Τί φοβᾶμαι;

 

Τί φοβᾶμαι;πηγή

Φοβάμαι;
Φοβάμαι;
Τήν πείνα; Τό κρύο; Τήν φτώχεια;Τί;
Ἔχω τό δικαίωμα νά φοβάμαι; Καί γιατί;
Πίσω ἀπὸ ἐμέναν δεκάδες γενεὲς πέρασαν τὰ ἴδια, καὶ κάποιες φορές, πολὺ χειρότερα….
Πείνασαν, κρύωσαν, ἐσφάγησαν… Ἀλλὰ ἐπέζησαν! Κι ὄχι μόνον ἐπέζησαν, ἀλλὰ  ξανάφτιαξαν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὰ πάντα…
Ποιά εἶμαι ἐγώ λοιπόν πού φοβάμαι; Ἔχω τό δικαίωμα νά φοβάμαι; Τί φοβάμαι; Ὑπαρκτά ἤ ἀνύπαρκτα γεγονότα; Καί εἶναι βάσιμοι οἱ φόβοι μου ἤ ἐγώ τούς δίδω σάρκα καί όστά; Κι ἐάν εἶναι βάσιμοι, εἶναι ἀντιμετωπίσιμοι ἤ ὄχι; Ἤ μήπως ἀκινητοποιοῦμαι μόνον στήν ἰδέα τοῦ φόβου; 

Ὅπου κι ἐὰν σταθῶ, μὲ ὅποιους κι ἐὰν συνομιλήσω, μὲ ὅλους αὐτοὺς ποὺ καθημερινῶς συναναστρέφομαι, διαπιστώνω μίαν ἀγωνία. Μία ἀνασφάλεια ποὺ διαρκῶς μεγαλώνει… Ποὺ ἁπλώνεται σὲ κάθε τμῆμα τῆς κοινωνίας μας καὶ κατατρώει τὰ σωθικά της… Καὶ μᾶς σκιάζει τὴν σκέψι… Τὴν κρίσι… Τὴν συνείδησι…. 
Σβήνει τὰ ὄνειρα… Ἀκυρώνει τοὺς  δρόμους… Διαγράφει ζωντανούς…
Ἀλλά ἔτσι πρέπει νά εἶναι; Ἤ ὄχι;

Πρὸ μερικῶν ἐτῶν, μοῦ συνέβῃ κάτι πάρα πολὺ ἄσχημο στὸν τομέα τῆς ὑγείας μου.
Βρισκόμουν λοιπὸν σὲ ἕνα κρεβάτι νοσοκομείου καὶ σφάδαζα ἀπὸ τοὺς πόνους.
Γύρω μου συγγενεῖς καὶ φίλοι μοῦ ζητοῦσαν νὰ φωνάξω, νἀ οὐρλιάξω. Νὰ ἐκτονωθῶ τέλος πάντων. Δὲν τὸ ἔκανα.
Μόλις πρόσφατα εἶχα διαβάσει γιὰ τὸν μαρτυρικὸ θάνατο τῶν ἀδελφῶν Κατσαντώνη καὶ Χασιώτη.
Αὐτοὶ οἱ δύο ἄντρες, παρὰ τοῦ ὅ,τι τοὺς τσάκισε τὰ ὀστὰ ὁ ὑπάνθρωπος Ἀλῆς, δὲν ἔβγαλαν ἄχνα…
Ὁ Χασιώτης μάλλιστα ἔως τὴν τελευταία του πνοὴ τραγουδοῦσε.
Ποιά εἶμαι ἐγώ λοιπόν πού ἔχω δικαίωμα στήν κραυγή; Στόν φόβο; Στό δάκρυ;
Τὸ πρόβλημά μου ἦταν κάτι ποὺ θὰ περνοῦσε καὶ μετὰ ἡ ζωή μου θὰ ἐξακολουθοῦσε κανονικά.  Μόνον ὑπερβολικοὺς πόνους εἶχα. (Ὅπως καὶ ξεπεράστηκε τελικῶς καὶ κατάφερα νὰ φθάσω στὸν στόχο μου.)
Ὁ Χασιώτης ὅμως ἔως τὸ τέλος ἤξερε πὼς ἔρχεται τὸ τέλος. Δὲν ὑπῆρχε δυνατότης νὰ ξεφύγῃ. Θὰ θανατωνόταν μὲ τὸν χειρότερο τρόπο, ἐν μέσῳ φρικτῶν πόνων, ἀπὸ τὰ χείριστα ἀνθρωποειδὴ ποὺ παρουσιάστηκαν στὸν πλανήτη! Κι αὐτὸ ἦταν ἀμετάκλητο!!!!  

 Αὐτὸ τὸ βίωμα μοῦ ἐδίδαξε  τὴν καρτερία. Τὴν ὑπομονή. 
Ὄχι τὴν σιωπή, ἀλλὰ τὴν ὑπομονή.
Γνωρίζω πλέον πὼς γιὰ νὰ φθάσω στὸν στόχο μου, ἀνεξαρτήτως τοῦ τιμήματος ποὺ θὰ κληθῶ νὰ πληρώσω, ὀφείλω νὰ ἔχω ὑπομονή.  Νὰ μὴν χάνω τὸ θάρρος μου. Νὰ μὴν ὀπισθοχωρῶ! Νὰ μὴν κάνω ἐκπτώσεις. Νὰ παραμένω, ἀνεξαρτήτως τῶν ὅποιων πόνων, συγκεντρωμένη στὸν στόχο μου καὶ νὰ παλεύω ἔως ὅτου τὸν πραγματοποιήσω. 
Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς πορείας θὰ βρεθῶ μέσα σὲ θάλασσες ταραγμένες. Ἤ μέσα σὲ σεισμούς. Ἤ μέσα σὲ πυρκαϊές. 
Τί πρέπει νά κάνω; Νά σκύβω τό κεφάλι καί νά στρουθοκαμηλίζω ἤ νά ἐξακολουθῶ τήν πορεία μου μέ σταθερό βῆμα;

