Ὅπου λαλοῦν πολλὰ κοκκόρια….

Δὲν ξημερώνει ποτέ!

Δική μου θεώρησις!

Συμφωνεῖτε; Δὲν συμφωνεῖτε; Δὲν ἔχει σημασία…

Ἔξω ἐκεῖ στὰ κύματα εἶναι ἕνα πλοῖον. Ἀκυβέρνητο. 

Δὲν πέθανε ὁ καπετάνιος του. Οὔτε τὸ ἀνώτατον πλήρωμα πέθανε.

Γιὰ λόγους «δημοκρατικῆς» θεωρήσεως ὅμως καταργήθησαν. Δῆλα δή, ἀπεφάσισε τὸ κατώτερον πλήρωμα πὼς δὲν τοῦ ἀρέσει νὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν διοίκησι. 

Ἔτσι, ἕνα ξημέρωμα, σύσσωμον τὸ κατώτερον πλήρωμα ἐφόρμησε καὶ ἀπέκοψε τὸ ἀνώτερον ἀπὸ τὸν τομέα διοικήσεως. 

Ἀνέλαβε τὸ κατώτερον, οἱ πολλοί, οἱ δημοκρᾶτες τὴν διακυβέρνησι τοῦ πλοίου.  Ἡ ἡγεσία σύσσωμη κλειδώθηκε στὸ ἀμπάρι. 

Τότε ξεκίνησαν νὰ συμβαίνουν ὅλα ὅσα ἔως τότε δὲν συνέβαιναν. 

Γιὰ παράδειγμα, ὁ καπετάνιος ἤθελε νὰ ἔχῃ πάντα τὸ πλήρωμα σὲ ἑτοιμότητα. Νὰ εἶναι ἀνᾷ πάσᾳ στιγμὴ ἕτοιμον νὰ ἀντιπαρέλθῃ ὁποιονδήποτε κίνδυνον. Νὰ εἶναι ἑτοιμοπόλεμον καὶ συνεπῶς ἀνᾷ πάσᾳ στιγμῇ ἔτοιμον νὰ ὑπερασπιστῇ τὴν ἐλευθερία του. 

Κάθε πρωΐ γίνονταν γυμνάσια ἑτοιμότητος. Ἀμέσως μετὰ μάθημε ἐπιβιώσεως σὲ δυσμενεῖς συνθῆκες. Ἀκολουθοῦσε μάθημα γεωγραφίας, ἱστορίας, φυσικῆς, μαθηματικῶν… Γενικῶς, ὁ καπετάνιος ἦταν λίγο «λοξός» καὶ ἐπιθυμοῦσε νὰ καταστήσῃ κάθε μέλος τοῦ πληρώματος ἱκανὸν καὶ ἄξιον νὰ ἀντιμετωπίσῃ ὁποιανδήποτε κατάστασι κινδύνου.  Νὰ «ὁδηγήσῃ» τὸ κάθε μέλος τοῦ πληρώματος σὲ ἐπίπεδα τέτοια γνωσιακά, ποὺ νὰ μπορῇ ἀπὸ μόνος του ὁ καθεῖς νὰ κυβερνήσῃ σὲ περίπτωσι ἀνάγκης ἕνα πλοῖο. 

Ἡ κατάκλυσις γινόταν νωρίς. Δὲν ὑπῆρχαν ἐορτὲς καὶ γλέντια καὶ ξενύχτια παρὰ μόνον σὲ ἐπίπεδα τέτοια ποὺ νὰ μὴν ἀλλοιώνουν τὴν ὑπάρχουσα διαβίωσι. Δῆλα δή, τὸ πλήρωμα εἶχε τὰ γλεντάκια του, ἀλλὰ μὲ μέτρο καὶ μὲ ὅρια. 

Αἴσθησις ἰσονομίας, ἐλευθερίας καὶ δικαιοσύνης ἐπικρατοῦσαν. Ὄχι μὲ ἐκεῖνον τὸν συναισθηματισμὸ ποὺ σήμερα γνωρίζουμε. Ὄχι φυσικά. Ὅλοι ἴσοι ἔναντι στὸν νόμο, ἰσοκρινόμενοι καὶ μὲ δικαία ἀντιμετώπισι. Ἴσως αὐτὸ νὰ μὴν ἄρεσε σὲ ὅλους. Ἀλλὰ ἐπέφερε ἰσορροπίες καὶ σύμπνοια. 

