Ἔλα παπποῦ μου νὰ σοῦ δείξω τὰ ἀμπελοχώραφά σου.

Ἔλα παπποῦ μου νὰ σοῦ δείξω τὰ ἀμπελοχώραφά σουΑὔγουστος…
Ὁ μήνας τῆς Παναγίας γιὰ πολλούς….
Γιὰ τοὺς Ποντίους εἶναι ὁ μήνας τῆς Παναγίας στὴν Σουμελᾶ.
Σημεῖον σύμβολον. Σημεῖον σταθμός, ἀλλὰ δυστυχῶς, σημεῖον ποὺ πλέον δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴμν πραγματικὴ φύσιν τῶν Ποντίων.

Κάθε χρόνο, ὅλο καὶ περισσότεροι, τραβοῦν κατὰ ἐκεῖ γιὰ νὰ «πληρώσουν»  ἕνα εἶδος τάματος.
Μὲ πονάει αὐτό.
Θὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω μὲ ἕνα παράδειγμα, μήπως καὶ καταφέρουμε νὰ συνεννοηθοῦμε κάπως.
Διότι ὅταν ὁ ἕνας τραβᾶ ἀπὸ ἐδῶ κι ὁ ἄλλος ἀπὸ ἐκεῖ, τότε τὸ μόνον ποὺ καταφέρνουμε εἶναι νὰ μεγαλώνουμε τὸ χάος ποὺ ἤδη ἐπικρατεῖ στὴν ζωή μας. Καὶ εἶναι μεγάλο τὸ ἄτιμο… Ἀπέραντο…

Ἔρχεται λοιπὸν κάποιος καὶ μὲ ξεσπιτώνει.
Μὲ κτυπᾶ, μὲ βιάζει, μὲ πετᾶ αἱμόφυρτη στὸν δρόμο, μαζὺ μὲ λίγα ἀπὸ τὰ παιδιά μου, διότι τὰ περισσότερα τὰ ἔσφαξε ἐμπρὸς στὰ μάτια μου.
Μαζύ τους ἔσφαξε τὸν πατέρα μου, τὴν μάνα μου, τὸν ἄντρα μου, τὰ ἀδέλφια μου.
Καὶ σώθηκα μόνον ἐγώ, μὲ λιγοστά ἀπὸ τὰ παιδιά μου, ἀκριβὸς μάρτυρας τῆς κτηνωδίας του.

Βγαίνω στὸν δρόμο κομματιασμένη, ὀρφανεμένη,  ματωμένη.
Νύκτα…
Καταφέρνω καὶ περνῶ ἀπέναντι. Φθάνω στοῦ γείτονος τὸ σπίτι, μακρινοῦ μου συγγενοῦς…
Μὲ λυπᾶται αὐτὸς καὶ μὲ μαζεύει. Μοῦ δένει τὶς πληγές, ταΐζει τὰ ὀρφανά…
Καὶ μετά, στέκομαι ἀπέναντι, κάθε στιγμή μου, καὶ κυττῶ ξελιγωμένα τὸ καταπατημένο σπίτι μου καὶ τὸν κλέφτη.

Ὅταν κυλοῦν λίγο τὰ χρόνια, πιάνω κουβέντες μὲ τὸν καταπατητή.
Τοῦ πάω καὶ δωράκια κάπου κάπου, ἔτσι, νὰ τὸν καλοπιάσω.
Ἔχω ξεχάσει, ἤ προσποιοῦμαι πὼς ἔχω ξεχάσει, τὴν ἀτασθαλία.
Κι ἀν τὶ νὰ τὸν κυττῶ μὲ ἀγριεμένο μάτι, ἀν τὶ νὰ τοῦ θυμίζω κάθε στιγμὴ πὼς εἶμαι ζωντανή, ἀν τὶ νὰ τὸν θωρῶ μὲ βλέμμα ἀετήσιο, ἐγὼ τὸν κυττῶ μὲ βλέμμα παρακαλετό… Μήπως καὶ μὲ λυπηθῇ…
Διότι ἐὰν μὲ λυπηθῇ θὰ μὲ ἀφήσῃ νὰ μπῶ μέσα στὸ σπίτι…
Θὰ ξαναπερπατήσω στὸ σαλόνι…
Θὰ ξαναχαϊδέψω τὰ κουζινικά μου…
Θὰ καταφέρω νὰ χαζέψω τὸν δρόμο ἀπὸ τὰ παράθυρά μου…

