Κατάπτωσις μίας κοινωνίας: καταδίκη τοῦ Σωκράτους – τέλος τοῦ χρυσοῦ αίῶνος τῶν Ἀθηνῶν….

Από την καταστροφή της Σικελίας το 413, το Άστυ είχε πάθει, εξαιτίας του φανατισμού που κατάτρωγε τους Αθηναίους, πολλές συμφορές. Ο Θρασύβουλος, αφού έφερε  πίσω τη Δημοκρατία, σταμάτησε τις εκδικήσεις, συμφιλίωσε τους αριστοκράτες με το λαό κι έδωσε τέλεια αμνηστία. Χρειάστηκε η δική του φρονιμάδα, για να μη γίνει κατάχρηση της νίκης. Ψήφισε νόμο να μη ζητηθούν ευθύνες από κανέναν και πέτυχε τούτο το δύσκολο: Να κάνει το παράφορο πλήθος να ξεχάσει και να συγχωρέσει. Έτσι έβλεπες πολίτες που τους σκοτώθηκαν οι συγγενείς τους να ζουν ειρηνικά με τους δήμιους, άλλους που έχασαν την περιουσία τους να μονοιάζουν με τους άρπαγες. 
Μα μόλις τέλειωσαν οι τελετές για το φίλιωμα, φάνηκε πόσο κρίσιμη έμενε η κατάσταση. Η αργία των χωριατών, άλλοτε για να στρατευτούν, άλλοτε για να πολιορκηθούν, τους έκανε ν’ απομάθουν τ’ αγροτικά, τους συνήθισε στο ραχάτι. Η ζωή έγινε δύσκολη κι οι πολίτες ανυπόμονοι.  Σπασμένο το εμπόριο κι η παραγωγή. Τον καιρό της ευτυχίας τόσο δεμένοι ήταν οι πολίτες με την προστάτιδα θεά τους, την Παρθένα Αθηνά, ώστε τη θεώρησαν υπεύθυνη για τις ατυχίες κι έπαψαν να της έχουν εμπιστοσύνη. Ένας λυρικός ποιητής, ο Διαγόρας, άλλοτε μεγάλος υμνητής της Αθηνάς,  τόσο παρασύρθηκε από την αμφιβολία, ώστε μεταβλήθηκε σε άθεο. Μια μέρα στην αγορά άναψε φωτιά  κι έριξε μέσα ξύλινο ξόανο φωνάζοντας: «Αν είσαι θεϊκό, σβήσε τη φωτιά!».
Μα, κι αν περιφρόνησαν την παλιά τους πίστη, δεν μπόρεσαν οι Αθηναίοι να ζούνε δίχως θρησκεία κι άρχισαν να λατρεύουν ξένες θεότητες, όσες τους έφερε η θάλασσα, από τη Μικρασία, το Σαβάζιο, από τη Θράκη τη Μεγάλη (άγνωστη) Θεά, παράδοξες θεότητες γεμάτες αλλόκοτα μυστήρια. Γέμισε το Άστυ δεισιδαιμονίες. Ακάθαρτοι αγύρτες τριγύριζαν τώρα στα σπίτια και σύναζαν παράδες προσφέροντας χαϊμαλιά. Ο εγγαστρίμυθος Ευρυκλής μάζευε γύρω του ολόκληρο πλήθος, που, χάσκοντας, άκουγε να μιλά κάποιος αόρατος τάχα προφήτης.
Εκτός από το Σωκράτη κανένας άλλος δεν προσπαθούσε να διορθώσει τη ζημιά που έκανε η αθεΐα, να στυλώσει την περιφρονημένη ηθική.  Μόνος του έτρεχε από την αγορά στις στοές κι από τις στοές στα γυμναστήρια, μα κάθε μέρα μιαν απόδειξη έπαιρνε: πως δε γινόταν πιο αχάριστο έργο από το να ελέγχει τους Αθηναίους. Η προσπάθειά του ήταν παράλογη σε μιαν αδιάφορη πόλη, μα ο Σωκράτης ένιωθε πως, όσο κι αν δεν έκαμε τίποτα για το παρόν, εκτελούσε έργο χρήσιμο μελλοντικά. Ξόδευε τη ζωή του για τους κατοπινούς ανθρώπους, χωρίς αμοιβή, χωρίς ελπίδα πως η θυσία του θ’ αναγνωριζόταν όσο ζούσε. Και τριγύριζε καταφρονεμένος εξ αιτίας της αφοσίωσης πού έδειχνε σ’ ένα μεγάλο ιδανικό. Ο ποιητής Εύπολις στην κωμωδία του «Βάπτες» έγραψε: «Μισώ τον Σωκράτη, τον αδιάντροπο φτωχό, που σε όλα ανακατώνεται, ενώ παραμελεί το σπίτι του». Οι Αθηναίοι αντιπάθησαν το Σωκράτη  ακριβώς επειδή θαύμασαν τη διδαχή του, στάθηκαν όμως ανίκανοι να την ακολουθήσουν και ξαναγύρισαν στις αδυναμίες τους. Άλλωστε οι Δημοκρατικοί, που διοικούσαν τώρα την πόλη, εχθρεύονταν τη φιλοσοφία, γιατί τη θεωρούσαν προνόμιο αριστοκρατικό. Μήπως οι τρεις αρχηγοί των ολιγαρχικών, Κριτίας, Θηραμένης και Χαρικλής, δεν είχανε γερή φιλοσοφική κατάρτιση;;