Κάθε ἕνας ἀπὸ τὸ πλήρωμα ποὺ ἐκπαιδευόταν καταλλήλως, μποροῦσε νὰ «ἀναλάβῃ» δικό του πλοῖο. Ἀλλὰ γιὰ νὰ συμβῇ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ παραμένῃ δεσμευμένος στὶς ὑποχρεώσεις καὶ στὸ πρόγραμμα ποὺ ἔθετε ὁ καπετάνιος.  

Συνθῆκες δυσνόητες γιὰ ἐμᾶς ποὺ διαβιοῦμε κάπως πιὸ ….χαλαρὰ καὶ χύμα ἔναντι τῶν καταστάσεων. Ἐὰν τεθῇ κάποιος κίνδυνος, τότε μόνον στύβουμε τὸ  μυαλό μας νὰ κατεβάσῃ ἰδέες γιὰ νὰ ἐξέλθουμε ἀπὸ τὴν δύσκολη θέσι. Ἔως ἐκείνην τὴν στιγμὴ εἴμαστε τράλα ρί καὶ τράλα ρό. Σὲ αὐτὸ τὸ πλοῖο ὅμως ὁ καπετάνιος ἐκπαίδευε ἅπαντες γιὰ νὰ μποροῦν νὰ προλαμβάνουν τὸ πρόβλημα, γνωρίζοντας ἐκ τῶν προτέρων τὴν λύσι του. Περίεργα πράγματα ὅμως… Δὲν συμφωνεῖτε;

Ὅπως λοιπὸν προανέφερα, ὁ καπετάνιος φυλακίστηκε μαζὺ μὲ τὸ ἀνώτερον πλήρωμα. Στριμώχτηκαν σὲ ἕνα ἀμπάρι καὶ κάαααααααθονταν! Εἶχε καὶ τὰ καλά της αὐτὴ ἡ ἐξέλιξις. Εἶχαν ἀπεγκλωβιστεῖ ἀπὸ τὶς εὐθῦνες. Εἶχαν ξεκουραστεῖ. Εἴχαν τζᾶμπα φαΐ. Ὕπνο ἄφθονο. Κουβεντούλα. Χαλάρωσι… Γενικῶς, τὸ ἀνώτερον πλήρωμα, παρὰ τὴν φυλακή του, ἀντιλαμβανόταν πὼς γλεντοῦσε περισσότερο ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ διαβιοῦσαν στὸ κατάστρωμα «ἐλεύθεροι». Ἄραξαν λοιπὸν ἐκεῖ καὶ σιωποῦσαν. 

Στὸ κατάστρωμα γινόταν στὸ μεταξὺ τῆς τρελλῆς. Ὅλα ὅσα ἔως τότε «ἀπαγορεύονταν» ἔγιναν καθημερινότης. Γλέντια, ξενύχτια, ἀγοραῖος ἔρως, καυγᾶδες, κλωτσιές, μπουνιές… Τέλος καὶ στὸ «σχολεῖο» τοῦ καπετάνιου. Ποιός νοιαζόταν; Καὶ γιατί νὰ νοιαστῆ; Ἔτσι κι ἀλλοιῶς, θεωρητικῶς πάντα, ὁ «λοξὸς» αὐτὸς καπετάνιος θὰααααα δημιουργοῦσε κάαααααποτε μερικοὺς ἀκόμη καπεταναίους. Δῆλα δή, θὰααααααα διοικοῦσαν κάαααααποτε οἱ θὰαααααα καπεταναῖοι τὰ θὰαααα δικά τους πλοῖα. Καὶ γιατί νὰ περιμένουν; Τώρα διαφέντευαν κι ὅριζαν τὸν ἑαυτόν τους θαυμάσια. Κάπου κάπου κατάφερναν καὶ ἐπέβαλλαν τὴν ἄποψίν τους σὲ μερικοὺς ἀκόμη, καὶ τότε σχηματιζόταν μία ὁμάδα. Συνήθως ὑπῆρχαν κι ἄλλες ὁμᾶδες. Ὅμως ἐπεί δή στὸ πλοῖο οὐδεῖς διοικοῦσε, ὅλες οἱ ὁμᾶδες ἤθελαν νὰ ἀναλάβουν τὴν διοίκησι. Ἐναλλάσσονταν λοιπὸν κατὰ καιροὺς στὴν διοίκησι ἀλλὰ πάλι κάτι ἔλειπε.  Τὸ ταξείδι εἶχε γίνει ἄσκοπον!!!

