Μίζον Ἑλληνικὸν λεξικόν!

Μίζον Ἑλληνικὸν λεξικόν!
(Κι ὄχι Μείζον! Θὰ καταλάβετε!)

Δεν πρόκειται για ανορθογραφία αλλά για σύγχρονη κομματική τακτική που μας έφερε ως χώρα εδώ που όλοι γνωρίζουμε γιατί υφιστάμεθα στο πετσί μας τις συνέπειες.

Χρστος

Μίζων Ελληνικό Λεξικό

Μιζοτιμής (επίρρημα): Ελάττωση της τιμής της μίζας κατά το ήμισυ, σε περιόδους που υπάρχει μεγάλος αριθμός πολιτικών έτοιμων να εμπλακούν.

Μιζάνοιχτος, ο: Πολιτικός που εντέχνως αφήνει να διαρρεύσει σε επιχειρηματικούς κύκλους ότι είναι ανοιχτός σε προτάσεις συναλλαγής… “Εκλογές έρχονται. Τα έξοδα πολλά. Δηλώνω μιζάνοιχτος σε υποψήφιους χορηγούς”.

Απομιζώ: Σύγχρονη γραφή του ρήματος “απομυζώ”. Το ρήμα απομυζώ, που σημαίνει αναρροφώ, βυζαίνω, αποσπώ συνεχώς χρήματα, μετατρέπεται σε “απομιζώ” όταν ο ενεργών είναι πολιτικό πρόσωπο.

Μιζολαβητής, ο: Παρένθετο πρόσωπο που μεσολαβεί στο δαιδαλώδες σύστημα διακίνησης της μίζας (μέσα από εμβάσματα, off-shore εταιρείες κλπ), προκειμένου να χαθούν τα ίχνη του μαύρου πολιτικού χρήματος… “Ισχυρίζεται ότι τον έμπλεξαν χωρίς να το θέλει. Θα τη γλυτώσει φτηνά όμως. Ένας απλός μιζολαβητής ήταν”.

Μιζολιθική εποχή: Χρονικά συμπίπτει με περιόδους όπου εξαγγέλλονται μεγάλα έργα, μεγάλες διοργανώσεις, μεγάλες “αγορές του αιώνα” κλπ. Και πέφτουν μεγάλες μίζες… “Γαμώ την ατυχία μου. Τώρα βρήκαμε να είμαστε έξω από τα πράγματα; Τώρα που είναι η μιζολιθική εποχή και τρώει η μίζα σίδερο;”

Μιζανπλί, το: Προϊόν συναλλαγής που αποδίδεται εις είδος, συνήθως με τη μορφή κοσμημάτων ή άλλων τιμαλφών, σε συζύγους, ερωμένες ή κόρες πολιτικών… “Βλέπεις την κοτρόνα που φοράει στο χέρι το τσουλί; Μιζανπλί του υπουργού από την υπόθεση του ΟΤΕ είναι…”

Μιζονέτα, η: Πολυτελής κατοικία που αποκτήθηκε ως αντάλλαγμα πολιτικής εκδούλευσης…

Μιζεκλίκι, το: Πρόγευση, μικρή προκαταβολή μίζας. “Ο εξοπλισμός του πολιτικού γραφείου του με καινούργιο τηλεφωνικό κέντρο, ήταν το μιζεκλίκι της υπόθεσης -τα χοντρά λεφτά δόθηκαν μετά”.

Μιζοκακόμοιρος, ο: Πολιτικός για τον οποίο υπάρχουν ενδείξεις ότι εμπλέκεται στο σκάνδαλο με τις μίζες… Αλλά παριστάνει τον κακόμοιρο, προκειμένου να πείσει σχετικά με την αθωότητά του. “Διάβασες τις δηλώσεις που έκανε ο Τσουκάτος βγαίνοντας από τον ανακριτή; Τον εγκατέλειψε το κόμμα του, λέει ο μιζοκακόμοιρος”.

