Νά ξαναγίνουμε ἄνθρωποι, νά ξαναγίνουμε Ἕλληνες

Νά ξαναγίνουμε ἄνθρωποι, νά ξαναγίνουμε ἝλληνεςΖούσαμε στήν ὡραιότερη χώρα τοῦ κόσμου. Λαμπρός ἥλιος, ἀπέραντη γαλάζια θάλασσα, χρυσαφένιες παραλίες, βουνά γεμᾶτα ὅλων τῶν εἰδῶν τά δέντρα, εὔφορες πεδιάδες καί ὀροπέδια, ἀστείρευτες πηγές μέ γάργαρο νερό. Ξυπνοῦσες τό πρωί μέ τό τιτίβισμα τῶν πουλιῶν, ἄνοιγες τό παράθυρο καί γέμιζαν τά πνευμόνια σου μέ καθαρό ἀέρα.

Παλαιότερα, μετά τήν δύσι τοῦ ἥλιου οἱ νοικοκυρές καί τά παιδιά ἐκάθοντο στίς αὐλές ἤ στό ἄνοιγμα τῆς πόρτας καί συζητοῦσαν μέχρι νά πέσῃ γιά τά καλά ἡ νύχτα καί νά ἀρχίζουν νά νυστάζουν.

Τήν ἄλλη μέρα, πάλι ἀπό τήν ἀρχή. Δουλειά, σχολεῖο, περπάτημα, παιχνίδι μέχρι τό ἀπόγευμα.

Μύριζαν οἱ κουζίνες, συνεχῶς, ἀπό τά μαγειρέματα τῆς νοικοκυρᾶς στήν κουζίνα. Ζεστό ψωμί, κουλουράκια, καθημερινό φαγητό.

Ἔτσι ζοῦσαν οἱ ἄνθρωποι τότε. Ἔτσι ζοῦσαν οἱ Ἕλληνες τότε.

Κάπου κάπου ζήλευαν τούς «πολιτισμένους» λαούς. Αὐτούς πού ζοῦσαν σέ σπίτια κλουβιά. Μέ κλειδωμένα ἀκόμα καί τά συρτάρια μέσα στά σπίτια τους.

Αὐτούς πού ἐκάθοντο ὅλη μέρα σέ ἕναν καναπέ, μπροστά σέ ἕνα κουτί καί ἄκουγαν κάποιον ἠλίθιο πού μιλοῦσε, μιλοῦσε, μιλοῦσε………..ἀτελείωτες ὧρες. Πού ἔτρωγαν, ἐπιναν, ἔλυναν ὅλα τους τά προβλήματα, ἐκεῖ στόν καναπέ, μπροστά στό κουτί μέ τόν ἄνθρωπο πού μιλοῦσε, μιλοῦσε, μιλοῦσε………ἀτελείωτες ὧρες.

Οἱ «πολιτισμένοι» λαοί, ξένοι, εὐρωπαῖοι, ἀμερικανοί, γοητευμένοι ἀπό τήν ὀμορφότερη χώρα στόν κόσμο, ἤρχοντο τά καλοκαίρια καί ἀπολάμβαναν τίς ὀμορφιές τῆς πατρῖδος. Θά ἤθελαν κι ἐκεῖνοι νά ζήσουν ἐδῶ, ἀλλά δέν μποροῦσαν. Ζήλευαν τήν ὡραιότερη χώρα τοῦ πλανήτου, τόν τρόπο ζωῆς ἀλλά ἀγαποῦσαν καί τήν πατρίδα τους. Ἄλλωστε, δύσκολο πρᾶγμα τότε νά ἀλλάξῃς πατρίδα. Γερμανός γεννιόσουν, γερμανός πέθαινες, ἀμερικανός γεννιόσουν, ἀμερικανός πέθαινες. Εἶναι βλέπεις καί ὁ «ἐπιούσιος».

Κάποτε οἱ Ἕλληνες θέλησαν νά ἀλλάξουν τρόπο ζωῆς. Πῆραν ἀπόφασι νά μοιάσουν στούς εὐρωπαίους καί ἔτσι μπήκαμε στήν εὐρωπαϊκή κοινότητα. Φίλοι μας οἱ εὐρωπαῖοι, γεωγραφικά μᾶς ἐνώνει μία ἤπειρος. Ἔτσι ἐνωθήκαμε μέ τά «δεσμά τῆς φιλίας». Ἐμεῖς βάλαμε τήν φιλία κι αὐτοί τά δεσμά.

Ἡ σημερινή κοινωνία σέ ὅλα τά μήκη καί τά πλάτη τῆς γῆς, σκέφτεται μέ βάσι τό κέρδος. Κάθε λεπτό, κάθε δευτερόλεπτο πού περνᾶ πρέπει νά ἀποφέρῃ κέρδος. Δέν σκέφτεσαι πιά, τί ἔχεις ἀνάγκη νά πάρῃς, ἀλλά πόσο ἀξίζει.