Στὸ μεταξύ, γλέντια, πόρνες, τζόγος ἦταν τὰ βασικὰ ἐνδιαφέροντα τοῦ λοιποῦ κατωτέρου πληρώματος. Τὸ ὁποῖον κατώτερον πλήρωμα διέθετε πλέον καὶ τὴν ἐλευθερία ποὺ τόσο ποθοῦσε, καὶ τὴν αὐτοδιάθεσι καὶ κανέναν καπετάνιο. Διότι, κακὰ τὰ ψέμματα, αὐτὲς οἱ ὁμαδοῦλες ποὺ κατὰ καιροὺς ἔπιαναν τὸ πηδάλιον στὰ χέρια τους, δὲν γνώριζαν τίποτα ἀπὸ ἀνωτάτη καπετανική. Ἔτσι καὶ τὸ πλοῖον παρέμενε ἀκυβέρνητον καὶ τὸ πλήρωμα σάπιζε. 

Κάποιες φορὲς τὸ πλοῖον ἔπεφτε σὲ καταιγίδες. Τότε ἡ ἐκάστοτε ὁμὰς ποὺ «τύποις κυβερνοῦσε» κρυβόταν στὰ ἀμπάρια ἢ ἔμπαινε σὲ λέμβο σωτηρίας γιὰ νὰ γλυτώσῃ. Κάποιες ἄλλες φορὲς ὁ ἥλιος στέγνωνε τὰ νερὰ καὶ τὸ πλοῖον χαλαρὰ πηγαινοερχόταν ἄσκοπα στὶς θάλασσες. Κάποιες ἄλλες, κάποιος ὕφαλος, κάποιο ἐμπόδιον ἀνέκοπτε τὴν τυχαία του πορεία. Τότε τὸ πλοῖον προσάραζε καὶ ἀνέμενε ἀπὸ τὴν φύσι νὰ «γιατρέψῃ» τὶς πληγές του. Ἢ ἐὰν κάποιος ἀπὸ τὸ κατώτερον πλήρωμα μποροῦσε νὰ βρῇ  τυχαίως τὴν  αἰτία τοῦ ῥήγματος, τὴν μπάλωνε ὅπως ὅπως… 

Γενικῶς τὸ πλοῖον ἦταν ἀφημένον στὴν τύχη του. Καλή; Κακή; Εἶχε σημασία; Ἔτσι κι ἀλλοιῶς οὐδεῖς νοιαζόταν. Τὸ μόνον ποὺ τοὺς ἐνδιέφερε ὅλους ἦταν νὰ περνοῦν καλά καὶ νὰ μὴν ἔχουν καπετάνιο ἐπὰνω ἀπὸ τὰ κεφάλια τους! Ὅσο περνοῦσαν καλά, ἂς ἦταν ἀκυβέρνητον τὸ πλοῖο, ἐτοιμόρροπον ἢ πλαγιαστόν. Σκασίλα τους. 

Κάποιες φορὲς ἔφθασαν πειρατές καὶ τὸ κατέλαβαν. Μεγάλο μέρος τοῦ πληρώματος τὸ πέταξαν στὴν θάλασσα ἢ τὸ ἔσφαξαν. Ἀλλὰ οἱ πειρατὲς δὲν γνώριζαν τὸ γιατὶ κάποιοι ἦταν στὸ ἀμπάρι. Ἔτσι κι ἀλλοιῶς, μετὰ ἀπὸ τόσον καιρὸ ποὺ πέρασε, εἶχαν γίνει ἀγνώριστοι. Ὡς κοινοὶ ἐγκληματίες φάνταζαν στὰ μάτια ὅσων τοὺς ἀντίκρυζαν. Γένια ἔως τὸν ἀστράγαλο, μπόχα, λιωμένα ῥοῦχα… Μία ἀηδία ἦταν νὰ τοὺς βλέπῃς. Ξανακλείδωναν λοιπὸν οἱ πειρατὲς τὰ ἀμπάρια, κι ὅταν τὸ θυμοῦνταν, πέταγαν ἔνα παξιμάδι στοὺς λησμονημένους. 

