Τὸν νοῦ σας, μὴν ξεχάσετε πὼς εἶστε Ἕλληνες…

 

Τὸν νοῦ σας, μὴν ξεχάσετε πὼς εἶστε Ἕλληνες...1

Η Κραυγή δεν είναι δική σου. Δεν μιλάς εσύ, μιλούν αρίφνητοι πρόγονοι με το στόμα σου. Δεν πεθυμάς εσύ· πεθυμούν αρίφνητες γενεές απόγονοι με την καρδιά σου.
Οι νεκροί σου δεν κοίτουνται στο χώμα. Γενήκαν πουλιά, δέντρα, αγέρας. Κάθεσαι στον ίσκιο τους, θρέφεσαι με τη σάρκα τους, αναπνές το χνότο τους. Γενήκαν ιδέες και πάθη, κι ορίζουν τη βουλή σου και την πράξη σου.
Ν. Καζαντάκης

Μάλιστα. Φτάσαμε το λοιπόν και στο σήμερα, που είναι χειρότερο από το χθες και περιμένουμε μάταια από το αύριο να μην είναι χειρότερο από το σήμερα. Και είμαστε σε αυτό το σημείο, επειδή εμείς το επιλέξαμε. Και το επιλέξαμε επειδή δεν αντέχαμε να αντισταθούμε. Έτσι καθημερινά γινόμαστε μάρτυρες, θύματα και θύτες μιάς αφόρητης μελαγχολίας, μίας απερίγραπτης μαζικής κατάθλιψης, βλέποντας γνωστούς ή αγνώστους να μην αντέχουν να συνεχίσουν την πορεία μέσα στο ολόγιομο τίποτα, μέσα στο ζωντανό σκοτάδι και μας αποχαιρετούν. Σχεδόν σε κάθε μας στιγμή βιώνουμε την αγωνία μην τυχόν και αρρωστήσουμε εμείς ή κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο, ενώ ταυτόχρονα ελπίζουμε πως θα αντέξουμε μέχρι την επόμενη ημέρα, χωρίς να γίνουμε πρωταγωνιστές μίας ακόμη θλιβερής είδησης.
 
Ψάχνουμε στα βάθη της καρδιάς μας να βρούμε τη δύναμη να σταθούμε όρθιοι, να μην λυγίσουμε, να αντέξουμε τα χτυπήματα και να συνεχίσουμε να προχωράμε στην ανηφόρα που μας είπαν πως δεν είναι ατελείωτη και πως μπορούμε να την διαβούμε. Ζούμε σε όλα εκείνα που κάποτε κοιτάζαμε σαν θεατές και που ποτέ δεν μας πέρασε από το νου πως θα έρθει η στιγμή να γίνουμε μέρη, θύματα ή θεατές της σχεδιασμένης αθλιότητας, του εξευτελιστικού βιοπορισμού και της συνεχούς ηθικής κατρακύλας. Ζούμε πίσω από ένα τοίχο που έχτισαν για να φυλακίσουν τις ζωές και το μυαλό μας και καθημερινά χάνουμε το κουράγιο να γκρεμίσουμε τον τοίχο ή να σκαρφαλώσουμε επάνω του, για να τον προσπεράσουμε και να πάμε στο μετά… Καθηλωμένοι στέκουμε απαθείς και βλέπουμε το εργοτάξιο που χτίζει την ζωντανή φυλακή μας, με υλικά από τις ζωές μας, με τα κορμιά των απογόνων μας.
 
Πότε θα ανοίξεις μάνα γη, να μας πάρεις από ετούτο το παράλογο που ζούμε;
Πότε θα τελειώσει αυτός ο ζωντανός εφιάλτης στον οποίο μας χτίζουν, με υλικά φτιαγμένα από το αίμα και από τα κορμιά μας;
 
Πειραματόζωο γίναμε όλοι μας σε ένα πείραμα χωρίς τέλος, σε ένα τεράστιο εργαστήριο της φρίκης, δεχόμαστε το ένα μετά το άλλο τα «γιατρικά» των νέων ανθρωπόμορφων τεράτων, των γιατρών της ασθένειας που μας φύτεψαν οι ίδιοι οι γιατροί μας. Ζούμε λοιπόν άλλοτε με βούρδουλα κι άλλοτε με ελπίδα, μέσα σε ένα σκηνικό θανάτου, με διαχειριστές της ζωής μας εκείνους που μας έχουν σπρώξει στον δρόμο χωρίς επιστροφή, στον εφιάλτη που έγινε σύντροφός μας.
 
Και οι δόσεις ελπίδας σου δίνονται είναι για να πιστέψεις στον δήμιό σου… πως μπορεί τάχατες να σε βγάλει από το πηγάδι που ο ίδιος σε έριξε! Κι εσύ θέλεις να πιστέψεις και ελπίζεις πως ο δήμιός σου θα σε λυπηθεί, πως το πείραμα θα τελειώσει, αφού οι αντοχές σου ξεπέρασαν το ανθρώπινο όριο.
Σε φοβίζει το αύριο, μα περισσότερο τρέμεις στην ιδέα πως μπορεί να δεις χειρότερα, πως μπορεί να ζήσεις όσα ούτε για τον εχθρό σου δεν σκέφθηκες ποτέ. Ζεις μέσα στην φρούδα ελπίδα, κομμάτι του πειράματος κι αυτή, που είναι έτοιμη να σε κατασπαράξει και να σε αφήσει σε εκείνο το φοβερό κενό, να αιωρήσαι απολύτως μόνος σου μέσα στο απόλυτο μηδέν!
 
Θεατής σε ταινία φρίκης, πρωταγωνιστής στην σκηνή του παραλόγου, χειροκροτητής του σκηνοθέτη που σε σπρώχνει στον αφανισμό.
 