Μια μέρα που βάδιζε ο Σωκράτης κατά την Ποικίλη Στοά ένας φανατικός δημοκράτης τον πλησίασε και, χωρίς αιτία, τούδωσε μια κλωτσιά. Ο φιλόσοφος τον κοίταξε και, καθώς ο άγνωστος απομακρυνόταν άφωνος, κούνησε το κεφάλι κι εξακολούθησε το δρόμο του.  Ο σοφιστής Αντιφών, που είδε τούτη τη σκηνή, τον ρώτησε:
-«Έφαγες κλωτσιά και δεν είπες λέξη;»
-«Τι να πω; αποκρίθηκε ο φιλόσοφος. Αν σε κλωτσούσε γαϊδούρι, θα του ανταπόδιδες την κλωτσιά;»
Ένα πρωί του Απρίλη το 399, την ώρα που συζητούσε στην αγορά ο Σωκράτης περί επιστήμης με τον Θεαίτητο, σπουδαίο μαθηματικό, θεμελιωτή της θεωρίας των ασύμμετρων, τον πλησίασε κάποιος νεαρός ποιητής, Μέλητος τ’ όνομά του, με μαλλιά άγρια, αραιό γενάκι, στραβή μύτη, και μπροστά σε δυο μάρτυρες που κουβαλούσε μαζί, είπε στον Σωκράτη με την ψιλή φωνή του:
-«Μάθε πως τώρα πηγαίνω στη Βασίλειο Στοά να σε καταγγείλω στον Άρχοντα – Βασιλιά πως ασεβείς προς τους Θεούς, εισάγεις νέα δαιμόνια και διαφθείρεις τους νέους. Ζητάω ποινή θανάτου. Σε καλώ μετά τέσσερις μέρες, τέτοια ώρα, να βρεθούμε στον Άρχοντα, για να ορίσει δίκη».
Ο Σωκράτης τον κοίταξε με απορία.
-«Τι λες, Μέλητε; Συ τόσο νέος κατάλαβες κιόλας όσα καταγγέλλεις; Και λες πως το κακό το κάνω με τη θέλησή μου;»
-«Βεβαιότατα. Μα όλα αυτά θα τα πούμε στον Άρχοντα. Μην αμελήσεις να είσαι εκεί την ορισμένη ώρα». Είπε κι έφυγε με τους μάρτυρές του. Ο Θεαίτητος σάστισε ν’ ακούσει μια τόσο βαριά κατηγορία, για τον άνθρωπο που εκτιμούσε στην Αθήνα περισσότερο κι από τους καλύτερους.
Την κατηγορία κατά του Σωκράτη την προσυπέγραφαν άλλοι δύο. Ο Άνυτος αρχηγός των θρησκόληπτων και δημοκρατικών και ο Λύκων, αρχηγός των προοδευτικών. Ο Άνυτος ήταν συναρχηγός μαζί με τον Θρασύβουλο στην επανάσταση που παλινόρθωσε τη Δημοκρατία. Είχε αποκτήσει μεγάλο κύρος στο Άστυ μετά την άρνησή του να πληρωθεί από το δημόσιο ταμείο για τα μεγάλα κτήματα που του δήμευσαν οι Τριάκοντα Τύραννοι. Χόλιαζε όταν άκουγε τον Σωκράτη να λέει:
-«Είναι τρέλα να επιτρέπεται στη Δημοκρατία να εκλέγει τους άρχοντές της με κλήρο. Ενώ ποτέ δε θα εμπιστευτείτε την Τύχη να ορίσει τον πιλότο ενός πλοίου, ή το γιατρό που θα σας γιατρέψει, εν τούτοις, αφήνεται τον κλήρο να σας βρει τους άρχοντες, που μόνο τα δικά τους λάθη μπορεί να φέρουν καταστροφή».
Η δίκη ορίστηκε. Ο Πλάτωνας  στην «Απολογία του Σωκράτη» περιγράφει με λεπτομέρειες την εξέλιξή της.
Η καταδίκη του Σωκράτη σε θάνατο,  και οι τελευταίες του ώρες στην φυλακή πριν να πιεί το κώνειο περιγράφονται στον διάλογο του Πλάτωνα «Φαίδων».
Με τον θάνατο του Σωκράτη, η Αθήνα μπήκε οριστικά στον δρόμο της κατάρρευσης. Τους επόμενους δύο αιώνες ακουγόταν μόνον σαν Φιλοσοφική Σχολή. Όμως  ο σπόρος που φύτεψε ο φιλόσοφος μέσα στην Αττική γη δεν χάθηκε. Μεγάλωσε μέσα στα βιβλία του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη και αργότερα διαδόθηκε σε όλον τον κόσμο…
(Visited 18 times, 1 visits today)




Leave a Reply