Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης μας!

 

Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης μας!1Ἄλλα ἀναζητοῦσα στὸ διαδίκτυον κι ἄλλα βρῆκα. 
Καὶ στάθηκα νὰ ῥίξω μίαν ματιὰ στὴν χαμογελαστὴ γριούλα, ποὺ τόσο πολὺ μοιάζει στὴν δική μας τὴν γριούλα, τὴν γιαγιά μου… Ποὺ ὅμως εὐτυχῶς γιὰ ἐκείνην, τὴν χάσαμε…

Διάβαζα καὶ τὸ κείμενον… Ἔτρεμε ἡ γιαγιούλα… Ἔτρεμε… Μὰ χαμογέλασε μὲ ὅλην τὴν καρδιά της ὅταν μία ἄγνωστη φωνὴ τὴν ῥώτησε ἀπὸ ποῦ εἶναι… Μία φωνὴ μέσα στὸ κρύο… Καὶ λίγα λεπτὰ… Ἴσα γιὰ μίαν στιγμή…

Από πού είσαι;

Μουντό το σαββατιάτικο μεσημέρι, γεμάτη κόσμο η Ερμού, είπα να την κατέβω να μου φτιάξει λίγο το κέφι. Πάντα φτιάχνει το κέφι χαζεύοντας τον κόσμο, φτάνει να μη δεις πράγματα ακραία, παιδιά που ζητιανεύουν, ανάπηρους, κυνηγητό μικροπωλητών και τέτοια. Γλύτωσα τα παιδιά και τους ανάπηρους, είχε μάλιστα σαλεπιτζήδες, λατερνατζή, κόσμο που ψώνιζε, νεαρούς αφρικανούς που μετακινούνταν σχεδόν γαλήνια με μικρά φορτία, κι όλα έβαιναν καλώς μέχρι το Φωκά κι αυτή τη γριά που πουλούσε τερλίκια δίπλα στην πόρτα του. Καθόταν εκεί και δεν μιλούσε, έτρεμε λιγάκι σαν από ελαφρύ Πάρκινσον, και βέβαια ενσάρκωνε και συμπύκνωνε, στο θέαμα που προσέφερε, όλον τον πόνο και τον καημό, τη μιζέρια και τη στεναχώρια της εποχής που περνάμε. Ξαφνικά σα να μην υπήρχαν γύρω ούτε νέα κορίτσια με σακούλες, ούτε γυναίκες με διλήμματα τι να ψωνίσουν, ούτε αφρικάνοι και δημοτικοί αστυνομικοί, ούτε καστανάδες και παιδιά με ακορντεόν, μόνο αυτή η γυναίκα που ίσως είχε πλέξει μόνη της τα τερλίκια και τα έφερε να τα πουλήσει στην Ερμού.
Δεν πέρασε άνθρωπος να μην την κοιτάξει και να μη σοκαριστεί. Δεν έπρεπε να είναι εκεί, κάπου θα την περίμεναν εγγόνια, κάπου θα την περίμεναν φιλενάδες, ρούχα για άπλωμα, κότες στο κοτέτσι για τάισμα. Έπρεπε να έχει γύρω της μια αυλή, έστω ένα στενό δρομάκι με ψάθινες καρέκλες, κάτι δικό της, όχι τους κυβόλιθους της Ερμού, το πεζούλι του Φωκά, και τη βιτρίνα του απο πάνω. Μια μαμά και μια γιαγιά στο μυαλό ολονών σίγουρα θα τους ενοχλούσε τη συνείδηση, κάποια που δεν τη προσέχουν αρκετά, που δεν την πρόσεξαν όταν έπρεπε και τώρα είναι αργά, ίσως.
Στάθηκα να τη φωτογραφίσω και μπήκε μια γυναίκα μπροστά. “Από πού είσαι;” τη ρώτησε. Λες κι αν μάθαινε απο πού ήταν θα έβαζε τα πράγματα στη θέση τους. Θα έβρισκε τη λογική της εικόνας. Δεν άκουσα τι απάντησε η γριά, έπιασαν κουβέντα, έπιασαν να γελάνε, κι έτσι βγήκε στη φωτογραφια μου. Να γελά με την οικειότητα και την άνεση που έχουν μερικές γριές, λες και δεν ήταν εκεί που τη βλέπαμε αλλά κάπου αλλού, στον τόπο της ίσως.
Της άφησε νομίσματα η γυναίκα χωρίς να αγοράσει τερλίκια, κι άλλος ένας πλησίασε κι έκανε το ίδιο, κι η γριά έμεινε με ενα ύφος απορημένο, σχεδόν κοριτσίστικο, και δεν ξαναπήρε εκείντο μελαγχολικό με το τρέμουλο που είχε όταν την είδα.

ἡμερολόγιο ὁδοστρώματος

Ποιά εἶναι λοιπόν ἡ πραγματικότης μας;
Αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ φαίνεται στὴν φωτογραφία…
Μία γερασμένη φιγούρα, ἀνήμπορη,  μὲ λίγα πολύχρωμα τερλίκια στὰ πόδια της, σὰν τὰ περασμένα μεγαλεῖ ποὺ διηγῶντας τὰ νὰ κλαῖς… Κι ἕνα χαμόγελο… Ἕνα χαμόγελο ἱκανὸ νὰ ἀναστήσῃ νεκρούς!
Ναί, νὰ ἀναστήσῃ νεκρούς!

Πεθαίνουμε φίλοι μου!  Τελειώσαμε! Πάπαλα…
Γεράσαμε… Τὸ δέρμα μας μαράζωσε… Τὸ βλέμμα θόλωσε… Τὸ χέρι καὶ τὸ κορμὶ τρέμει….
 Μὰ τὸ χαμόγελο δὲν φεύγει… 
Ξέρουμε…
Ἀκόμη κι ἐὰν σβήσουμε ὅλοι, σὰν τὸν Φοίνικα θὰ πέσουμε στὶς φλόγες γιὰ νὰ ἀναστηθοῦμε καὶ νὰ ξανανοιώσουμε…. 
Αὐτὸ δὲν μποροῦμε πλέον νὰ τὸ ἀποφύγουμε!Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης μας! φοίνιξ

 

φωτογραφίαΑὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης μας! Φοίνιξ Λονδίνο

 Καὶ κάτι ἀκόμη…
Ἔμαθα προσφάτως πὼς στὰ Ὀλυμπιακὰ παιχνίδια τοῦ Λονδίνου χρησιμοποίησαν τὸν Φοίνικα ὥς εἰκόνα.
φωτογραφία

Πολὺ καλὰ ἔκαναν…
Ἄς τὸ κρατήσουν κι αὐτό… Δὲν πειράζει…
Σημασία ἔχει ἡ πορεία… Σημασία ἔχει τὸ πέρασμα μέσα ἀπὸ τὴν φλόγα καὶ ἡ κάθαρσις…
Κι ἐμεῖς αὐτὴν τὴν στιγμὴ εἴμαστε σὰν τὴν καλοκάγαθη γριούλα ποὺ πρέπει νὰ καοῦμε γιὰ νὰ καθαρθοῦμε….

Φιλονόη.

 Υ.Γ. Τερλίκια πουλᾶ ἡ γριούλα… Κι ἐμεῖς τὸ ἴδιο θὰ κάνουμε γιὰ νὰ ἐπιβιώσουμε… Ὅμως οὔτως ἤ ἄλλως θὰ τὰ καταφέρουμε διότι δὲν ἔχουμε ἄλλον δρόμο!

(Visited 82 times, 1 visits today)




Leave a Reply