμο τῆς ἈργεντινῆςἩ πρόσδεσις διαφόρων ἐθνικῶν νομισμάτων μέ τό δολλάριο (pegging) ἦταν ἡ πρώτη μορφή νομισματικῆς ἐνοποιήσεως πολύ πρίν ἱδρυθεῖ ἡ ΟΝΕ. Πρόκειται γιά μία μορφή νομισματικῆς προσδέσεως πολύ πιό βάρβαρη, στό βαθμό πού τό νόμισμα τό ὁποῖο προσδένεται στό δολλάριο ἁπλῶς ἀκολουθεῖ τή νομισματική πολιτική πού ἀνακοινώνεται ἀπό τήν FED.

Στήν ΟΝΕ ἀντιθέτως, ὑπῆρχε ἡ ψευδαίσθησις τῆς ἀπό κοινοῦ χαράξεως μίας νομισματικῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία ὑποτίθεται ὅτι ἐλάμβανε ὑπ΄ὅψιν της τίς ἀνάγκες ὅλων τῶν οίκονομιῶν καί ὄχι ἀποκλειστικῶς καί μόνον τῆς χώρας πού ἡγεμόνευε. Στήν πραγματικότητα, ὡστόσο, ἐξυπηρετοῦσε τά συμφέροντα τῆς Γερμανίας καί τοῦ κέντρου μίας ὁμάδος κρατῶν, δηλαδή, ὅπου συμπεριλαμβάνονταν, ἐπίσης, ἡ Αὐστρία, ἡ Φινλανδία, ἡ Ὁλλανδία.

Μέ τήν πρόσδεσιν στό δολλάριο , ἀντιθέτως, δέν γίνονται σεβαστοί οὔτε κάν αὐτοί οἱ κανόνες, μέ ἀποτέλεσμα τά σόκ πού ἐπέρχονται σέ μία οἰκονομία νά εἶναι πολύ πιό ἰσχυρά, ἐνίοτε καί θανατηφόρα. Κορυφαῖο παράδειγμα ἡ Ἀργεντινή, πού κι αὐτή εἶχε συνδέσει τό ἐθνικό της νόμισμα μέ τό δολλάριο, ἐπί Κάρλος Μένεμ, τήν δεκαετία τοῦ 1990. Στήν ἀρχή ἡ δολαριοποίησις τῆς οἰκονομίας της – διότι περἴ αὐτοῦ πρόκειται – λειτούργησε σάν μαγνήτης, ἔλκοντας στήν χώρα τεράστια κεφάλαια, τά ὁποῖα οὐδέποτε ἄλλοτε θά εἶχαν εἰσέλθει. Ὅπως ἀκριβῶς συνέβη ὄχι μόνον στίς περιφερειακές χῶρες τῆς εὐρωζώνης τή δεκαετία τοῦ -90, ἀλλά καί σέ ὁποιαδήποτε ἄλλη περιοχή ἤ χώρα τοῦ κόσμου ἐντάσσεται σέ μία νομισματική ἤ οικονομική ἔνωσι. Κάποτε, ὅμως, τό πάρτυ τελειώνει. 

Στήν Ἀργεντινή ἡ ὥρα τῆς ἀληθείας ἦρθε ὅταν ἡ FED ἀναθεώρησε τό 2.000 τή νομισματική της πολιτική καί ἔκλεισε τῖς στρόφιγγες τοῦ χρήματος, ἔχοντας νά ἀνταποκριθῇ στήν «φούσκα» τῶν ἰτερνετικῶν μετοχῶν. Τό ἀποτέλεσμα ἦταν ἡ οἰκονομία τῆς Ἀργεντινῆς νά ὁδηγηθῇ στά βράχια.

Τό ἴδιο, ἀκριβῶς, μέ πολύ πιό χοντροκομμένο, μάλιστα τρόπο, θά συμβῇ ἄν ἡ Ἑλλάδα προδέσει τή νομισματική της πολιτική στό δολλάριο. Ἄν, δηλαδή, ἡ «νέα δραχμή» γίνει δορυφόρος τοῦ δολλαρίου ἤ ἄν ἀκόμη δέν εἰσαχθῇ κάν καί ἡ ἔξοδος ἀπό τό εὐρώ μᾶς βρεῖ στήν ζώνη τοῦ δολλαρίου.

