Παράξενα καὶ ἀνέκδοτα τῆς Ἐπαναστάσεως…

Παράξενα καὶ ἀνέκδοτα τῆς ἘπαναστάσεωςΤου ΒΑΣΙΛΗ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑ

Η επίσημη Ιστορία γράφεται οριζόντια, προβάλλοντας το προσκήνιο. Η ανεπίσημη γράφεται κάθετα, αποκαλύπτοντας το παρασκήνιο. Η πρώτη είναι η εκ των υστέρων αποτίμηση, όπως καταγράφεται στα επίσημα έγγραφα.
Η δεύτερη είναι η ζώσα καθημερινότητα, τη στιγμή του συμβάντος, προτού σφραγιστεί με βουλοκέρι. Εμείς προτιμήσαμε να φέρουμε στο φως ορισμένες «μικρές» ιστορίες του Αγώνα.
Ολες τους έχουν κάτι κοινό: αναφέρονται σε γραφιάδες…

** Επεισόδιο πρώτο: η συνάντηση Ιωάννη Ζαμπέλιου (1787-1856) με τον Μάρκο Μπότσαρη. Ο Λευκαδίτης λόγιος σπουδάζει νομικά σε ιταλικά πανεπιστήμια και συνδέεται με τον Ιωάννη Κωλέττη και τον Θεόφιλο Καΐρη. Αν και εισαγγελέας στη Λευκάδα, κατά τη διάρκεια της αγγλοκρατίας, γίνεται εντολοδόχος της Φιλικής Εταιρείας. Κάτω από τα μάτια του ξένου κατακτητή, συγκροτεί σώματα πολεμιστών, χρηματοδοτεί με εράνους, συγκεντρώνει όπλα και πυρομαχικά και τα διοχετεύει στη Ρούμελη.

Το συμβάν: ο Αλή πασάς είναι παρελθόν και το Σούλι κινδυνεύει να πέσει στα χέρια των Τούρκων. Ο Μάρκος Μπότσαρης κατεβαίνει κρυφά στην Ακαρνανία προς βοήθεια. Η επιτροπή Λευκάδας στέλνει τον Ιωάννη Ζαμπέλιο να τον συναντήσει.

Ο λόγιος αναφέρει στις αναμνήσεις του:

«-Ναι, τον είπε, θέλω ενεργήσει ό,τι δύναμαι, αγαπητέ Μάρκε, αλλ’ εγώ δεν επιστρέφω πλέον. Γράφω μόνον εις την Εταιρίαν μας με το αυτό πλοίον όπου με έφερεν εδώ να ετοιμάσουν τροφάς και χρήματα. Εγώ δε σε ακολουθώ όπου θέλεις. Αγαπώ την πατρίδα· τι ωφελεί; Θέλω να με μάθης να πολεμώ δι’ αυτήν.

-Οχι, Ζαμπέλιε, όχι πρέπει να επιστρέψης· ωφελιμώτερον είναι εις το γένος μας να ενεργής από την Λευκάδα ό,τι μας χρειάζεται· αυτός είναι ο ιδικός σου πόλεμος διά την πατρίδα, ιδικός μου να ξεσπαθώνωμεν δι’ αυτήν.

»Ο Ζαμπέλιος δεν επείσθη και η φαντασία του ονειρεύεται σπαθί επαναστάτου, οσμήν πυρίτιδος και παιάνας ελληνικούς εις ελληνικά όρη αντηχούντας…

»Ασπάζονται αμοιβαίως και αναχωρούν. Ηταν δε τα πρώτα και τελευταία φιλήματα. Τις οίδεν εάν ο ήχος αυτών έλεγεν: “Εγώ θα αποθάνω” και “εγώ θα σε υμνήσω”».

** Επεισόδιο δεύτερο: η συνάντηση του ποιητή Παναγιώτη Σούτσου (1806-1868) με τον Γεώργιο Καραϊσκάκη. Ο Φαναριώτης σπουδάζει σε Παρίσι και Πάδοβα, όπου επηρεάζεται από το κίνημα του ρομαντισμού. Αμα τη επιστροφή του στην Αθήνα, διορίζεται νομάρχης και γραμματέας του Συμβουλίου Επικρατείας.