Πρὶν ἀπὸ ἐμέναν, δεκάδες ἐπὶ δεκάδων γενεὲς πέρασαν. Πλήρωσαν τὰ δικά τους τιμήματα καὶ κατάφεραν νὰ φθάσουν οἱ ἀπόγονοί τους στὸ σήμερα. Οὐδέποτε ἡ πορεία τῆς ἀνθρωπότητος ἦταν στρωμένη μὲ τριαντάφυλλα. Μᾶλλον στρωμένη μὲ ἀγκάθια ἦταν.
Ναί, καὶ φοβήθηκαν, καὶ τρόμαξαν, καὶ μάτωσαν. Ἀλλὰ στάθηκαν ἀναγκαστικὰ ὄρθιοι, αὐτοὶ ποὺ κατάφεραν νὰ ἐπιζήσουν.
Μόνον ὅσοι ὀπισθοχώρησαν χάθηκαν γιὰ πάντα στὴν λήθη.
Αὐτοὶ ὅμως ποὺ ἐξακολούθησαν νὰ βαδίζουν, ἀκόμη κι ὅταν ἦταν κομματιασμένοι, αὐτοὶ ἔκαναν τὴν διαφορά.

 Φοβᾶμαι λοιπόν; Τί φοβᾶμαι; Φοβᾶμαι τά χειρότερα; Τόν θάνατο; Ἤ μήπως τήν ἀνελευθερία πού μοῦ ὑπόσχονται τά νέα δεδομένα;
Φοβᾶμαι δὲν φοβᾶμαι, ἕνα εἶναι βέβαιον. Θὰ περάσουμε μέσα ἀπὸ τὴν φωτιά! 
Μόνον ὅσοι ἀπὸ ἐμὰς μποροῦν νὰ σταθοῦν ὄρθιοι θὰ καταφέρουν νὰ φθάσουν στὸ ἐπόμενον βῆμα.
Καὶ τὸ ἐπόμενον βῆμα λέγεται ἀναδόμησις. Ποιός δέν θά ἤθελε νά παρίσταται στήν ἀναδόμησι πού ἔρχεται; Ποιός δέν θά ἤθελε νά ζήσῃ τήν νίκη τοῦ Ἀνθρώπου; Ποιός δέν θά πλήρωνε τό τίμημα;

Φοβᾶμαι δὲν φοβᾶμαι δὲν ἔχει καμμίαν σημασία.
Αὐτὸ ποὺ εἶναι νὰ γίνῃ, θὰ γίνῃ.
Θὰ τὰ καταφέρουμε διότι ἔχουμε γκρεμίσῃ πίσω μας τὶς γέφυρες. Αὐτὸ ὅμως σημαίνει πὼς πρέπει νὰ παλέψουμε μὲ λέαινες καὶ δράκοντες καὶ θεριά. Ἐὰν εἴμαστε ἀποφασισμένοι, ναί, ἔχουμε σίγουρες πιθανότητες νὰ νικήσουμε, διότι κάπου μέσα μας ἀκόμη ἔχουμε κρυμμένο τὸν Ὀδυσσέα. Θὰ τὸν ἀνακαλύψουμε… Σίγουρα θὰ τὸν ἀνακαλύψουμε… Εἶναι στὴν Φύσι μας!
Ἐὰν ὅμως βιαστοῦμε νὰ ἀποδεχθοῦμε τὴν ἥττα ποὺ πασχίζουν νὰ μᾶς ἐπιβάλλουν, τότε ἄς τὸ ἀφήσουμε καλλίτερα. Δὲν ἔχει νόημα.  Ἄς κρυφτοῦμε ἀπὸ τώρα σὲ κάποιο λαγούμι κι ἄς προετοιμαστοῦμε ἀπὸ τώρα γιὰ τὸ τέλος. 

Ἐγὼ πάντως ὅπλα δὲν παραδίδω. 
Θὰ ἀγωνίζομαι ἔως τῆς τελευταίας μου ἀνάσας τραγουδῶντας! Ὅπως ὁ Χασιώτης κάποτε. 

Καὶ θὰ γίνω μοχλός, σπόρος, ὄχημα πρὸ κειμένου νὰ φθάσῃ ἡ Ἀνθρωπότης στὸ ὕψιστον ἀποτέλεσμα!
Τὴν Ἐλευθερία!

Φιλονόη.  

Υ.Γ.1. Θαύμασα τοὺς Ἁρμενίους. Ἀπαιτοῦν νὰ ἀναγνωρισθῇ ἡ γενοκτονία τους ἀπὸ τοὺς Τούρκους, μάχονται καθημερινῶς,  ἐδῶ κι ἕναν αἰώνα σχεδὸν ἀλλὰ πάντα δηλώνουν: «τοὐλάχιστον κάποιοι ἀπὸ ἐμὰς ἐπέζησαν καὶ συνεχίζουμε». Αὐτὴ εἶναι στάσις μαχητοῦ καὶ τελικῶς νικητοῦ. Ὄχι ἡττημένου!  

Υ.Γ.2. Ὅταν θὰ φύγουν τὰ σύννεφα θὰ εἶναι ὄμορφα… Θὰ γελάμε… Καὶ θὰ φύγουν… Ἔτσι πρέπει!

(Visited 14 times, 1 visits today)