Ζεις, μα εύχεσαι να μην ζούσες, να μην είχες δει πόσο χαμηλά μπορείς να πέσεις επειδή δεν πίστεψες σε σένα, επειδή ξέχασες τις διδαχές των προγόνων σου…
 
Ζεις και δεν μπορεί να φύγει από το μυαλό σου πως φτιάχτηκες να ζήσεις το χειρότερο. Δεν υπάρχει σωτήρας να σε πάρει, μόνο δήμιοι ξεπροβάλουν στο μοναχικό μονοπάτι του πόνου και του εξευτελισμού.
 
Ξέρεις πως μπορείς να πας αντίθετα, αλλά δεν πας, επειδή φοβάσαι πως η επιστροφή σου θα είναι χειρότερη από όσα μέχρι τώρα γνώρισες και μένεις να ελπίζεις πως ο δρόμος ετούτος τελειώνει…
 
Ανοίγεις τα μάτια σου κάθε πρωί και ξέρεις, πως είσαι νεκρός – ζωντανός, επειδή εσύ το επέλεξες, επειδή εσύ φοβήθηκες, επειδή εσύ δεν άντεξες να κοιτάξεις στον καθρέφτη σου, επειδή εσύ δεν μπόρεσες να μιλήσεις ειλικρινά με τον εαυτό σου.
 
Και ο δρόμος του πόνου στέκει μπροστά σου… Ανηφορικός, δύσκολος, με παγίδες, με θηρία που ξεπετάγονται για να σε καταβροχθίσουν. Αυτή είναι η δική σου καθημερινή ιστορία φρίκης. Και μένεις να ελπίζεις πως θα σε βρει το βράδυ, για να μπορέσεις να συνεχίσεις και αύριο πάλι στην ίδια φρίκη…
 
Ελεεινός διαβάτης, ανήμπορος τάχατες ασθενής, έτοιμος να δεχθείς να ζήσεις από τις ακαθαρσίες των βασανιστών σου… κι όμως συνεχίζεις την τρελή πορεία σου χωρίς να ξεχνάς πως δεν ήταν επιλογή σου. Δεν ξεχνάς όμως κι εκείνους που έμειναν πίσω, που δεν άντεξαν και προτίμησαν να παραδοθούν, να δώσουν τα κορμιά τους θυσία στον βωμό του παραλόγου, των κτηνοβατών, των παιδεραστών, των ανέντιμων και χωρίς καμία ηθική αναστολή βιαστών της ψυχής σου. Και χάσκουν οι γέροι κλαίγοντας για τα φάρμακα που δεν έχουν, μένουν μικρά παιδιά ατάιστα και πέφτουν τα κορμιά τους επειδή άλλη δύναμη δεν έχουν, ξεφτίσανε τα όνειρα και γίνανε δόσεις πρέζας που παραλογιζόμενοι κάποιοι ελπίζουν πως θα τους βοηθήσει να επιζήσουν σε αυτόν τον εφιάλτη.
Κι εσύ ανόητε άνθρωπε, επιμένεις να κάνεις κάθε μέρα το ίδιο, ελπίζοντας πως κάτι μπορεί να αλλάξει… Και το μόνο που αλλάζει είναι το βασανιστήριο που επιλέγει ο σαδιστής βασανιστής σου…
 
Σκύβεις, δεν αντέχεις να ακούς τις απελπισμένες κραυγές εκείνων που έπεσαν θύματα του βασανιστή σου.
 
Σκύβεις και δεν αντέχεις τις εικόνες που γίνονται σταθερή δόση παραφροσύνης στην καθημερινότητά σου.
 
Σκύβεις και θυμάσαι πως από τη μια στιγμή στην άλλη έγινες σκλάβος χωρίς να αντισταθείς και η περηφάνια σου χάθηκε μέσα στην προσβολή που σε τύλιξε χωρίς εσύ να προσπαθήσεις να την απομακρύνεις.
 
Τὸν νοῦ σας, μὴν ξεχάσετε πὼς εἶστε Ἕλληνες...2Ζεις το αδιανόητο, μέσα σε έναν ακήρυχτο πόλεμο με χιλιάδες νεκρούς, αλλά συνεχίζεις να θυμάσαι. Γι αυτό σε βασανίζει ο δήμιός σου, επειδή θυμάσαι. Επειδή πιστεύεις πως το δικό του τέλος θα έρθει πιο γρήγορα από το δικό σου.
 
Σκυμμένος καθώς είσαι σηκώνεις τα μάτια σου, δεν ικετεύεις, αλλά θυμάσαι πως σε ετούτο τον πόλεμο έγινες στόχος κι έμεινες μόνος. Σε ξέχασαν οι φίλοι, που έγιναν εχθροί, σε ξέχασαν οι εταίροι που ζητάνε να πληρωθούν με το αίμα και με τα κομμάτια του κορμιού σου, για το χρέος που εκείνοι έφτιαξαν για να σε εξοντώσουν.
 
Κι εσύ συνεχίζεις να θυμάσαι και κάνεις τους περιχαρείς βασανιστές σου να τρέμουν…
 
Ζεις το χειρότερο κι όμως συνεχίζεις να θυμάσαι ποιος είσαι κι από πού έρχεσαι…
 
Θυμάσαι το χρέος τιμής που έχεις στην ιστορία…
 
Θυμάσαι πως είσαι Έλληνας…
 
Και αυτό είναι που δεν πρέπει ποτέ να ξεχάσεις.
 
Γιατί αν ξεχάσεις και φύγεις από την ρίζα που σε γέννησε, τότε δεν θα σε κρατάει τίποτε από το να γίνεις ένα φύλλο που το πήρε ο άνεμος.
 
(Visited 11 times, 1 visits today)




Leave a Reply