Συγκριτικὴ γλωσσολογία κι ἀσύγκριτη Ἑλληνικὴ γλῶσσα.

Συγκριτικὴ γλωσσολογία κι ἀσύγκριτη Ἑλληνικὴ γλῶσσα.Τοῦ Ἀντωνίου Α. Ἀντωνάκου

Καθηγητοῦ – Κλασσικοῦ Φιλολόγου

Ἱστορικοῦ – Συγγραφέως

Στὸ προηγούμενο ἄρθρο μας ἀπαντήσαμε ἐπιστημονικῶς στὰ ἀντιεπιστημονικὰ ἐπιχειρήματα τῶν γλωσσολόγων. Ἀποδείξαμε ὅτι αὐτοὶ χρησιμοποιοῦν σοφιστικὲς μεθόδους προπαγάνδας, ὑποστηρίζουν δηλαδὴ καὶ προωθοῦν μία ἀλήθεια καλυπτόμενη μὲ ψεύδη καὶ σκόπιμα λάθη. Λένε, γιὰ παράδειγμα, ὅτι ὁμιλοῦν γιὰ φθόγγους, δηλαδὴ γιὰ φαινόμενο προφορᾶς (ποὺ εἶναι ἀλήθεια), ὅμως δὲν χρησιμοποιοῦν λατινικοὺς χαρακτῆρες, ὅπως διεθνῶς καὶ ἐπιστημονικῶς ἐπιβάλλεται γιὰ τὴν γραπτὴ ἀπεικόνιση προφορικοῦ φαινομένου ἀλλὰ ἑλληνικὰ γράμματα (κι ἐδῶ εἶναι τὸ λάθος), τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦνται γιὰ γραπτὴ καὶ μόνο ἀποτύπωση ἑλληνικῶν στοιχείων.

Θεωρῶ ὅμως ὅτι ἐξ ἴσου σημαντικὸ εἶναι νὰ ἐξετάσουμε ἱστορικῶς κάποια γεγονότα, τὰ ὁποῖα κανεὶς γλωσσολόγος δὲν θὰ εἶχε τὸ «ἐπιστημονικὸ ὕψος» νὰ διανοηθῆ καὶ πολὺ περισσότερο νὰ ἀναφέρη! Ἂς ἀναρωτηθοῦμε κατὰ πρῶτον γιατὶ ἡ λεγομένη «συγκριτικὴ γλωσσολογία» εἶναι μία ἐπιστήμη μόλις δύο περίπου αἰώνων. (Ἡ γλωσσολογία γεννήθηκε τὸ 1816 ἀπὸ τὸν Franz Bopp, μὲ τὸ ὄνομα “συγκριτικὴ γραμματική” καὶ ἀναπτύχθηκε στὴν διάρκεια μισοῦ περίπου αἰῶνος ὡς μονοπώλιο τῆς γερμανικῆς ἐπιστήμης).

Τὴν ἀπάντηση θὰ πρέπη νὰ τὴν ἀναζητήσουμε στοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες. Πράγματι, οἱ πρόγονοί μας, οἱ ὁποῖοι ἐδημιούργησαν ὅλες τὶς ἐπιστῆμες, οἱ ὁποῖοι μίλησαν γιὰ τὸ Διάστημα, τὰ Μαθηματικά, τὸ Δίκαιο, τὴν Ἰατρική, τὸ Θέατρο κ.λπ., αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι μίλησαν γιὰ κάθε τι πάνω, μέσα καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν Γῆ δὲν δημιουργῆσαν καμμία «συγκριτικὴ γλωσσολογία». Τὸ γιατὶ ἦταν ἁπλό: Γνώριζαν ὅτι ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα δὲν ἀποτελοῦσε συγκρίσιμο μέγεθος μὲ τὶς βαρβαρικὲς διαλέκτους, ποὺ ὁμιλοῦσαν οἱ τότε γνωστοὶ λαοί! Πῶς νὰ συνέκριναν π.χ. κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ὁμήρου, τὶς ἀπλὲς γλῶσσες τῶν διαφόρων βαρβάρων λαῶν, ποὺ χρησιμοποιούσαν μόνο λέξεις κοινές, ὅπως «σπίτι», «τραπέζι», «κρεβάτι», «ὅπλο», «ἔνδυμα» κ.λπ. μὲ τὴν λέξη π.χ. «δυσαριστοτόκεια», τὴν ὁποία ἀναφωνεῖ ἡ Θέτις, ὅταν ὁ γιός της Ἀχιλλεὺς τῆς ἀνακοινώνει τὴν ἀπόφασή του νὰ βγῆ στὴν μάχη μὲ τὸν Ἕκτορα.