Ζήτουλας κατήντησα λίγων περισσευμάτων…
Ἔχασα τὴν Φύσιν μου…
Παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ ἀπὸ τὸν βιαστή μου νὰ βιώνω καθημερινῶς τὸν βιασμό μου…
Σὰν νὰ τοῦ λέω: «Περασμένα ξεχασμένα… Ἐγὼ μόνον τὰ ἀντικείμενα ἔχω ἀνάγκη νὰ ἀγγίζω…  Ὅλα τὰ ἄλλα δικά σου! Τὸ κορμί μου, ἡ σκέψις μου, ἡ ζωή μου…» 

Καὶ κυλοῦν οἱ ἡμέρες, οἱ μῆνες, τὰ χρόνια… 
Ἀπέναντι πάντα παραμένει ὁ βιαστής, φονιάς, κλέφτης.
Ἀλλὰ δὲν νοιάζομαι πιά…
Σὲ λίγο θὰ τοῦ πληρώνω κι ἐνοίκιο γιὰ νὰ μοῦ ἐπιτρέπῃ μίαν φορὰ τὸν χρόνο νὰ περιδαιβαίνω στὰ δωμάτια. 
Τέτοιος κατήντησα…
Τέτοιοι καταντήσαμε.

Κάθε χρόνο οἱ βιασμένοι, λεηλατημένοι, δολοφονημένοι γυρνοῦν, ὥς ἄλλα στοιχειά, στὸν τόπο τῆς σφαγῆς τους.
Ὄχι, δὲν γυρνοῦν ὑπερήφανα. Σὰν ζήτουλες ἐπιστρέφουν.
Φαντάσματα ἔγιναν… Ὄχι ὅμως γιὰ νὰ τρομάζουν τὸν ἐγκληματία… Γιὰ νὰ τὸν παρηγοροῦν.  

Κανένας δὲν ἀνοίγει τὸ στόμα του νὰ πῇ τὴν ἀλήθεια… «Αὐτὰ εἶναι δικά μου! Μοῦ τὰ ἔκλεψες! Δικά μου!!! Τοῦ πατέρα μου! Τῆς μάνας μου! Τῆς γενεᾶς μου!!!» 
Ὅλοι κυττοῦν ἔτσι, σὰν ζητιᾶνοι καὶ σὰν ἐπισκέπτες. Ὄχι σὰν φυσικοὶ δικαιοῦχοι.
Ἄλλοι πάλι τριγυρνοῦν σὰν φαντάσματα, σὰν Ἐρινῦες, στὸν τόπο. 
Μπαίνουν  σὲ ἐκκλησιές, ἀνεβαίνουν σὲ βουνά, κατεβαίνουν σὲ χαρᾶδρες…. 
Πήγαινουν καὶ ξαναπηγαίνουν κάθε χρόνο, σὰν σκιές….
Φαντάσματα ἑνὸς ἄλλου κόσμου… Ὄχι αὐτοῦ ποὺ τώρα πατοῦμε…. 

Καί τί ἔπρεπε νά κάνουν δῆλα δή; Νά θυμοῦνται μέ μίσος; Νά κρατοῦν ὥς ἐχθρό τόν ἐχθρό; Νά λαχταροῦν, ὥς ἄλλοι Σουλιῶτες, τά γονικά τους;  Ἤ νά τραβήξουν μία γραμμή καί νά σβήσουν γιά πάντα τό χθές;
Νά τά ξεχάσουν ὅλα ἤ νά τά θυμοῦνται ὅλα;

Ἐγὼ ἕνα πρᾶγμα ἔμαθα ἀπὸ τὴν μάνα γενεά μου. 
Νὰ στέκω ὀρθή. Νὰ παλεύω ἔως τὴν τελευταία μου ἀνάσα γιὰ νὰ μένω ἐλεύθερη, ὄχι γιὰ νὰ προσκυνῶ!

