Ἐὰν εἶσαι ἄξιος….

Ἐὰν εἶσαι ἄξιος....Τι στην ευχή…
Τόσα καροτσάκια σούπερ μάρκετ στους δρόμους πώς βρέθηκαν;
Και πού βρέθηκαν όλοι αυτοί που τα σπρώχνουν; 
Τόσοι άνθρωποι να σπρώχνουν καροτσάκια….
Φορτωμένα όχι με τρόφιμα αλλά με …σκουπίδια.
 
Τους έχω κατηγοριοποιήσει ήδη.

Μερικοί, οι περισσότεροι, είναι αγέλαστοι και βλέπεις τη δυστυχία στο πρόσωπό τους, τα «κουτάβια», είναι ακόμα νέοι στο Κυνήγι.
Δυο τρεις «παλιές καραβάνες» τους παίρνουν παράμερα και χαμογελαστοί τους δείχνουν πώς να σπρώχνουν το καρότσι και πώς να ψάχνουν στους κάδους.
Ξέρουν ότι μαθαίνουν στους άλλους, τους νεόπτωχους, τα κόλπα του Κυνηγιού της Επιβίωσης, αλλά ξέρουν επίσης ότι τα σκουπίδια φτάνουν να τους θρέψουν όλους, δε χρειάζεται να είναι αχόρταγοι.
Αχόρταγοι ήταν οι άλλοι, οι πλούσιοι, για αυτό και φτώχυναν.
Ο φτωχός τι να χάσει; Το περίσσευμα από το αναγκαίο το μοιράζεται με τους γύρω του ούτως ή άλλως…

Μια ηλικιωμένη γυναίκα περνά μπροστά από ένα ετοιμόρροπο εργοστάσιο.
Κοιτάζει με θλίψη τον μεσήλικα φύλακα στην πόρτα και απομακρύνεται. Ο φύλακας τρέχει μέσα και βγάζει από μια πλαστική τσάντα ένα σάντουιτς τυλιγμένο σε αλουμινόχαρτο. Το ξετυλίγει, κόβει το μισό και της το δίνει.
Για μια στιγμή εκείνη αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην περηφάνια και την πείνα, νικά η δεύτερη, το παίρνει με χαμηλωμένο βλέμμα μουρμουρίζοντας κάτι σαν «ευχαριστώ» και απομακρύνεται κρύβοντάς το στον κόρφο της, πολύτιμο τρόπαιο και φυλαχτό συνάμα.
«Τη βλέπεις αυτή;» με ρωτά ο περιπτεράς απέναντι. «Πριν αρχίσει η Κρίση και οι οδομαχίες, ήταν διευθύντρια προσωπικού στην εταιρεία εκεί. Ο κυρ Σπύρος, ο φύλακας, μου έλεγε μια μέρα με παράπονο ότι κάθε μεσημέρι παράγγελναν όλων των λογιών τα φαγητά, σολομούς, μπιφτέκια, γαρίδες για τους διευθυντάδες και ούτε μια φορά δεν τον κέρασαν ένα σουβλάκι.
Δε φόραγε βλέπεις κουστούμι και γραβάτα…
Με την κρίση κράτησαν τον κυρ Σπύρο που έπαιρνε ψίχουλα για να διώχνει τους ζητιάνους και έδιωξαν την κυρία Αλεξίου αφού δεν είχαν πια υπαλλήλους να διευθύνει. Της πήραν τις εταιρικές πιστωτικές κάρτες, το εταιρικό αυτοκίνητο και η τράπεζα της πήρε τη βίλα στο Κεφαλάρι και το εξοχικό στην Αράχωβα, γιατί δεν μπορούσε να πληρώσει τα δάνεια.
Τουλάχιστον ο κυρ Σπύρος έχει ιδιόκτητο το μικρό ημιυπόγειο δυαράκι που του άφησαν οι γονείς του και έχει γράψει στα παιδιά του».
Τόσοι άνθρωποι να σπρώχνουν καροτσάκια…
Οι «πάλιουρες» είναι χαμογελαστοί, δεν κάνουν κάτι καινούριο, ποτέ δεν είχαν πολλά και δεν τους λείπει το επιπλέον.
Τα «κουτάβια», οι νεόπτωχοι, ντρέπονται για την κατάντια τους, όπως τη νομίζουν, ντρέπονται που βρίσκονται στο μηδέν, στον πάτο.
Και είναι τόσο αχάριστοι απέναντι στο Θείο Δώρο που τους δίνεται, πο μόνο λίγοι, οι Εκλεκτοί, το νιώθουν.
… Ότι όσο πιο πάτο πιάσεις, τόση και η φόρα που θα πάρεις για να Ανέβεις …
Αν είσαι Άξιος …
Το Θείο Δώρο που δίνεται στον Άνθρωπο να δημιουργήσει εκ του μηδενός.
Ένας κατακλυσμός όχι νερού, μα καθημερινότητας, που ξεπλένει τα λάθη, τις ανισότητες, τις αδικίες και κάνει ίσους πια τους ανθρώπους, χωρίς κοινωνικές τάξεις, χωρίς κοινωνικά πρέπει, χωρίς … χρήμα.
Ένας κατακλυσμός που θα δημιουργήσει τους Πρωτοπόρους, τα Ανήσυχα Πνεύματα των μελλοντικών τροβαδούρων που ο ιστορικός του Μέλλοντος θα ονομάσει «Μπροστάρηδες της Κρίσης».
Να σηκώσουν τα μανίκια και να πουν: «Εμπρός μάγκες !!! Για κάτι Νέο και Ωραίο !!!»
Μπορείς και Εσύ.
Αν είσαι Άξιος …
Μοῦ ἄρεσε αὐτὸ ποὺ ἔγραψε ὁ Νικόλας…
Θεῖον δῶρο! Μά πόσοι ἀντέχουν γιά νά τό νοιώσουν;
Ἕνας κατακλυσμός…
Αὐτὸ ἀκριβῶς συμβαίνει!
Ἕνας κατακλυσμός πληροφορίας, ποὺ ἀπὸ ἐμᾶς ἐξαρτᾶται γιὰ τὸ ἐὰν θὰ ἀφαιθοῦμε μέσα του ἤ θὰ τοῦ κλείσουμε τὴν πόρτα…
Ἕνας κατακλυσμὸς Ἐπανανρθωπισμοῦ….
Θά πορευτοῦμε μαζύ του ἤ θά τοῦ ἀντισταθοῦμε;
Ἕνας κατακλυσμὸς Ἐπανελληνισμοῦ…
Θά βροῦμε τήν ταὐτότητά μας ἤ θά χαθοῦμε;
Έμπρὸς λοιπὸν Μᾶγκες… Γιὰ κάτι Νέο κι Ὠραῖο…
Νομίζω πὼς εἴμαστε πλέον ἔτοιμοι. Ἤ θὰ τὸ κερδίσουμε ἤ θὰ χαθοῦμε….
Υ.Γ. Καλημέρα μας.

(Visited 21 times, 1 visits today)




2 thoughts on “Ἐὰν εἶσαι ἄξιος….

  1. Αὐτόματη εἰδοποίηση σύνδεσης: Ἐὰν εἶσαι ἄξιος…. « Φιλονόη καὶ φίλοι……

Leave a Reply