Ὁμιλῶ γιὰ τὸ γεγονός, ποὺ ἀναφέρεται στὴν Ἰλιάδα τοῦ Ὁμήρου (Σ΄ 54), ὅπου ἡ Θέτις θρηνεῖ γιὰ ὅ,τι θὰ πάθη ὁ υἱός της σκοτώνοντας τὸν Ἕκτορα «διὸ καὶ δυσαριστοτόκειαν αὐτὴν ὀνομάζει». Ἡ λέξη αὐτὴ ἀπὸ μόνη τῆς εἶναι ἕνα μοιρολόϊ. Διότι ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸ δυσ + ἄριστος + τίκτω.  Καὶ ἡ φράση «ὦ μοι δυσαριστοτόκεια», ὅπως  ἀναλύει τὸ «Ἐτυμολογικὸν τὸ Μέγα» σημαίνει «ἐπὶ κακῷ τὸν ἄριστον τετοκυῖα», δηλαδὴ «ἀλλοίμονο σὲ μένα ποὺ γιὰ κακὸ γέννησα τὸν ἄριστο».

Εἰλικρινά, οὐδεμία ἄλλη γλῶσσα στὸν κόσμο θὰ μποροῦσε νὰ ἀποδώση σὲ μία καὶ μόνο λέξη τόσα πολλὰ καὶ ὑψηλὰ νοήματα, παρὰ μόνο ἡ Φωνὴ Ἑλληνίς, ἡ ὁποία ἐφεῦρε καὶ χρησιμοποιεῖ μέσῳ τῆς χρήσεως τῶν προθέσεων τὰ σύνθετα, πολλαπλασιάζοντας τὶς λέξεις καὶ τὰ νοήματα, καὶ προσφέροντάς τα στὴν συνέχεια ὡς δῶρον «εἰς τοὺς ὁμιλοῦντας τὴν βαρβαρικήν».

Ἔχετε μήπως ἀναρωτηθῆ ἂν θὰ μποροῦσαν ποτὲ νὰ συγκρίνουν οἱ Ἕλληνες μία γλῶσσα, ἡ ὁποία ἐξέφραζε ἀφηρημένες ἔννοιες, μὲ τὰ βαρβαρόφωνα ὀλιγόλεξα ἰδιώματα τῶν γύρω λαῶν; Ὁ ἀρχαιότερος, γιὰ παράδειγμα, ἑλληνικὸς φιλοσοφικὸς καὶ ἐπιστημονικὸς ὅρος εἶναι «τὸ ἄπειρον» τοῦ Ἀναξιμάνδρου.

Ὁ Ὅμηρος, ὅταν μιλοῦσε γιὰ ἀτέλειωτη θάλασσα (ἀπείρονα πόντον) γνώριζε ὅτι πίσω ἀπὸ αὐτὴν βρίσκονται ἡ Μῆλος, ἡ Κρήτη, ἡ Αἴγυπτος κ.λπ., ἀκόμη κι ἂν δὲν τὶς διέκρινε. Ὁ Ἀναξίμανδρος ὅμως προσδιώρισε αὐτό, ποὺ ὄντως δὲν ἔχει τέλος καὶ ξεπερνᾶ κατὰ πολὺ αὐτό, τὸ ὁποῖο ὁ κοινὸς ἄνθρωπος νομίζει ὅτι δὲν ἔχει ὅρια. Αὐτὸς ὁ τρόπος, τῆς δημιουργίας δηλαδὴ ἀπὸ μιὰ λέξη τῆς καθομιλουμένης ἢ τῆς ποίησης, μιᾶς ἀφηρημένης ἐννοίας καθορίζει τὸν τρόπο τῆς ἐπιστημονικῆς σκέψης.