Οἱ Σουλιῶτες, ὅταν μετὰ ἀπὸ δόλο τοῦ Ἀλῆ ἐγκατέλειψαν τὸ Σούλι,  ξαναγύρισαν μόνον γιὰ νὰ πολεμήσουν, μήπως καὶ τὸ ξαναπάρουν πίσω. Ὅταν ἔχασαν κι αὐτὲς τὶς μᾶχες δὲν ξαναπάτησαν ΠΟΤΕ στὰ μέρη ἐκεῖνα. Παρακαλετὰ δὲν ἤθελαν νὰ διαβιοῦν στὴν Πατρίδα τους. Μόνον ἐλεύθερα μποροῦσαν νὰ τὸ κάνουν. Κι ἐλεύθερα θὰ συνέβαινε αὐτὸ μόνον μὲ τὸ τουφέκι στὸ χέρι. Ὄχι μὲ προσκυνήματα. Ἀλλὰ ἐμεῖς οἱ Πόντιοι προσκυνήσαμε!

Ἄλλως τέ, ὁ Θεμιστοκλῆς τὸ εἶπε ὁλόσωστα κάποτε:  Πατρίς του ἦταν οἱ διακόσιες τριήρεις, δῆλα δὴ ἡ Πόλις του.  Ὅταν ἡ Πόλις ἦταν ἐνωμένη, ὅπου κι ἐὰν ἦταν, τότε κανένας ἐχθρὸς δὲν τὴν ἀπειλοῦσε!
Ὅταν ὅμως ἡ πόλις σκόρπιζε, τότε χανόταν.
Ὅταν κάποια παιδιὰ τῆς πόλεως προσκυνοῦσαν τὸν κατακτητή, τότε ἡ πόλις χανόταν..
Ὅταν κάποια παιδιὰ τῆς πόλεως παρακαλοῦσαν γιὰ ἔλεος τὸν κατακτητή, τότε ἡ πόλις χανόταν…

Ἡ ἱστορία μας, ἐμᾶς τῶν Ποντίων, ἀλλὰ κι ὅλων τῶν Ἑλλήνων, ξεχειλίζει ἀπὸ αἷμα… Παντοῦ αἷμα… 
Μόνον τὶς φορὲς ποὺ προσκυνήσαμε ὅμως χάσαμε.
Μόνον τὶς φορὲς ποὺ σκύψαμε τὸ κεφάλι σκλαβωθήκαμε…
Μόνον τὶς στιγμὲς ποὺ ἀποδεκτήκαμε ὥς συνομιλητή μας τὸν ἐπίδοξον κατακτητή μας, γίναμε δοῦλοι…
Καὶ μᾶς ἄξιζε!
Διότι μόνον ὅποιος συλλογᾶται ἐλεύθερα συλλογᾶται καλά!

Τί ἀκριβῶς λοιπόν κάνουν τά δικά μας παιδιά; 
Προσκυνοῦν; Τραβοῦν νά συμβιβάσουν τά ἀσυμβίβαστα; Πασχίζουν νά πάρουν μερικά ψίχουλα ὥς τροφή τους;
Καί ποῦ εἶναι ἡ πραγματική πολεμική φύσις τῶν Ποντίων; Ποῦ εἶναι ἡ ἐλευθέρα σκέψις τους; Ποῦ εἶναι ἡ ἀνάγκη τους γιά αὐτοδιαχείρισιν;
Μήπως τελικῶς τώρα ὁλοκληρώνεται τό μέγαν ἔργον τοῦ ἀφανισμοῦ τῆς γενεᾶς μας; Μήπως τώρα, κάπου ἐδῶ κοντά, θά μπῇ ἡ τελεία;

Στὴν Θράκη, στὸ Αἰγαῖον καὶ ἰδίως στὴν Μεγίστη ὁ Τοῦρκος ἐπαναλαμβάνει τὰ ὅμοια.
Λαχταρᾶ αἷμα…  Διψᾶ!!! Ὅπως διψοῦσε πάντα!
Ἀξιώνει ἐκ νέου Γῆ καὶ Ὕδωρ…
Τὰ πολιτικὰ ἐκτρώματα ποὺ διεθέτουμε παραδίδουν τὰ πάντα, λὲς καὶ τοὺς ἀνήκουν.
Κι ἐμεῖς, οἱ περισσότεροι ἀπὸ ἐμᾶς τοὐλάχιστον, προσκυνημένοι, λοβοτομημένοι, ἀνήθικοι, τρέχουμε παρακαλῶντας τὸν σφαγέα τῆς γενεᾶς μας, νὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ περάσουμε μίαν ὥρα μέσα στὸ δικό μας σαλόνι, ποὺ ὅμως αὐτὸς μᾶς ἅρπαξε. 
Τέτοιοι γίναμε.. Τέτοιοι καταντήσαμε.
Τὴν ἴδιαν σιιγμὴ ποὺ αὐτὸς ὁ ἴδιος σφαγέας πασχίζει νὰ ἐπαναλάβῃ ἐκ νέου τὶς θηριωδίες του, ἐμεῖς τὸν κυττᾶμε ἠλίθια! 
Καλά νά πάθουμε λοιπόν;

