Ταξειδευτὴς

ΤαξειδευτὴςἌκου πὼς βρυχᾶται ὁ ταξιδευτής,

ἀπὸ τὴν ἄκριαν τοῦ Ἱεροῦ Πολέμου,

 

ποὺ ᾿χει πέτρινη σιωπή,

 

θάλασσα ποὺ ᾿χει αἰώνιον

 

κι ἡ παλαιὰ τὴν ἐξυμνεῖ ἡ γλῶσσα.

 

Ἄρχει σὲ θλίψιν μὰ καὶ σὲ χαρά,

 

ἔχει φωνὴν τραχειά,

 

ξερνᾶ φωτιά.

 

 

 

Στέκουν ζερβά του ἀμίλητες,

 

γνῶσις καὶ ἱστορία, μὰ κι ἡ ἁγνὴ Σοφία.

 

Κι αὐτὸς θρασύς,

 

ξερνᾶ φωτιά,

 

τὰ μάτια του σταχτιά,

 

μέσα τους ἡ ἀλησμονιά.

 

 

 

Μὲ ὀργὴν κι ἀγριανέματα,

 

ἐσένα Ἥλιε τοῦ κόσμου ἐτούτου ἁρπάζει.

 

Μὲ σίδερον κι ἀτσάλι περπατεῖ,

 

εἰς τῆς γῆς τὴν μήτραν χάνεται,

 

περνᾶ ἀπ’ τὸ κῦμα πλάι

 

κι ὕστερις ξερνᾶ φωτιά,

 

ἀπάνω σὰν βρεθῇ ἀπὸ γλυκόσυρτα ποτάμια

 

κι ἄγρια λεύτερα βουνά.

 

 

 

Ἐσένα χρῶμα λευκὸν βαστάζει,

 

νύμφη νὰ γίνῃς θέλει τοῦ Βορρᾶ.

 

Κι ὅσον αὐτὸς ξερνᾶ φωτιά,

 

τοῦ ὕμνου ἀντίκρυ θρῆνος καὶ σιγαλιά,

 

τοῦ Ἀττικοῦ Οὐρανοῦ,

 

μονάχη ἡ ἀγκαλιά.

 

 

(Visited 8 times, 1 visits today)




Leave a Reply