Ἡ ἀρχαία Ἑλληνικὴ γλῶσσα ἔδωσε τὸ μέσον τῆς κατασκευῆς. Ἕνα ὁριστικὸ ἄρθρο πρὶν τὸ ἐπίθετο καὶ ἔχουμε τὴν ἀφηρημένη ἔννοια [τὸ ἄπειρον, τὸ εὐτυχές, κ.λπ.]

Ἡ κορωνίδα λοιπὸν τοῦ ἐπιστημονικοῦ λόγου εἶναι ἡ δημιουργία τῆς ἐπιστημονικῆς ὁρολογίας. Πῶς λοιπὸν νὰ ἔμπαιναν στὸν πειρασμὸ νὰ συγκρίνουν τὰ ἀσύγκριτα; Τὶ νὰ συνέκριναν, δηλαδή; Τὴν τραγουδιστὴ γλῶσσα, τὴν ἑλληνικὴ «αὐδή» (ἐκ τοῦ «ᾄδω»), ἡ ὁποία ἀκουγόταν σὰν μουσική, λόγῳ τῆς ἐναλλαγῆς μακρόχρονων καὶ βραχύχρονων φωνηέντων, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἁρμονικὰ τοποθετημένα «κατὰ μελίφθογγον κρᾶσιν», μὲ τοὺς βαρβαρικοὺς ἤχους, «μπ», «ντ» καὶ «γκ», τοὺς ὁποίους μᾶς ἔχουν ἐπιβάλλει νὰ εἰσαγάγουμε σήμερα στὴν γλῶσσα μας οἱ προοδευτικοὶ «εἰδικοί» γλωσσολόγοι; Αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦν σήμερα γιὰ τὸ ἀνύπαρκτο «διεθνὲς φωνητικὸ ἀλφάβητο», τὸ ὁποῖο, ὅμως, θέλουν καὶ νὰ μᾶς ἐπιβάλλουν μέσῳ νέων γραμματικῶν, ποὺ ἀποβλέπουν σὲ τελικὴ ἐπιβολὴ τοῦ λατινικοῦ ἀλφαβήτου; Ἄς προσπαθήσουν νὰ ποῦν στοὺς Ἄγγλους νὰ ποῦν «pull» (= τραβῶ) ἤ «pool» (=πισίνα) καὶ νὰ τὴν ἀντικαταστήσουν μὲ «pul» καὶ γιὰ τὶς δύο λέξεις.

Πῶς νὰ συγκρίνουν τὴν ἑλληνικὴ μὲ βαρβαρόφωνες γλῶσσες οἱ πρόγονοι μας, ποὺ δὲν ἀνέχονταν οὔτε τὴν κακοποίησή της, ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ τὴν χρησιμοποιοῦν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχαν τὴν πρέπουσα παιδεία καὶ δὲν κατανοοῦσαν τὴν μοναδικότητα καὶ τὸ μεγα­λεῖο της. Ἕνα χαρακτηριστικὸ παράδειγμα μᾶς ἀναφέρει ὁ Πλούταρχος (Θεμιστοκλῆς, 6,4,2), ὅταν ὁ Ξέρξης ἀπέστειλε ἀντιπροσωπεία γιὰ νὰ ζητήση «γῆ καὶ ὕδωρ» ἀπὸ τοὺς Ἀθηναίους. Τότε ὁ Θεμιστοκλῆς, παρὰ τὰ καθιερωμένα, διέταξε νὰ συλληφθῆ ὁ διερμηνεὺς καὶ μὲ ψήφισμα τὸν ἐθανάτωσε μὲ τὴν αἰτιολογία ὅτι “φωνὴν ἑλληνίδα, βαρβάροις προστάγμασιν ἐτόλ­μησε χρῆσαι”. Δηλαδή, “ἐπειδὴ ἐτόλμησε νὰ χρησιμοποιήση τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα σὲ βάρβαρα προστάγματα”!

Ἡ σημερινὴ θολοκουλτούρα τῶν προοδευτικὼν βεβαίως ἔχει τὴν λύση. Θὰ χαρακτήριζε αὐτὴν τὴν πράξη τοῦ Θεμιστοκλέους «φασιστική»! Ἐξ ἄλλου, γι’ αὐτούς, ὁποιαδήποτε πράξη, ἡ ὁποία δὲν δίνει τὴν ἀσύδοτη ἐλευθερία σὲ ὁποιονδήποτε νὰ καταστρέφει τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα διὰ τῶν γκρίκλις, τῶν ξενόγλωσσων πινακίδων κ.λπ. καὶ γενικῶς, δὲν πληροῖ τοὺς ὅρους ποὺ ἔχει θέσει ἡ παγκοσμιοποίηση, ἔχει … «φασίζουσα γλωσσικὴ νοοτροπία»!