Οἱ Ἕλληνες, σήμερα, ζοῦν μέ τήν ἀγωνία. Διεξάγουν ἕναν ἀγῶνα πού δέν ἔχει τελειωμό. Ὅσο δουλεύουν, τόσο περισσότερα κερδίζουν. Ἔτσι νομίζουν. Ὅσο περισσότερα κερδίζουν, τόσο περισσότερα πληρώνουν. Ἀκόμα καί τίς ὧρες τῆς ξεγνοιασιᾶς, τῆς ξεκουράσεως, τοῦ ὕπνου, τίς θυσιάζουν μπροστά στό βωμό τοῦ κέρδους. Στό τέλος; Πάντα χρεωμένοι εἶναι. Ἄλλοι κερδίζουν.

Μᾶς ψυχολόγησαν, μᾶς ἐξηπάτησαν. Μᾶς ἔμαθαν νά ζοῦμε κατά τά δικά τους πρότυπα. Ἦταν καί ἡ ξενομανία πού μᾶς ἔδερνε. Τό μεγαλύτερο έλάττωμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Εὐτυχῶς ὄχι ὅλων τῶν Ἑλλήνων καί «ἦρθε κι ἔδεσε τό γλυκό».

Μᾶς ἐκλεψαν τίς χρυσαφένιες παραλίες, τήν ἀπέραντη γαλάζια θάλασσα,  γιά νά λιάζουν τούς κώλους τους οἱ εὐρωπαῖο καί οἱ ἀμερικανοί. Γίναμε οἱ παραδουλεύτρες τῶν ξένων. καί εἴπαμε, δέν βαριέσαι. Πουλᾶμε καί κερδἰζουμε.

Μᾶς ἔκλεψαν τόν ἥλιο, τά καταπράσινα βουνα, τά γεμᾶτα ὅλων τῶν εἰδῶν τά δέντρα, τίς εὔφορες πεδιάδες καί τά ὀροπέδια, τίς πηγές μέ τά κρυστάλλινα νερά γιά νά «φυτέψουν» φωτοβολταϊκά καί εἴπαμε δέν βαριέσαι. Πουλᾶμε καί κερδίζουμε.

Τώρα θέλουν νά μᾶς κλέψουν καί τήν ψυχή, τήν καρδιά, τό μυαλό. Ἤδη ὡρισμένοι τά ἔχουν χάσει. Οἱ ἡγέτες (μή χέσω) καί οἱ ἀνρχοαριστερούληδες.

Γι΄ αὐτούς δέν ὑπάρχει μάνα Ἑλλάδα. Ἔχει πάψει νά ὑπάρχῃ προ πολλοῦ. Γι΄ αὐτούς ὑπάρχουν τά ξένα γεράκια. Οἱ γύπες τῆς εὐρώπης καί τῆς ἀμερικῆς. Οἱ Ἑβραῖοι, τό Βατικανό, οἱ λαθρομετανάστες. Ὅτι, γενικῶς, ἐξυπηρετεῖ τά σχέδια τῶν ξένων ἀφεντάδων. Ἔχουν χάσει τό λαϊκό ἔρεισμα καί στηρίζονται ἀπό διεθνεῖς ὀργανισμούς, ξένα ἁρπακτικά καί διεθνῆ συμφέροντα. Αὐτά τούς κρατοῦν ἀκόμα στήν ἐξουσία (λέμε τώρα).

Κάποτε θά γίνουμε ὅλοι σάν κι αὐτούς. Πόσο θά ἀντέξουμε ἀκόμα. Ἄλλωστε ἡ προπαγάνδα εἶναι ὁλόκληρη ἐπιστήμη. Ὑποδουλώνει ἔθνη καί λαούς. Τό ἔχουμε ζήσει τό «ἔργο».

Πιστεύω ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀνήκει στήν Φύσι. Ἡ Φύσις ἀνήκει στόν ἄνθρωπο. Θά προσπαθήσουν μαζί νά ἐπαναφέρουν τήν ἰσορροπία πού ἔχει διαταραχθῇ στόν πλανήτη.

Ἡ Φύσις ἔχει κανόνες ἀπαράβατους. Κανένας δέν μπορεῖ νά παρεμβαίνῃ στό ἔργο της. Κάποια στιγμή θά ἐπανέλθῃ ἡ ἰσορροπία στόν πλανήτη. Μπορεῖ νά περάσουμε πολύ δύσκολα χρόνια ἀλλά στό τέλος μᾶς περιμένει ἡ νίκη.

Νά ξαναγίνουμε ἄνθρωποι. Νά ξαναγίνουμε Ἕλληνες. Νά ξαναγίνουμε ἕνα μέ τήν Φύσι.

Θά νικήσουμε. Βλέπω τήν Νίκη νά ἔρχεται ἀπό μακρυά καί μοῦ χαμογελάει. Εἶναι σίγουρη.

Μινώταυρος

(Visited 25 times, 1 visits today)




Leave a Reply