Κάποιες ἄλλες φορὲς, κάποιοι ἀπὸ τὸ πλήρωμα ποὺ εἶχε διαφύγει ἀπὸ τὴν πειρατικὴ εἰσβολή, κατάφερναν κι ἐπέστρεφαν καὶ ἐπανακτοῦσαν τὴν διακυβέρνησι τοῦ πλοίου. Πέταγαν τοὺς πειρατὲς στὴν θάλασσα ἢ ἔκαναν συμφωνίες μαζύ τους νὰ τελοῦν ὑποτελεῖς στοὺς πειρατές καὶ νὰ διατηροῦν μίαν τυπικὴ αὐτοδιαχείρισι. 

Καὶ πήγαινε τὸ πλοῖον βάσει τῶν διαθέσεων τῶν ῥευμάτων. Δίχως λογικήν, δίχως στόχον, δίχως δρομολόγιον. Ἔτσι, στὴν τύχη… Καλὴ ἢ κακή, ἀναλόγως τῶν καιρικῶν φαινομένων καὶ τῶν ἐξωτερικῶν κινδύνων. 

Κάποιαν ἡμέρα ὅμως τὸ πλοῖον εὑρέθῃ ἐντὸς μίας παγίδας. Μίας περίεργης παγίδας. Κάτι σὰν τὴν Σκύλα καὶ τὴν Χάρυβδη τοῦ Ὁμήρου. Οὐδεῖς κατάλαβε πῶς παγιδεύθηκε τὸ πλοῖο. Οὔτε μποροῦσαν νὰ ὀπισθοχωρήσουν γιὰ νὰ τὸ βγάλουν ἀπὸ τὴν τόσο καλὰ δομημένη αὐτὴν παγίδα. Τὰ ῥεύματα ἦταν δυνατά, ἐπικίνδυνα καὶ διαρκῶς δυνάμωναν. Ὁ ἄνεμος ἐπίσης οὔρλιαζε ἐπάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια τους καὶ διαρκῶς ἄλλαζε κατεύθυνσι, καθιστώντας τὸ πλοῖο καρυδότσουφλον. Τὰ κύματα ἀπὸ τὴν μίαν στιγμὴ στὴν ἄλλην ἐδιπλασιάζοντο… Κι ἐμπρὸς, κάπου ἐκεῖ στὸ βᾶθος, ἕνας βράχινος πανύψηλος τοῖχος, ἕτοιμος νὰ διαλύσῃ τὸ πλοῖον σὲ καδρόνια, πανιά καὶ σᾶρκες.

Πανικός στὸ κατάστρωμα! Νὰ τρέχουν ὅλοι δεξιὰ κι ἀριστερὰ καὶ νὰ οὐρλιάζουν. Νὰ πιάνουν τοὺς ὁμαδᾶρχες καὶ νὰ τοὺς δέρνουν ἢ νὰ τοὺς κρεμοῦν. Νὰ ἀναζητοῦν διέξοδο ἀλλὰ νὰ ἀντιλαμβάνονται πὼς δὲν ὑπάρχει. 

Ὑστερία! Τὸ ἀκυβέρνητον πλοῖον σιγὰ σιγὰ μετατρεπόταν σὲ ὑγρὴ φυλακή. Σὲ ὑγρὸ φέρετρον γιὰ ὅλους. Σὲ θάλαμον θανάτου! 

Τότε κάποιος θυμήθηκε τὸν καπετάνιο. Χρόνους καὶ χρόνους στὰ ἀμπάρια, εἶχε ξεχαστεῖ κι αὐτὸς καὶ ἡ παρέα του. Ἔτρεξε νὰ τὸν βρῇ, νὰ τοῦ ζητήσῃ βοήθεια. Ὁ καπετάνιος χαμογέλασε. Γιατί νὰ νοιαστῇ; Τί θὰ κέρδιζε ὁ ἴδιος; Ἐλευθερία; Μὰ εἶχε ἐλευθερία μεγαλυτέρα μέσα στὴν φυλακή του. Γιατί νὰ χάσῃ τὴν βολή του, τὴν ἡσυχία του καὶ τὴν ἀνεμελιά του; «Ὄχι», ἀπῂντησε, «δὲν ἔρχομαι, εἶμαι καλὰ ἐδῶ.»… 

«Μὰ θὰ πεθάνῃς κι ἐσύ» τοῦ ἀπαντᾶ ὁ κάποιος..