Ἡ συγκριτικὴ γλωσσολογία ἐπισήμως, ὅπως εἴπαμε, γεννήθηκε τὸ 1816. Ἀνεπισήμως ὅμως ξεκίνησε τὸ 1788 ὅταν ἕνας Βρετανὸς δικαστὴς διωρισμένος στὴν Βεγγάλη, ὀνόματι William Jones, δίνει, γιὰ τὸ κέφι του, διαλέξεις στὶς ὁποῖες προσπαθεῖ νὰ ἀποδείξη τὴν συγγένεια ἀνα­μεσα στὰ σανσκριτικὰ – τὴν παλαιότερη, δηλαδή, ἰνδικὴ γλῶσσα – καὶ τὶς ἀρχαῖες καὶ μοντέρνες γλῶσσες τῆς Εὐρώπης, δηλαδὴ τὰ ἑλληνικά, τὰ λατινικά, τὰ γερμανικά, τὰ ἀγγλικά, τὰ γαλλικά. Ὑποδεικνύει ἀναλογίες στὴν γραμματικὴ δομή τους, καθὼς καὶ λεξιλογικὲς συγγένειες. Τὸ συμπέρασμα γι’ αὐτοὺς εἶναι ὅτι τὰ σανσκριτικὰ εἶναι ἡ μητρικὴ γλῶσσα τῶν συγχρόνων ἰδιωμάτων, τὰ ὁποῖα προῆλθαν στὸ σύνολό τους ἀπὸ αὐτήν.

Ὅμως αὐτὴ ἡ γλῶσσα δὲν θὰ μποροῦσε νὰ διαδοθῆ στὴν Εὐρώπη παρὰ μόνο ἂν οἱ Ἰνδοί, ἕνας ἀρχέγονος λαός, δὲν εἶχαν ἔλθει κάποτε νὰ κατακτήσουν καὶ νὰ ἀποικίσουν αὐτὴ τὴν ἤπειρο. Ἔτσι γεννήθηκε ἡ ἰνδοευρωπαϊκὴ θεωρία! Μὲ ὑποθέσεις! Ἡ σύγχρονη δυτικὴ ἀνθρωπότητα, κατ’ αὐτούς, κατάγεται ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τοὺς εἰσβολεῖς, τοὺς ὁποίους ὁ 19ος αἰῶνας θὰ ὀνομάση Ἰνδοευρωπαίους. Θὰ τοὺς θεωρήση λευκὲς καὶ ἀνώτερες φυλές, δημιουργοὺς πολιτισμοῦ, οἱ ὁποῖες μιὰ ὡραία πρωΐα κατέβηκαν ἀπὸ τὶς ἀρχέγονες κορυφές τους γιὰ νὰ διασχίσουν καὶ νὰ ὑποτάξουν τὸν ἀχανῆ κόσμο, δημιουργῶντας ἔτσι … ὅλους τοὺς πολιτισμούς.

Σήμερα ὁ μῦθος τῶν ἰνδοευρωπαίων ἔχει ἐπιστημονικῶς ἀπορριφθῆ. Δὲν ἔχει εὑρεθῆ τίποτα ἀπὸ ἕναν τεράστιο σὲ ὄγκο πληθυσμό! Ὅμως ὡς πρὸς τὴν γλωσσικὴ ἰνδοευρωπαϊκὴ θεωρία οἱ εὐρωπαῖοι συνέχισαν. Εἰδικὰ σήμερα, τὸν 21ο αἰῶνα! Συνέχισαν, διότι συμφέρει τὴν παγκοσμιοποίηση. Καὶ τὴν ἀλήθεια κατὰ πόσον ὑπάρχει ἐπιστημονικὴ βάση σὲ αὐτό, μας τὴν ἀποκαλύπτει τηρῶντας τὴν ἐπιστημονικὴ δεοντολογία ὁ καθηγητὴς τοῦ Γενικῆς Γλωσσολογίας τοῦ πανεπιστημίου τῆς Προβηγκίας Georges Mounin, ὁ ὁποῖος στὸ σύγγραμμά του «Κλειδιὰ γιὰ τὴν Γλωσσολογία» (ἐκδόσεις ΜΙΕΤ) μᾶς λέει: «Στὴν πραγμα­τικότητα, ἡ ἀνακάλυψη τῶν σανσκριτικὼν συνδέεται μὲ τὴν μό­δα τοῦ συγκριτισμοῦ: (σελ.30)». (σ.σ. Τὸ «ι» στὴν λέξη «συγκριτισμός», ὑποννοεῖ σαφῶς τὴν μόδα τῆς συγκριτικῆς γλωσσολογίας…) Καὶ λίγο παρακάτω:

«Ἡ συγκριτικὴ γραμματική, γιὰ νὰ καθορίση μιὰ συγγένεια, δὲν ἔπαιρνε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἱστορικὴ ἐποχὴ τῶν γλωσσικῶν καταστάσεων ποὺ συσχετίζονταν: συνέκριναν τὰ σανσκριτικὰ τῆς πρώτης χιλιετίας, τὰ ἑλληνικὰ τοῦ 8ου αἰῶνα π.Χ., τὰ λατινικὰ τοῦ 5ου αἰῶνα π.Χ. μὲ τὰ γοτθι­κὰ τοῦ 4ου αἰῶνα μ.Χ., τὰ σλαβικὰ τοῦ 9ου αἰῶνα μ.Χ. μὲ τὰ περσικὰ τοῦ 16ου ἣ τοῦ 18ου αἰῶνα μ.Χ. (σελ. 31)».

Θὰ μοῦ πῆτε τὶ σημαίνει αὐτό; Στὴν ἐπιστήμη σημαίνει πολλά! Καὶ πρῶτα ἀπ’ ὅλα σημαίνει ὅτι δὲν ἰσχύει τὸ ἰσόχρονον. Δηλαδή, ἂν οἱ γλῶσσες εἶχαν δημιουργηθῆ τὴν ἴδια ἐποχὴ θὰ ἐδικαιολογῆτο ἡ προέλευση ἀπὸ μία κοινὴ ρίζα. Ὅταν ὅμως δὲν ἰσχύει τὸ ἰσόχρονον, τότε ἡ ἀρχαιότερη εἶναι ἡ μητέρα γλῶσσα. Ἄρα συγκρίνοντας, ὅπως παραδέχεται ὁ George Mounin, ἀνισόχρονες γλῶσσες, δὲν ἀκολουθοῦμε ἐπιστημονικὴ μέθοδο.

Ἔτσι οἱ σύγχρονοι βρῆκαν αὐτὸ ὡς καλὴ δικαιολογία καὶ ἡ παγκοσμιοποίηση βρῆκε τὴν χρυσῆ εὐκαιρία νὰ «ἀποδείξη» ὅτι ὑπάρχει παγκοσμιότητα καὶ στὴν γλῶσσα! Ὁπότε προσπάθησαν νὰ βρουν τὶς ὑποτιθέμενες ρίζες, ὑποτιθεμένους κοινοὺς ἤχους (“μπ”, “ντ”, “γκ”), τοὺς ὁποίους οὐδέποτε εἶχε ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα. Ἀλλὰ ἔτσι εἶναι! Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΕΥΘΥΝΕΙ ΠΛΕΟΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ. Τότε ἡ θεωρία τῶν ἰνδοευρωπαίων – ἰνδογερμανῶν ἐξυπηρετοῦσε τὶς ἐθνικιστικὲς τάσεις τῶν Γερμανῶν, ὅπως ἀναφέρει ὁ Johann Chapoutot, στὸ περισπούδαστο ἔργο του «ὁ ἐθνικοσοσιαλισμὸς καὶ ἡ ἀρχαιότητα» (ἐκδόσεις “Πόλις”).

