Ἕνας σύγχρονος Ἕλλην φιλόσοφος.


Ἕνας σύγχρονος Ἕλλην φιλόσοφος.

Αὐτὸ ποὺ πολλὲς φορὲς μᾶς ξαφνιάζει εἶναι τὸ γεγονὸς τοῦ ὅ,τι ἐν ᾦ ὑπάρχουν πάρα μὰ πάρα πολλοὶ Ἕλληνες ποὺ διαπρέπουν, ἐντὸς κι ἐκτός, ἐμεῖς παραμένουμε στὸ νὰ ἀσχολούμαστε ΜΟΝΟΝ μὲ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ!
Κι ἐν ᾦ ὁ πλανήτης ὅλος ἔχει νὰ ἀναδείξῃ μεγαλειώδῃ ἔργα, βασιζόμενα στὴν σκέψιν καὶ στὴν δράσιν Ἑλλήνων, ἐμεῖς ἀκόμη παλεύουμε γιὰ νὰ σταθοῦμε ὄρθιοι, διότι μᾶς διοικοῦν τὰ κατακάθια τοῦ πλανήτου.  

Σήμερα ἕνας ἀκόμη Ἕλλην μᾶς …ξαφνιάζει εὐχάριστα μὲ τὸ ἔργον του καὶ τὶς σκέψεις του. Ἀξίζει νὰ τὸν γνωρίσουμε.

Φιλονόη.

Υ.Γ. Ὁ φιλόσοφος γνωρίζει πὼς ἡ φιλοσοφία εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ δρόμου ποὺ σὲ ὁδηγεῖ ἡ ἐπιστήμη. Κι αὐτὸ πασχίζει νὰ τὸ ἐξηγήσῃ, νὰ τὸ διδάξῃ ἀλλὰ κυρίως νὰ τὸ ζήσῃ ὁ ἴδιος!

Ενας Ελληνας στο Πρίνστον

ΑΝ ΑΝΑΖΗΤΗΣΟΥΜΕ έναν ζώντα έλληνα φιλόσοφο του οποίου το έργο έχει κερδίσει δίκαια τη διεθνή αναγνώριση, το όνομα Αλέξανδρος Νεχαμάς είναι το πρώτο που έρχεται αμέσως στον νου μας.

Καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον των ΗΠΑ, ο Αλέξανδρος Νεχαμάς έχει τιμηθεί με πολλά διεθνή βραβεία για το φιλοσοφικό και διδακτικό του έργο. Ο τρόπος που αντιλαμβάνεται τη φιλοσοφία ο Νεχαμάς διαφέρει ουσιαστικά από την καθιερωμένη ακαδημαϊκή άποψη που επικρατεί στα αμερικανικά πανεπιστήμια. Στην κυρίαρχη τάση, που θέλει τη φιλοσοφία να μοιάζει όλο και περισσότερο με την επιστήμη, ο Νεχαμάς αντιπαραθέτει μιαν αντίληψη της φιλοσοφίας ως τέχνης του βίου, η οποία ανάγεται στους αρχαίους Ελληνες και ξεκινάει με τον Σωκράτη. Οπως δείχνει στο βιβλίο του «Η τέχνη του βίου» (Νεφέλη, 2001), ο Σωκράτης καθιέρωσε τον εαυτό του ως μοναδικό και αλησμόνητο άτομο. Υπήρξε δηλαδή ο άνθρωπος «που δημιούργησε τον εαυτό του χωρίς ποτέ να δείξει σε κανέναν πως το έκανε».

Το παράδειγμα του Σωκράτη ακολούθησαν από διαφορετικούς δρόμους ο Μοντέν, ο Νίτσε και ο Φουκό, στην προσπάθειά τους να πλάσουν οι ίδιοι τον εαυτό τους και να αναζητήσουν νέους τρόπους ζωής.

Ολοι αυτοί έζησαν ως μοναδικά άτομα, αξιοθαύμαστα για τις διαφορές τους από τον υπόλοιπο κόσμο. Ολοι τους άσκησαν τη φιλοσοφία ως τέχνη του βίου.

Ταυτόχρονα όμως δεν παρουσίαζαν τον εαυτό τους ως πρότυπο το οποίο πρέπει να μιμηθούν και οι άλλοι. Γιατί όλοι τους πίστευαν ότι δεν υπάρχει ένας και μοναδικός τρόπος ζωής που να είναι καλός για τον καθένα. Ολοι τους άλλωστε διέφεραν από τους υπόλοιπους ανθρώπους και βάδιζαν ενάντια στο ρεύμα της εποχής τους, επιδιώκοντας τη διαφορά, την πρωτοτυπία, την επέκταση των ορίων του νοητού και του πιθανού.

