Ὁ δρόμος τοῦ Μαραθωνίου μαχητοῦ.

Ξέρουμε καὶ νὰ πολεμᾶμε καὶ νὰ νικᾶμε! 

Ξέρουμε καὶ νὰ πεθαίνουμε γιὰ τὴν ἐλευθεριά μας καὶ νὰ τὴν τραγουδᾶμε!

Ξέρουμε καὶ νὰ  ξεχνᾶμε, ἀλλὰ ἰδίως ξέρουμε νὰ θυμόμαστε τὸ ποιοὶ εἴμαστε, ἀπὸ ποῦ ἐρχόμαστε καὶ ποῦ πρέπει νὰ φθάσουμε!

Ὁ δρόμος τοῦ Μαραθώνιου Μαχητῆ.

 

Ὁ λαὸς ξέρει νὰ πολεμάῃ τὸ μαχαῖρι ποὺ ποθεῖ νὰ τοῦ στερήσῃ  τὴ Λευτεριά· καὶ ἒχω ἀπόδειξη γιὰ αὐτὸ… τὴν Ἱστορία! Καὶ αὐτὴν τὴν Ἱστορία σήμερα, τὴν κηλιδώνουν, καὶ τὴν ξευτελίζουν·  καὶ τὴ γῆ, τὴν ποτισμένη μὲ αἷμα.

Πουλιέται αὐτὴ ἡ γῆ ὀρέ; Δὲν σᾶς ἀνήκει! Μόνο δυὸ μέτρα σᾶς ἀνήκουν… Πουλῆστε αὐτά!

