Τῆς λευτεριᾶς ὁ γυιός.

 

Τῆς λευτεριᾶς ὁ γυιός.– Γειὰ σου ὠρὲ μικρέ!
κατὰ ποῦ μωρὲ τραβᾶς μὲ φούρια;
καὶ αὐτὸν τὸν σπαζοξυλιὰ ὠρέ,
γιατὶ σὰν φυλακτὸν ὠρὲ
εἰς τὰ στήθια τὸν κραττεῖς;

– Τρεχάω καπετάνιε, τρεχάω·
νὰ προκάμω νὰ φθάσω
εἰς τῆς μιᾶς λευτεριᾶς τὴν ἄκρην·
τρεχάω τώρα, τρεχάω.

– Στάσου ὠρέ!
πιστόλα δὲν ἔεις
οὔτε ἔεις μάχαιραν
μήτε σπάθαν ἔεις πλατιάν·
κι ἐκεῖ φονικὸν θὰ γεννῇ.

– Λένε πὼς μύριοι ἀπ’ τὴν τουρκιὰ
καὶ μύριους ἔει ὁ Ἰμπραὴμ
καὶ ἄλλους μύριους
ὁ Δράμαλης τουρκαλβανοὺς ὠρέ!
τόσοι ὠρὲ πὼς εἶναι λένε!

– Μὴν σκιάζῃς καπετάνιε·
ἔχω τὸν σπαζοξυλιά·
καὶ ποδάρια ἔω γερά
ποὺ ἡ σκλάβα τούτη γῆς ἀνάθρεψεν·
καὶ στήθια ἔω ἀντρειωμένα,
ἀπ’ ἀέρηδες ζυμωμένα
σὲ ἀπροσκύνητες ἀετόμορφες ἀκροκορφάδες·
μὰ πιότερον ἔω καπετάνιε
κορμὶ βαπτισμένον
μὲ τῆς μάνας μου τὸ αἷμα·
καὶ ἀπ’ ἀτσάλι χέρια,
ὁποὺ τ’ ἀντρείωσεν ἡ σκλαβιά.

– Ἄμε τώρα, γιατὶ τρεχάω…

– Ξέρεις ὠρὲ γαλακτωμένε
πῶς τὰ σκυλιὰ λυσσοῦν;

– Φύε ἀπὸ μπρὸς μου,
μὴν ἀπὸ ‘σένα
ὁ σπαζοξυλιὰς ἀρχίσῃ·
φύε !
νὰ ξέρῃς μόνον,
πὼς τοῦτος εὐλογημένος εἶναι·
σὰν ἡ ψυχὴ τῆς μικρῆς μου ἀδελφῆς,
ἐντροπιασμένη ἀπὸ τὰ δώδεκα χρόνια της
ἔφευγε ἀπὸ τὰ σκέλια της μέσα,
σφραγίζοντας τὰ πορφυρὰ της μάτια·
κύττα,
τὸ αἷμα της ἔει…

Καὶ τὴν σημαδιὰν ἐτούτην βλέπεις;
εἶναι ἀπὸ τῆς μάνας μου τὸ γάλα,
τὴν ἡμέρα ὁποὺ τὰ μαῦρα σκυλιά,
τ’ ἅρπαζαν ἀπ’ τὰ χείλη μου…

Καὶ τούτην βλέπεις τὴν χαρακιὰ;
τρυπωμένος τὸ δάγκανα,
μὴν τὸ κλάμμα μου
ἀκούσῃ ἡ φωτιά…

Φύε τώρα·
τρεχάω, τρεχάω νὰ προκάμω·
τὸ χάραμα,
πίσω ἀπὸ τοὺς λόφους ἐτούτους,
θὰ ‘ναι λένε καπεταναῖοι
καὶ ἄλλοι…καὶ ἄλλοι…
κι ἐγὼ καπετάνιε
φωτιὰ θὰ γίνω·
πῦρ κολασμένον·
μὰ καὶ τοῦτος ὁ σπαζοξυλιάς,
μοῦ ‘πε πὼς θὰ ‘ναι
σὰν τοῦ Αἴαντα τὴν ψυχήν,
μοῦ ‘πε…

– Ὠρὲ μικρὲ!
τὶ μωρὲ Ἕλληνας εἶσαι τοῦ λόγου σου;
πὼς μωρὲ σὲ λένε;
τὰ μάτια μου ποὺ κάμνεις ὠρὲ
σὰν τῆς παιδούλας,
ἀπ’ ἔρωταν κρυφὸν ποὺ κλαίει,
τ’ αὐγούστου τὶς φεγγαρωμένες νυχτιές;

Ποιανοῦ μωρὲ εἶσαι γυιὸς ἐσύ;
πὲς μου ὠρέ!
ἐγὼ ὁ γερό Θόδωρος
δὲν ἔχω τέτοιαν φούρια ματαδεῖ!