Σέ ὅτι ἀφορᾶ στίς ΗΠΑ, θά πρόκειται γιά μία εὐχάριστη ἐξέλιξι, καθώς στόν ὑπό ἐξέλιξι πόλεμο τῶν νομισμάτων θά ἔχῃ κάνῃ ἕνα βῆμα μπροστά, ἐνσωματώνοντας στή νομισματική αὐλή της μία ἐπιπλέον οἰκονομία σέ μία στρατηγική περιοχή. Γιά τήν Ἑλλάδα, ὅμως, ἡ ἐξέλιξις θά εἶναι καταστροφική, στό βαθμό πού ἡ ὑπαρκτή δυνατότης ἀσκήσεως, ἀνεξαρτήτου νομισματικῆς πολιτικῆς θά ἔχῃ χαθῇ – γιά μία ἀκόμη φορά. Διότι τό ζητούμενο γιά τήν Ἑλλάδα δέν εἶναι νά βρῇ προστάτη καί ἀπό τήν ΕΚΤ νά στραφῇ στήν FED. Τό ζητούμενο εἶναι νά ἀσκήσῃ μία ἀνεξάρτητη νομισματική πολιτική, νά ἐπανακτήσῃ, δηλαδή, τήν ἐλευθερία χαράξεως συναλλαγματικῆς ἰσοτιμίας ἔναντι τῶν ξένων νομισμάτων καί διαμορφώσεως ἐπιτοκίων, ἡ ὁποία θά ὑπακούῃ καί θά ἐξυπηρετῇ τίς δικές της καί μονο ἀνάγκες. Θά χαράσσεται, γιά παράδειγμα, μέ κριτήριο τό γεγονός ὅτι στόν τουρισμό – καλῶς ἤ κακῶς – ἀπασχολεῖται τό 15% τοῦ οἰκονομικά ἐνεργοῦ πληθυσμοῦ, τήν προτεραιότητα πού ἔχει ἡ στήριξις τῶν ἐξαγωγῶν ἀγροτικῶν προἱόντων ὡς μέσου γιά νά ὑποκινηθῇ ἐκ νέου ἡ ἀγροτική παραγωγή κ.ἄ. Ἡ ἔξοδος ἀπό τό εὐρώ, ἑπομένως, δέν ἰσοδυναμεῖ μέ τό χάος, ἀλλά, ὑπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις καί ἄν ληφθῆ ὑπ΄ὅψιν ἡ πρόσφατος ἐμπειρία ἄλλων χωρῶν, γιά παράδειγμα τῆς Ἀργεντινῆς, μπορεῖ νά ἀποτελέσῃ τήν ἀρχή μίας ἄλλης ἐλπιδοφόρου πορείας.

Ἡ πρόσδεσις στό δολλάριο τίποτα ἀπό ὅλα αὐτά δέν πρόκειται νά ἐξυπηρετήσῃ. Ἐνδεχομένως, γιά ἕνα μικρό χρονικό διάστημα νά φέρῃ ξένες – καί δή ἀμερικανικές – ἐπενδύσεις πού θά ἐπικυρώσουν τό deal. Κάτι σάν χαρτζηλίκι ἤ τά καθρεπτάκια πού δίδονται στούς ἰθαγενεῖς. Ἐπί τῆς οὐσίας, ὅμως, ὅ μόνος ὀφελημένος θά εἶναι ἡ Οὐάσιγκτον, πού θά μπορέσῃ ἔτσι νά βάλῃ στό χέρι τούς πλουτοπαραγωγικούς πόρους καί τό χρηματοπιστωτικό σύστημα τῆς χώρας, ἀπαλλοτριώνοντας τά ὑλικά καί πολύτιμα μέσα πού ἐπιτρέπουν τήν ἀναστήλωσι τῆς οἰκονομίας καί μία πιθανή ἐπανεκκίνησί της.

Οἱ δελεαστικές προσφορές πού γίνονται γιά τήν μείωσι τοῦ δημοσίου χρέους εἶναι ψευδεπίγραφες, στό βαθμό πού τό σπάσιμο τῶν δεσμῶν μέ τήν ΟΝΕ καί ἡ δυνατότης χαράξεως ἀνεξαρτήτου νομισματικῆς πολιτικῆς προσφέρουν μεγαλυτέρα γκάμα ἐπιλογῶν. Κοινό τους γνώρισμα θά εἶναι πώς αὐτές θά ἀποφασιστοῦν μέ πρωτοβουλία τῆς Ἑλλάδος καί μόνο. Τό ἀμερικανικό σχέδιο, ἀντιθέτως, ὁμοιάζει πολύ – ἐπικίνδυνα, θά λέγαμε – μέ τό σχέδιο τῆς Μέρκελ, στό βαθμό πού προσφέρει τήν πρωτοβουλία τῶν κινήσεων στούς δανειστές – γιά μία ἀκόμη φορά. Μά αὐτό τό σχέδιο εἶναι πού ἀπέτυχε, μέ κριτήριο τά δικά μας συμφέροντα, ἐπ΄ἀφορμῇ τῶν συμφωνιῶν τῆς 21ης Ἰουλίου καί τῆς 26ης Ὀκτωβρίου. Τό ἄν ἀντί γιά τήν Deutsche Bank, πού προΐσταται τοῦ Διεθνοῦς Ἰνστιτούτου Χρηματοοικονομικῆς – στό ὁποῖο ἔχει ἐναποτεθεῖ ἡ ἐφερμογή τῆς ἀναδιαρθρώσεως – ἀναλάβει τἠν σωτηρία μας ἡ Citibank δέν ἀλλάζει καί πολλά.

Ἐπίκαιρα, σελ. 12

(Visited 27 times, 1 visits today)




Leave a Reply