Μιζοσκόταδο, το: Προσπάθεια συσκότισης και συγκάλυψης της αλήθειας στην υπόθεση της Siemens. “Η Δικαιοσύνη ψάχνει τους ενόχους στο μιζοσκόταδο”.

Μιζάνθρωπος (ο): Μισός άνθρωπος μισός μίζα. Ον υπό προστασία. Ζει κυρίως στους ψηλότερους ορόφους υπουργείων και δημόσιων υπηρεσιών

Μιζαλλοδοξος (ο): αυτός που αντιπαθεί τους Μιζανθρώπους

Μιζολογα (τα): οι διαπραγματεύσεις για το ύψος της μίζας

Μιζανοιγω (ρήμα): ανοίγω τραπεζικό λογαριασμό σε φορολογικό παράδεισο για να εισπράξω μίζα

Μιζελληνας (ο): ο μέσος Έλληνας πολιτικός ή αξιωματούχος του Δημοσίου

Μιζελληνες (οι) πληθ. που χαρακτηρίζει μια (ίσως την κύρια) εθνική μας ιδιότητα

Μιζογυνης (ο): αυτός που σπαταλάει τις μίζες που παίρνει με γυναικοπαρέες

Μιζευω (ρήμα): μεταναστεύω για να απολαύσω το προϊόν της μίζας που έχω εισπράξει

Μιζερος (ο): αυτός που πιάστηκε στα πράσα να παίρνει μίζα

Μιζοφορι (το): πολυτελές ένδυμα συζύγων ή συνοδών αποδεκτών μίζας

Μιζογεματος (ο): αυτός που αποσύρεται από την ενεργό δράση για να απολαύσει το προϊόν του προτέρου ανέντιμου βίου του

Μιζογινωμενος (ο): αυτός που δεν έχει ακόμα εξασφαλίσει πλήρως τον υπόλοιπο βίο του με τις μίζες που έχει πάρει

Μιζοκλειστος (ο): πολιτικός που διαρρηγνύει τα ιμάτια του ότι δεν έχει σχέση με κυκλώματα μίζας

Απομιζω (ρήμα): επιζητώ επανειλημμένα και επίμονα και, τελικά, καταφέρνω και παίρνω μίζες από επιχειρηματία, με τον οποίο συναλλάσσομαι ως εκπρόσωπος του Δημοσίου

Μιζηθρα (η): κραιπάλη με πολυτελή εδέσματα στην υγεία αυτών που καταβάλανε μίζες

Μιζανιοκτονο (το): (αρχ. τύπος που έχει περιπέσει σε αχρηστία) ελεγκτικός μηχανισμός που έχει στόχο να αποκαλύπτει και να καταπολεμά το φαινόμενο της μίζας

Μιζανιαρικο (το): σπάνιο είδος νέο-Έλληνα ολιγαρκούς στον όγκο της μίζας

Μιζιτα (η): κρυφή συνάντηση για είσπραξη μίζας

Μιζιτικα (τα): θορυβώδης κρητική μουσική που παίζεται σε ένταση τέτοια που να καλύπτει τις διαπραγματεύσεις για τις μίζες

Μιζεζ (η): ωραία ύπαρξη που χρησιμοποιείται ως προκάλυμμα για δημόσιες συναντήσεις αντισυμβαλλομένων σε αλισβερίσια με μίζες

Μιζοκλαιω (ρήμα): Είμαι στενοχωρημένος και κλαίω επειδή τη μίζα που προοριζόταν για μένα πρόλαβε και την πήρε άλλος.

Μιζωνφαγος (ο) : Δαιμόνιος ρεπόρτερ που βγαίνει παγανιά και ξεσκεπάζει μιζο-υποθέσεις

Μιζιτιαση (η) : Ασθένεια κολλητική και μη ιάσιμη με κύριο σύμπτωμα την ανάγκη για μίζα. θεραπεία παρέχεται από επιχειρηματικούς κολοσσούς και μεγάλα τζάκια (πηγήφωτογραφία)

(Visited 15 times, 1 visits today)




2 thoughts on “Μίζον Ἑλληνικὸν λεξικόν!

Leave a Reply