«Ἔ καί; Ἔτσι κι ἀλλοιῶς γιὰ νεκρὸς λογίζομαι τόσους χρόνους», ἀπαντᾶ ὁ καπετάνιος.

«Μὰ θὰ σώσῃς τὸ πλήρωμα» ξαναλέει ὁ κάποιος. 

«Γιατί; Γιὰ νὰ μὲ ξανὰ-ἀνατρέψῃ»; ῥωτᾶ ὁ καπετάνιος.

«Γιὰ νὰ μὴν χαθῇ τὸ πλοῖο» συμπληρώνει ὁ κάποιος.

«Τέτοιο ποὺ κατῂντησε, ἂς σωθῇ μόνο του» ἀπαντᾶ ὁ καπετάνιος κι ἐπιστρέφει στὴν φυλακή του. 

Ἀνεβαίνει στὸ κατάστρωμα ὁ κάποιος καὶ μεταφέρει σὲ ὅλους τὸν διάλογο. Ἔτρεχαν τότε ὅλοι καὶ παρακαλοῦσαν, εἶτε μόνοι τους, εἶτε σὲ παρέες τὸν καπετάνιο. Ἀνένδοτος αὐτός. 

Καὶ ὅταν κατάλαβαν πὼς ἀπὸ ἐκεῖ βοήθεια δὲν ἔρχεται, ξανὰ καταπιάστηκαν νὰ ἀνακαλύψουν μόνοι τους τρόπους γιὰ νὰ ξεφύγουν ἀπὸ τὴν παγίδα ποὺ μόνοι τους ἔπεσαν. 

Φαντάζεστε τί ἔγινε ἐκεῖ; Τῆς κακομοίρας! Κοκκόρια νὰ δεῖτε… Ἀμέτρητα! Ὅλοι ἢθελαν νὰ δοκιμάσουν. Ὅλοι ἤξεραν. Ὅλοι μαζὺ θὰ μποροῦσαν…

Ἐγὼ ἔφυγα ἀπὸ τὸ πλοῖο τους. Βαρέθηκα νὰ περιμένω νὰ δῶ τὸ τέλος. Θὰ ἐπιστρέψω ἀργότερα, ὅταν θὰ πλησιάζῃ τὸ τέλος τὸ πραγματικό. Πρὸς ὥρας οἱ ἐπίδοξοι καπεταναῖοι, ποὺ μόνον καπεταναῖοι δὲν εἶναι, σκοτώνονται γιὰ τὸ ποιός ἢ ποιοί θὰ ἀναλάβουν νὰ βγάλουν τὸ φίδι ἀπὸ τὴν τρούπα του. Ἐπεί δή ὅμως μόνον καπεταναῖοι δὲν εἶναι, τὸ βλέπω τὸ πλοῖο νὰ τσακίζεται ἐντὸς ὁλίγου.  Θὰ μοῦ πεῖτε ἴσως πὼς κι ὁ καπετάνιος κινδυνεύει. Καὶ τὸ ἀνώτερον πλήρωμα ἐπίσης. 