– Σὲ γνωρίζω καπετάνιε,
μὰ τώρα τρεχάω…τρεχάω…
μὰ,
ἄκου με…
πατέρας μου εἶναι τὸ Αἰγαῖον χρῶμα
καὶ σπίτι μου τὸ αἷμα τῆς ἐλιᾶς·
ἡ μάνα μου εἶναι,
ξέρεις…
γι’ αὐτὴν πολεμᾶς…

Μὰ τ’ ὄνουμὰ μου
μὴν ἀρωτᾶς·
εἶναι γραμμένον εἰς τ’ ἀποκαΐδια
τῆς μάχης καὶ τοῦ φονικοῦ·
εἶναι τῆς πέτρας ἡ κραυγὴ
ποὺ ἀκούεις εἰς τὰ Δερβενάκια·
ἡ μέθη ἀπ’ τ’ ἄρωμα εἶναι τῆς μπαρουτιᾶς
καὶ τὸ τρεχάλημα εἶναι
τοῦ χώματος καὶ τῆς ῥεματιᾶς,
ποὺ νὰ προκάμῃ θέλει,
μὴν τοῦ σκύλου τὸ αἷμα
τὴν ἰδικὴν μου μολύνει
τὴν θανατιά…

Καπετάνιε!
τρεχάω τώρα!
μὰ αὔριον θὰ μάθῃς
σὰν ἡ φωτιὰ ἀπ’ τ’ ἀτσάλι
κάψῃ τὶς κάπες καὶ τὰ φέσια μου…
σὰν χυθοῦν τὰ πλούσια εἰς τὰ στήθια μου μαλλιά
καὶ ἡ γῆς σκλαβιᾶς
κραυγάσῃ πιὰ ἀναστημένη,
Χαῖρε!
Ὦ χαῖρε Ἐλευθεριά!

-2-

– Φύε ὠρέ!
τὸ λεύτερον νὰ ‘ναι
τοῦ ἀνέμου μαζὶ σου·
φύε…
πὼς τὰ μάτια μου
νὰ κλαίουν κάνεις μικρέ…

– Τρεχάω καπετάνιε,
τρεχάω…

Ξημέρωσε…

– Ἕλληνες!
Ὠρὲ Ἕλληνες!
βρόντηξε ἡ γῆς
ἀπὸ τοῦ Γέρου τὴν φωνήν.

Νά!
ἐμπρὸς σας,
τὰ δόντια εἶναι τοῦ σκύλου!
Νὰ ἡ σκλαβιά,
νὰ κι ἡ λευτεριὰ σας!

– Θάνατος !..
πάγωσε ἡ πέρα γῆς
κι ἐτούτη ἐσιώπησεν φοβισμένη·
ὁ ἥλιος ὀρθός,
μιᾶς νὰ φύγῃ
μιᾶς νὰ ἰδῇ
δὲν ἤξευρε…
πόλεμον ἄρχισεν ὁ μικρός·
μιᾶς ὀρθὸς ὁ σπαζοξυλιᾶς
καὶ μιᾶς σὲ κράνα σκύλου ἀπάνου…
ἀρνεῖται ἐτούτη ἡ γῆς ἡ λεύτερη
τὸ αἷμα τους νὰ πάρῃ
καὶ πέλαον κόκκινον,
θάλασσα ἔϊνε ματωμένη…

– Μικρὲ βάστα!
σείστηκε ἡ γῆς
ἀπὸ τοῦ Γέρου τὸ τρεχάλημα·
πάτησε εὐθὺς κι’ ἐστάθη δίπλα του
καὶ τότες ἐστάθη κι ὁ Νικηταρᾶς·
κι ἔκαιεν σπάθα τὴν σπάθαν,
μπαρούτι τὸν ἄνεμον ἔπνιε…
καὶ τότες,
ὁ ἥλιος ἔτρεεν
τὸ φῶς νὰ τελειώσῃ·
μὴν τὸ ξένον αἷμα,
τὴν γῆν ἐτούτη σκεπάσῃ.