Ναί, πάρα πολὺ καλὰ νὰ πάθουμε! 
Ἔτσι μᾶς ἀξίζει…
Διότι δὲν μάθαμε οὔτε ἀπὸ τὰ λάθη μας, οὔτε ἀπὸ τὰ πάθη μας,  ἀλλὰ οὔτε ἀπὸ τὶς ἀπώλειες.
Καλὰ νὰ πάθουμε..

Δὲν θέλω νὰ γίνομαι φορέας κακῶν εἰδήσεων.
Ἀλλὰ ἐὰν δὲν βάλουμε μυαλό, ἐὰν δὲν μαζέψουμε τὴν βλακεία μας, ἐὰν δὲν ἀφοσιωθοῦμε σὲ ὅλα αὐτὰ ποὺ θὰ μᾶς ξανακάνουν Ἕλληνες, εἶναι βεβαιωμένον πὼς θὰ ἀφανισθοῦμε ὥς ἄλλοι Συβαρίτες.

Βέβαια, ἐὰν τὸ δοῦμε ἀπὸ τὴν ὀρθή του ὀπτική, αὐτὸ ποὺ ἔχουμε εἶναι μία Σύβαρις. Ἑλλὰς δὲν εἶναι.
Γιὰ νὰ φτιάξουμε τὴν Ἑλλάδα πρέπει νὰ γίνουμε Ἕλληνες.
Ὅσο κι ἐὰν πονᾶ λοιπὸν κάτι τέτοιο, ναί, πρέπει νὰ γίνῃ.
Καὶ πολὺ κακῶς ἀσχολοῦμαι μὲ τοὺς προσκυνημένους. Πάρα πολὺ κακῶς! Ἔτσι κι ἀλλοιῶς χαμένοι γιὰ χαμένοι εἶναι!

Τὴν λευτεριὰ κάτι λίγοι, τρελλοί, ῥομαντικοί, μοναχικοὶ τὴν κατακτοῦσαν πάντα… 
Τὴν λευτεριὰ μόνον οἱ ἐλεύθεροι τὴν δικαιοῦνται καὶ τὴν ἀξίζουν!
Κι αὐτοὶ μόνον θὰ τὴν κατέχουν! 

Φιλονόη.  

Υ.Γ. 1. Πέτρες καὶ χῶμα εἶναι.. Μόνον πέτρες καὶ χῶμα! Ἡ Πόλις εἶναι ἐδῶ! Μέσα μας! Εἴμαστε ἐμεῖς! Ἤ τοὐλάχιστον θὰ μπορούσαμε νὰ εἴμαστε….  

Υ.Γ.2. Ὅταν κατῆλθαν οἱ Πέρσες στὴν Ἑλλάδα, βρῆκαν μόνον ἀπὸ τοὺς Ἀθηναίους καὶ λιγοστοὺς ἀκόμη ἀντίστασιν. Ἀπὸ Θράκη ἔως Θήβα εἶχαν προσκυνήσει ὅλοι. Κι ὅλοι ἔγιναν σκλᾶβοι. Μὰ ὅλοι!

Υ.Γ.3. Τὰ ἀμπελοχώραφα δὲν ἀνήκουν καὶ δὲν ἀνήκαν ΠΟΤΕ σὲ κανέναν μογγόλο. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν σημαίνει πὼς τοῦ ἀναγνωρίζουμε ἐξουσία ἔως τῆς στιγμῆς ποὺ θὰ χαθῇ ἀπὸ προσώπου γῆς. Οὐδέποτε δὲν ἀναγνωρίζουμε ἐξουσία στὸν παράνομο! Οὐδέποτε! Διότι ὅταν τοῦ ἀναγνωρίζῃς ἐξουσία τὸν νομιμοποιεῖς!

φωτογραφία

 

(Visited 40 times, 1 visits today)




Leave a Reply