Το συμβάν: λίγες ημέρες μετά την καταστροφή του Μεσολογγίου, ένας νέος καταφθάνει στο Ναύπλιο και «παρετύγχανεν εις τον οίκον του Ιωάννου Κωλέττου, πλησίον καθημένου των ηρωικών λειψάνων της αθανάτου φρουράς και διηγουμένου εις τους παρεστώτας τα πρόσφατα τα εν Μεσολογγίω ανδραγαθήματα… Μετά μικρόν εισήλθεν οπλαρχηγός τις, ωχρός την όψιν και ισχνός την σάρκα, αλλά συστρέφων οφθαλμούς αστράπτοντας και κινών οφρύν πυκνήν…».

Η συνάντηση, όπως την περιγράφει ο Παναγιώτης Σούτσος στα «Τρία λυρικά δράματα (Αγνωστος, Γεώργιος Καραϊσκάκης, Οδοιπόρος)» του 1842:

«- Ερχεσαι, νέε! μετ’ εμού; Είπεν ο στρατηγός εις τον νεανίαν· υπάγω να ελευθερώσω την Αττικήν· εγώ θέλω πράττει· συ θέλεις γράφει.

»Και από της ζώνης λαβών δύο χρυσά όπλα, έδωσεν αυτά εις τον νεανίαν, ως δείγμα ευνοίας· ο δε άπειρος νεανίας αποποιηθείς το δώρημα, υπεσχέθη ότι θέλει εξυμνήσει τας πράξεις αυτού.

»Ο πολεμικός ανήρ ήτο ο Γεώργιος Καραϊσκάκης· ο δε νεανίας, ο ποιητής, όστις δέκα εξ έτη εμμένει σήμερον εις την υπόσχεσίν του».

** Επεισόδιο τρίτο: ο ποιητής Διονύσιος Σολωμός (1798-1857) με τον υπηρέτη του Λάμπρο, ζούσε στο σπίτι του Στράνη. Απέναντι το Μεσολόγγι επολιορκείτο.

Τα δύο συμβάντα: αποτυπώνονται στα «Απαντα Διον. Σολωμού», εκδ. Σ. Χ. Ραφτάνη, εν Ζακύνθω (1880).

Το πρώτο:

«Ο εθνικός ποιητής Σολωμός ζούσε στ’ Ακρωτήρι της Ζάκυθος με τον πιστό του υπηρέτη Λάμπρο, στο σπίτι του Στράνη. Ο υπηρέτης αργότερα διηγώταν:

– «Ενα μεσημέρι (1825) ακούμε κανονιές, και το αφεντικό εβγήκε έξω από την κάμαρά του και στάθηκε στο λόφο. Επειτα ανασηκώνοντας τα χέρια στον ουρανό εφώναξε δυνατά, μα πολύ δυνατά:

– “Βάστα καϊμένο Μισολόγγι βάστα!”.

Και έκλαιγε σαν το παιδί».

«Ενα άλλο βράδυ μ’ αστροφεγγιά, ήτανε καθισμένος στη ρίζα μιας ελιάς και έπειτα από πολλή σιωπή είπε στον υπηρέτη του:

– Λάμπρο, τι να γίνουνται εκεί κάτου τώρα τ’ αδέρφια μας; Κι’ άρχισε να κλαίη πάλι».

Το δεύτερο:

«Αλλη φορά παράγγειλε να δοθή το φαΐ του στους χωριάτες λέγοντας:

– “Ετούτην την ώρα, Λάμπρο, πόσοι από τους αδελφούς μας εις το Μισολόγγι πεινάνε… Δεν θέλω περιστέρια!”.

Κι’ ο ποιητής έφαγε ψωμί κι’ ελιές μονάχα»...

enet.g

(Visited 13 times, 1 visits today)




Leave a Reply