– Μὴν Ἥλιε φεύγῃς,
σὲ παρακαλῶ…
ἀκόυστηκε ἀπὸ τὰ γύρω βουνὰ
τῆς λευτεριᾶς τὸ θέλημα…
μὰ αὐτὸς Θεός,
λυπήθηκε ἀγαρηνόν,
τοῦρκον, τουρκαλβανόν…

– Καπετάνιε!
ὠρὲ καπετάνιε!
μέσα ἀπὸ σπαθιὲς καὶ φωτιά,
μέσα ἀπὸ νεκροὺς
καὶ ἀρχίνημα εὐωδιᾶς τῆς λευτεριᾶς,
πέρασε κι ἀκούστηκε
τοῦ μικροῦ ὁ λόγος·
ἐστάθη τότες ὁ πόλεμος
καὶ ἄκουε…
καθὼς τὸ δείλι μὲ θλίψιν ἔγειρεν,
καθὼς τὸ φῶς
πάτημα εἶεν ἀλλοῦ
καὶ τῆς νυχτιᾶς ἡ κρυάδα,
τὴν σκλαβιὰ κι αὐτὴ πολέμαε…

Γύρισε ὁ Νικηταρᾶς
καὶ τοῦ Μωριᾶ ὁ Γέρος
καὶ μερικὲς πέρα μόνον δρασκελιές,
ἔβλεπαν τὸν μικρόν…
γύρω του πέλαα εἶεν
τὸ ξένον αἷμα…
ὁ μέγας μισητὴς του·
κι αὐτὸς ἔκλαιεν·
δὲν ἄντεξε ὁ σπαζοξυλιᾶς…
κομμένος ἔστεκε εἰς τὰ δυό·
τὸ ‘να ἦταν κομμάτι εἰς τὴν γῆν
καὶ τ’ ἄλλον,
ἔπινε τοῦ σκύλου τὸ αἷμα,
καρφωμένον εἰς τὰ μάτια του ἀνάμεσα…

– Εἶμαι ὁ Ἕλληνας Καπετάνιε
ὁ γυιὸς εἶμαι τῆς λευτεριᾶς·
ἔτσι εἶπεν
καὶ ἔπεσεν…
ἦλθεν τότες ὁ ἥλιος προσκυνητὴς
καὶ ὅλοι εἰς τὸ πλάι ἔκαμαν,
καθὼς ἡ Ἑλλάδα ἔσκυψε
νὰ πάρῃ τὸ τελευταῖον χαμόγελον
ἀπὸ τοῦ παιδιοῦ της τὰ χείλη,
πρὶν τῶν σκυλιῶν τὸ αἷμα,
ὁρμήξῃ νὰ μολύνῃ
τὸ χυμένον ἰδικὸν του γαλάζιον…

-3-

Τὴν ἄκραν ἐσήμανε σιωπὴν ἡ Νίκη·
ἡ λευτεριὰ μονάχη ὀμπρός,
ὁ γυιὸς της νεκρὸς
κι ὁ σκύλος δαρμένος!

Ἔκλαιε ὁ Γέρο-Θόδωρος
κι ἡ λευτεριὰ σεμνή,
τὴν ψυχὴν πῆρε τοῦ λευτερωμένου·
ἀψηλὰ μὲ τὰ δυὸ τὴν ἐσήκωσε
τὰ γαλάζια της χέρια
καὶ φυσῶντας,
μὲ πνοὴν ἀπ’τὰ δυὸ της βουνά,
εἰς τὴν γῆν τὴν ὁδήγησε τῶν ἡρώων!
Εἰς τὰ χέρια ἁπαλὰ τὴν ἄφησε,
τῆς μόνης Ὡραίας Ἑλλάδος!

– Ὠρὲ μικρέ!
ῥίγησε τὸ χῶμα αὐτῆς τῆς γῆς
καὶ γύρω τὰ βράχια βαριανάσαιναν.

Συγχῶρα με,
μὰ τὸ ‘γλεπα ποιὸς ἤσουν!

Νὰ ὠρὲ παλληκάρια,
κυττάετὲ τον !
καθὼς μωρὲ ἔπεφτε,
ἀπάνου του ἦταν οἱ οὐρανοί,
ποὺ τ’ ὄνομὰ του ὑμνοῦσαν!

Ὁ Ἕλληνας εἶναι ὠρέ,
ὁ λευτερωμένος!

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς
Ἕλλην
21-1-2012

(Visited 16 times, 1 visits today)




Leave a Reply