Ξέρετε τί ἔμαθα ὅσην ὥρα ἤμουν ἐπάνω στὸ πλοῖο καὶ κατέγραφα τὶς λεπτομέρειες αὐτῆς τῆς ἱστορίας; Ἔμαθα πὼς ὁ καπετάνιος καὶ τὸ ἀνώτερον πλήρωμα ἔχουν τρόπο διαφυγῆς καὶ δομήσεως νέου πλοίου. Ἢ ἀκόμη καὶ διασώσεως τοῦ πλοίου.  Ἀλλὰ δὲν θέλουν ἀκόμη νὰ τὸ πράξουν. Θέλουν νὰ δοῦν ἐὰν οἱ «δημοκρᾶτες», τὰ κοκκόρια, οἱ ὁμαδᾶρχες ἔχουν κρατήσει κάτι ἀπὸ τὰ παλαιὰ ἐκεῖνα μαθήματα. Ἐὰν ὄχι, τότε εἶναι δικό τους θέμα καὶ πρόβλημα. Πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσουν ἢ νὰ μὴν ἀντιμετωπίσουν τὸν κίνδυνο μόνοι τους. Ὅπως δῆλα δή τοὺς ἀξίζει. Θὰ κοιμηθοῦν ἐκεῖ ποὺ ἔστρωσαν. Θέλουν δὲν θέλουν. Κι ἐὰν τοὺς μέλλῃ νὰ πνιγοῦν, ἂς πνιγοῦν…  Ἐὰν πάλι συνειδητοποιήσουν τὴν βλακεία τους…. Τότε τὸν δρόμο τὸν ξέρουν… Ἀλλὰ τὸν καπετάνιο νὰ τὸν βάλουν στὴν διαδικασία νὰ «πείσῃ» γιὰ τὸ ἀδιαπραγμάτευτον  τῶν γνώσεών του… Τς… Δὲν θὰ τὸ κάνῃ. Αὐτὸς ἕναν τρόπο διακυβερνήσεως τοῦ πλοίου γνωρίζει. Κι ὅσα χρόνια τὸν ἐφῂρμοζε, ὅλα δούλευαν ῥολόι. Ὁ ἄλλος τρόπος, τῶν πολλῶν, τῶν κοκκοριῶν, ἔως τώρα δὲν δούλεψε. Ἐὰν δουλέψῃ, τότε δικό τους τὸ δικαίωμα στὴν ἐπιβίωσι καὶ στὴν διάσωσι. Ἐὰν ὄχι… Τότε τί;

Φιλονόη  

Σημείωσις:

Ἡ ἀνωτέρῳ ἱστορία εἶναι ἀληθής. Τὸ κοκκορομάζωμα ἐπίσης. «Μοῦ βγῆκε» μετὰ ἀπὸ ἕναν διάλογο μὲ τὴν καλή μου φίλη Σ. Διαφωνήσαμε σὲ κάποια σημεῖα ἀλλὰ δὲν εἶχε κανέναν νόημα νὰ τὴν πείσω.  (Γιατί νὰ τὴν πείσω ἄλλως τε; Ὁ καθεῖς ἐξ ἡμῶν ἔχει τὶς ἀπόψεις του, τὶς θεωρήσεις του καὶ τὰ ὄνειρά του. Καὶ οὐδεῖς ἐξ ἡμῶν χρειάζεται καπεταναίους.)

Ἔτσι κι ἀλλοιῶς, κατ’ οὐσίαν, ὅλοι μας σὲ ἕνα κατάστρωμα εἴμαστε καὶ τρέχουμε πανικόβλητοι. Ποιός εἶναι ὁ καπετάνιος; Τί μπορεῖ νὰ πράξῃ; Μὲ ποιόν τρόπο θὰ βγάλῃ τὸ πλοῖο ἀπὸ τὴν ὑγρή του παγίδα;

Ξέρετε κάτι; Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει πλέον. Ἐὰν τοῦ «πρέπει» τοῦ πλοίου νὰ χαθῇ ἀπὸ προσώπου γῆς, ἂς τὸ πάθῃ. Ὁ καπετάνιος θὰ φτιάξῃ ἄλλο καὶ θὰ τὸ πάῃ ἐκεῖ ποὺ πρέπει. (Ἂν καὶ προσωπικῶς πιστεύω πὼς θὰ τὸ σώσῃ στὸ τέλος.)  Διότι μόνον αὐτός, καὶ κάθε ἄξιος καπετάνιος ἐπίσης, ξέρει νὰ κυβερνᾶ πλοῖον. Οἱ μοῦτσοι καπεταναῖοι δὲν γίνονται. Κι ἂς τὸ ἐπιθυμοῦν κι ἄς τὸ πασχίζουν κι ἂς τὸ  …κλέβουν!   

φωτογραφία

Πρώτη δημοσίευσις 29 Ἰουλίου 2011

(Visited 12 times, 1 visits today)




Leave a Reply