Και δεν μπορεί να υπάρχει γενική συνταγή για το πώς να γίνει κανείς διαφορετικός. Η φιλοσοφία ως τέχνη του βίου μπορεί να πάρει πολλές μορφές. Ο Μοντέν κατανόησε ότι το να ακολουθήσει το παράδειγμα του Σωκράτη σημαίνει να προσπαθήσει να γίνει κάτι διαφορετικό από αυτόν. Ο Νίτσε πάλεψε ενάντια σε όλα όσα αντιπροσώπευε ο Σωκράτης, αλλά στο βάθος προσπαθούσε και αυτός να αποκτήσει την ικανότητα να πλάθει ο ίδιος τον εαυτό του. Και η προβληματική της «επιμέλειας του εαυτού» που επεξεργάστηκε ο Φουκό -η οποία παραπέμπει στο σωκρατικό «εαυτού επιμελείσθαι»- εκφράζει πρωτίστως το ενδιαφέρον του να εξερευνήσει νέους τρόπους ζωής.

Με το έργο του «Νίτσε: Η ζωή σαν λογοτεχνία» ο Νεχαμάς πρότεινε μιαν ερμηνεία του νιτσεϊκού έργου, που αναγνωρίζεται διεθνώς ως εξαιρετική συμβολή στην κατανόηση της σκέψης του Νίτσε. Σύμφωνα με τον Νεχαμά, ο Νίτσε ήθελε να διαφοροποιηθεί ριζικά από τον δογματισμό της φιλοσοφικής παράδοσης. Γι’ αυτό και υποστήριζε με επιμονή ότι κάθε άποψη -ακόμη και η δική του άποψη- είναι μόνο μία ανάμεσα σε πολλές δυνατές ερμηνείες. Από την άλλη μεριά, ο Νίτσε έβλεπε τον κόσμο σαν να ήταν έργο τέχνης και ειδικότερα σαν να ήταν λογοτεχνικό κείμενο. Και στηρίχθηκε συχνά σε αισθητικά υποδείγματα για να ερμηνεύσει και να αξιολογήσει τον κόσμο και τις πράξεις των ανθρώπων.

Ο Νεχαμάς αναδεικνύει αυτά τα δύο κεντρικά μοτίβα της σκέψης του Νίτσε: τον προοπτικισμό του («υπάρχουν μόνον ερμηνείες») και τον αισθητισμό του (ο κόσμος ως κείμενο προς ερμηνεία). Με αυτά τα ερμηνευτικά κλειδιά μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα το νόημα της προσπάθειας του Νίτσε να διαχωρίσει τον εαυτό του από την προηγούμενη φιλοσοφία. Αυτό που θέλει να απορρίψει ο Νίτσε είναι ο δογματισμός που θεωρεί ότι μπορεί να υπάρξει μια ολική ή τελική θεωρία, μια άποψη που να ενσωματώνει και να ερμηνεύει όλα τα δεδομένα. Ετσι εξηγείται η φαρμακερή αμφισβήτηση στην οποία υποβάλλει την αξία της αλήθειας και της γνώσης. Ετσι εξηγούνται επίσης οι επιθέσεις του εναντίον της ηθικής, η οποία θέλει να είναι απόλυτη και καθολική και προτείνει κώδικες διαγωγής προς τους οποίους πρέπει όλοι να συμμορφώνονται. Κατά τον Νεχαμά, ο αμοραλισμός του Νίτσε δεν είναι το ωμό εγκώμιο του εγωισμού και της σκληρότητας, με το οποίο συχνά συγχέεται. Είναι μάλλον η αντίδραση ενός ελεύθερου πνεύματος στην ισοπεδωτική επενέργεια της ηθικής, στην απολυτότητα των κανόνων της που αντιστοιχεί στην ανάγκη της αγέλης για υπακοή. Η απαίτηση του Νίτσε να τοποθετηθούμε πέρα από το καλό και το κακό πρέπει να ερμηνευθεί σε συνάρτηση με την επιθυμία του να γίνουμε «οι ποιητές της ζωής μας». Και το σπουδαιότερο ίσως επίτευγμα του Νίτσε είναι το ότι δημιούργησε τον εαυτό του.

Στο υπέροχο βιβλίο του «Μόνο μια υπόσχεση ευτυχίας. Η θέση του ωραίου στην τέχνη και στη ζωή» («Νεφέλη», 2010), ο Νεχαμάς προσπαθεί να δείξει ότι το ωραίο δεν περιορίζεται στο πεδίο των τεχνών, όπου το έχει εξορίσει η φιλοσοφία μετά τον Καντ, αλλά συνδέτεαι στενά με τη ζωή, με τους ανθρώπους και την καθημερινότητά τους. Συμφωνεί με τον Πλάτωνα ότι το ωραίο είναι το θήραμα του έρωτα, αλλά δεν συμμερίζεται την πλατωνική βεβαιότητα ότι η αναζήτηση του ωραίου οδηγεί αναγκαστικά στην αρετή και στην ευδαιμονία. Το ωραίο ωστόσο μπορεί να γίνει ένα έναυσμα για δημιουργία, να φέρει κοντά την τέχνη στη ζωή. Καθώς πυροδοτεί την επιθυμία μας να το γνωρίσουμε και να το κατανοήσουμε, το ωραίο μπορεί να μας βοηθήσει να δώσουμε πιο ολοκληρωμένες απαντήσεις στο σωκρατικό ερώτημα «πώς πρέπει να ζει κανείς». (ἐλευθεροτυπία φωτογραφία)

(Visited 13 times, 1 visits today)




Leave a Reply