Σήμερα ἡ παγκοσμιοποίηση θέλει «μία κοινὴ γλῶσσα νὰ ἔχη δημιουργήσει ὅλες τὶς ἄλλες». Γιὰ νὰ περάση ὅμως αὐτό, ἔπρεπε ἀπὸ τὴν μία νὰ καταστραφῆ ἡ πρωτογλῶσσα, δηλαδὴ ἡ ἑλληνική, νὰ ξεχασθῆ ἡ ἐτυμολογία της, νὰ καταστραφοῦν οἱ κλίσεις της, ἡ ἱστορικὴ γραμματική της, ἡ ἱστορικὴ ὀρθογραφία της, νὰ “εἰσβάλλουν” στὴν ἑλληνικὴ λέξεις, ποὺ ξεκινοῦν βαρβαρόφωνα (“μπ”, “ντ”, “γκ”) καὶ ποὺ ποτὲ αὐτὴ δὲν χρησιμοποιοῦσε καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη νὰ δημιουργηθοῦν στὰ πανεπιστήμια ἕδρες, στὶς ὁποῖες θὰ διορισθοῦν καθηγητές, ποὺ θὰ διδάσκουν αὐτὰ τὰ διεθνιστικά! Ἔτσι οἱ λαοὶ θὰ γίνουν “ροζ”, θὰ χάσουν τὴν ἱστορία τους καὶ τὴν ἐθνικὴ αὐθεντικότητά τους. Γι’ αὐτό, οἱ «εἰδικοὶ γλωσσολόγοι», παγκοσμίως δροῦν ἀκαριαῖα καὶ ὡς ἕνα σῶμα. Περνοῦν ὑπογείως τὶς θέσεις τους στὰ βιβλία καὶ ἂν ὑπάρξουν ἀντιδράσεις, διαμαρτύρονται μαζικῶς καὶ βάζουν ὡς ἀσπίδα τὸν «ἐπιστημονικό» τους μανδύα.

Τὸ θέμα εἶναι ἂν ἐμεῖς θὰ τοὺς ἀφήσουμε ἢ ἂν θὰ ἀντιδράσουμε. Ἂν θὰ πρέπη νὰ δώσουμε σημασία στὴν γλῶσσα μας, τὴν ἴδια ὥρα ποὺ στὴν Ἑλλάδα ἔχουν διαβρωθῆ τὰ πάντα! Τὴν ἴδια ὥρα ποὺ ἀλλοιώνεται ἡ ἱστορία. Τὴν ἴδια ὥρα πού, ἐνῶ διακωμωδεῖται, μὲ κατασπατάληση πολλῶν χιλιάδων €ὑρὼ ἡμῶν τῶν Ἑλλήνων, ὁ Ἐθνικός μας ἥρωας Ἀθανάσιος Διάκος ἀπὸ ψυχοπαθολογικῶς ἀσθενεῖς κακιτέχνες, οἱ ἑλλαδικοὶ δίαυλοι εἶναι γεμάτοι ἀπὸ τουρκικὰ σήριαλ, ἀφιερωμένα ἀκόμη καὶ στὸν σουλτᾶνο τῆς ὀθωμανοκρατίας, Σουλεϊμὰν τὸν μεγαλοπρεπῆ! Τὴν ἴδια ὥρα ποὺ οἱ ἑταῖροι μας δὲν μᾶς θέλουν ἰσοτίμους ἀλλὰ ραγιάδες!

Αἶσχος!

Τὴν ἀπάντηση ἀλλὰ κυρίως τὴν ἀντίδραση δηλώσατέ την οἱ ἴδιοι μὲ τὶς πράξεις σας, γιὰ νὰ ἔχετε, ἔστω γιὰ μιὰ φορά, καὶ τὴν προσωπικὴ εὐθύνη!

 φωτογραφία

(Visited 90 times, 1 visits today)




2 thoughts on “Συγκριτικὴ γλωσσολογία κι ἀσύγκριτη Ἑλληνικὴ γλῶσσα.

  1. Αὐτόματη εἰδοποίηση σύνδεσης: Ἀνοίξαμε ἀλληλογραφία μὲ τὸ ὑπουργεῖον ἀπαιδείας. » Φιλονόη καὶ φίλοι...

  2. Αὐτόματη εἰδοποίηση σύνδεσης: Πετράκε, πὲς ἀλεύρι… Μία ὑπογραφή σου σὲ γυρεύει… | Φιλονόη καὶ Φίλοι...

Leave a Reply