Δὲν τέλειωσαν οἱ Λαμπρὲς Σελίδες τῆς Ἑλλάδος! Ἐσεῖς τελειώσατε, Ἐφιᾶλτες!

 ~~~

 *Κείμενο τοῦ Ἀνδρέα Καρκαβίτσα, ποὺ δημοσιεύτηκε στὸ Πανηγυρικὸ Φύλλο τῆς Ἐστίας, μὲ ἀφορμὴ τοὺς 1ους Ὁλυμπιακοὺς Ἀγῶνες, τὸ 1896.

 

  «Ἡ ἀρχαία παράδοσις σῴζεται καὶ τώρα στὰ στόματα τοῦ λαοῦ. Ἔπαθε βέβαια τὶς παραλλαγὲς τῆς καὶ αὐτὴ ὅπως ὅλα τ’ ἄγραφα μνημεῖα, ὅσα διατηρεῖ στο νοῦ τοῦ ὁ λαὸς καὶ τὰ παραδινεῖ ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεά, σὰν ἱερὰ καὶ πολυτιμὴ παρακαταθήκη. Δεν ἀναφέρει κατ’ ὄνομα τὸν πεζοδρόμο που ἔδραμεν αἱματοκυλισμένος νὰ φέρῃ τῇ χαροποιὰ εἴδησι τῆς νίκης στους λιποψυχισμένους ἀπὸ τὴν προσδοκίαν δημογέροντας τῶν Ἀθηνῶν. Ὀλίγα μόνον διατηρεῖ σημάδια ὁρισμένα: τὸν τόπο ὅπου ἔγεινεν ἡ μάχη· τῇ μάχῃ αὐτῇ πως ἤταν φρικτῇ καὶ ἀντροφόνος· τὸν ἐχθρό πως ἤταν ὁ πατροπαράδοτος καὶ μισητὸς τοῦ γένους, ὁ τοῦρκος (σημ. Πέρσες)· καὶ τοὺς σταθμούς που ἔκαμεν ὁ πεζοδρόμος πολεμιστὴς για νὰ φτάση ἕως τὴν πόλι. Καὶ ἄλλο ἕνα ἀκόμη, τὸ κυριώτερο, πὼς ὁ πεζοδρόμος μόλις προφθασε νὰ ξεφωνήσῃ τὴν εἴδησι στους πρώτους πολίτας κ’ ἔσκασεν εὐθὺς ἀπὸ τὸν μεγάλο κάματο καὶ τῇ μεγαλήτερη συγκίνησι.

Ἀλλ’ αὐτὰ καὶ μόνα ἀρκοῦν καὶ παραρκοὺν νομίζω, νὰ μας πείσουν πῶς ἡ παράδοσις δεν μνημονεύει ἄλλο τι γεγονὸς παρὰ τὴν μάχην τοῦ Μαραθῶνος καὶ τὸν δρόμον τοῦ Μαραθωνίου μαχητοῦ. Καὶ ἡ παράδοσις, λέγει ἀκριβῶς ὅτι μάχῃ μεγάλη ἔγεινε μία φορὰ στον κάμπο τοῦ Μαραθῶνος. Τούρκοι (σημ. Πέρσες)  πολλοὶ μὲ ἄρμενα πολλὰ καὶ μὲ λαμπρὰ ἅρματα, ἤρθαν νὰ καταδουλώσουν τῇ χώρᾳ καὶ ἀπ’ ἐκεῖ νὰ περάσουν στην Ἀθῆνα. Δεν ἐπήγαν γραμμὴ στην Ἀθῆνα, γιατὶ οἱ Ἕλληνες ἐφύλαγαν μὲ πολλὰ πλεούμενα, δικάταρτα καὶ τρικάταρτα τὸν Πειραιᾶ.

Οἱ Ἕλληνες ἦσαν λίγοι ἐμπρὸς στην ἀμετρήτη δύναμι τοῦ ἐχθροῦ. Ἐσυνάχθηκαν σιδεραρματωμένοι ἀπ’ ὅλα περίγυρα τὰ χωρία καὶ ἀπὸ τὴν Ἀθῆνα κ’ ἐπιᾷσαν πόλεμο φριχτό. Ἂν τοὺς νικήσουμε, σοῦ λέγει, ἔδω, πάει τοὺς σπάσαμε δὲν θὰ ἰδοὺν τῇ στράτα νὰ φύγουν. 

Ἐπολέμησαν ἀπὸ τὴν αὐγὴ ἕως τὸ βραδύ. Ἀπελπισμένοι ἐπολέμησαν οἱ ἐχθροί· ἀλλὰ πλέον ἀπελπισμένοι ἐπολέμησαν οἱ Ἕλληνες. Τὰ κορμιὰ βροντομαχώντας ἀπὸ τὶς ἀρματωσιές, ἐπεφταν σὰν σταχοδέματα στο χωράφι κ’ ἔστρωναν τῇ γῆ. Τὸ αἷμα ἔπηγε ποτάμι· ἔφθασεν ἕως τὰ ῥίζα τοῦ Βρανὰ κ’ ἕως τὸ Μαραθῶνα ἀντικρύ. Ἔσυρεν ὡς τῇ θάλασσα κ’ ἔβαψε κατακόκκινα τα γαλάζια κύματα. Θρῆνος καὶ κακὸ ἔγεινε!

Τέλος ἐνίκησαν οἱ Ἕλληνες. Οἱ τούρκοι (σημ. Πέρσες)ἔτρεξαν νὰ γλιτώσουν στα καράβια. Οἱ Ἕλληνες τοὺς ἐκυνήγησαν κ’ ἐκεῖ, τοὺς κατασφάξαν. Δεν ἐγύρισεκανένας στῇ μαύρη μάνα τοῦ· κανεὶς δὲν εἶδε πάλι τὴν δόλια του γυναῖκα καὶ τ’ ἀνήλικα παιδιά του. 

 Ἔτρεξαν τότε δύο νὰ φέρουν τῇ μεγάλῃ εἴδησι στην Ἀθῆνα. Ὁ ἔνας ἔτρεξε καβαλλάρης· ὁ ἄλλος πεζὸς καὶ ἀρματωμένος. Ὁ καβαλλάρης ἔπηγεν ἀπὸ τὸ Χαλάντρι· ὁ πεζὸς ἐπιασε τῇ Σταμάτα. Φτεροπόδαρος ἀνέβηκε τὸν Ἀφορεσμὸ κ’ ἐκατέβηκε στο χωριό. Καθὼς τὸν εἴδαν οἱ γυναῖκες, ἔτρεξαν πασίχαρες κοντά του.

-Σταμάτα, τοῦ φώναζαν· σταμάτα!..

Ἤθελαν νὰ τὸν ἐρωτήσουν τι ἀπογεινε ἡ μάχη. Ἐστάθηκε μία στιγμὴ νὰ παρῇ φύσημα κ’ ἔπειτα πάλι δρόμο.

Ὁ πεζοδρόμος φεύγει καὶ ἀκόμη φεύγει. Ζαρκάδι γοργοπόδαρο δεν τὸν ἔβλεπε· πουλὶ πετούμενο δεν τὸν φθάνει. Φαίνεται καὶ χάνεται σὰν ἀστραπή. Τέλος φθάνει στο Ψυχικό· ἐκεῖ ἔπηγε νὰ ξεψυχήση· πιάστηκε ἡ ἀναπνοὴ τοῦ· τὰ πόδια τοῦ ἔτρεμαν. Τώρα ἔλεγε νὰ πέση.

Ἀντρειεύεται τότε καὶ παίρνει βαθὺν ἀνασασμό. Ἐκεῖνο ἤταν. Ἀναζησεν εὐθὺς ψυχὴ ἔβαλε μέσα τοῦ νέα· χάλυβας ἔγειναν τὰ καλαμοπόδαρά του. Μία καὶ δυο, ἔφθασε τέλος στην Ἀθῆνα.

-Ἐνικήσαμε! Εἶπε μὲ βροντερὴ φωνή.

Κ’ ἔπεσεν εὐθὺς κ’ ἐξεψύχησεν. Ὁ καβαλάρης ταχυδρόμος ἀκόμη δεν ἐφάνηκε!..

Ἐκεῖ ὅμως που σταμάτησεν ὁ πεζοδρόμος κ’ ἐκεῖ που πῆρεν ἀναψυχὴ ἄφησε τ’ ὄνομα τοῦ καμώματός του. Τὸ πρῶτο χωριὸ τ’ ὀνομάσαν Σταμάτα· τὸ δεύτερο Ψυχικό.

Ἀλλὰ πῶς θὰ ὀνομάσουν τόρα τὸ μέρος ποῦ θὰ σταματήση, εἴτε θὰ παρῇ ἀναψυχή, εἴτε θὰ σκάση ὁ μεθαυριανὸς πεζοδρόμος; Καὶ μὲ τὶ χαρακτηριστικὲς φράσεις ἡ λαϊκὴ φαντασία θὰ πλέξῃ ἄραγε τοῦ φωτεινοῦ δρόμου τῇ ἄξιᾳ παράδοσι;

Ἂς τὸ μάθουν οἱ μέλλουσαι γενεαί»

Ἀνδρέας Καρκαβίτσας

 

 

Τμῆμα ἂρθρου ἀπὸ τὴν
Ἐστία, Α’ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟ ΦΥΛΛΟ, 30.3.1896, ὁλόκληρο τὸ φύλλο -> 
invenio.lib.auth.gr
Οἱ εἰκόνες εἶναι ἀπὸ tro-ma-ktiko.blogspot.com, enet.gr, el.wikipedia.org (Ἀνιχνευτές)


(Visited 14 times, 1 visits today)




Leave a Reply