Ὅταν ὁ ἄνθρωπος θέλῃ νά ζήσῃ…

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος θέλῃ νά ζήσῃ...11Ὅταν ἤμουν μικρὸ παιδὶ δύο εἴδη βιβλίων λάτρευα. Αὐτὰ ποὺ ἔγραψε ὁ Τάκης Λάππας κι αὐτὰ ποὺ ἔγραψε ὁ Ἰούλιος Βέρν.
Εἰδικῶς τὰ βιβλία τοῦ Ἰουλίου Βὲρν τὰ διάβαζα μὲ μίαν …ἀνάσα, διότι ἦταν πάντα μεγάλη ἡ ἀγωνία ποὺ μετέφερε ὁ συγγραφέας.
Μεγαλώνοντας ὅμως σιγὰ σιγὰ αὐτὰ τὰ βιβλία τὰ ξέχασα. Δὲν προλάβαινα…
Πρὸ χθὲς ἀναζητοῦσα ὅμως κάποιες φωτογραφίες μὲ ἱστιοφόρα κι ἔπεσα ἐπάνω στὴν φωτογραφία, ποὺ θὰ δεῖτε παρακάτω, καὶ ἀπεικονίζει τὶς φώκιες. Μὲ παραξένεψε κι ἄνοιξα τὸ ἄρθρον γιὰ νὰ τὴν δῶ…
Τί νά σᾶς πῶ; Μία ἐπικὴ ἱστορία, ποὺ φαίνεται νὰ ξέφυγε ἀπὸ τὴν πένα τοῦ Ἰουλίου Βέρν καὶ νὰ φώλιασε κάπου στὰ ἀνοικτὰ τῆς Ἀνταρκτικῆς.
Συγκλονιστικὴ περιπέτεια εἰκοσιοκτὼ ἀνδρῶν, συνολικῶς, ἀλλὰ οὐσιαστικῶς τριῶν ἀπὸ αὐτούς, ποὺ ἔγιναν ὁ κρίκος γιὰ νὰ ἐπανέλθουν στὸν πολιτισμένο κόσμο. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος θέλῃ νά ζήσῃ...12
Θαυμάζω λοιπὸν καὶ τὸ σθένος καὶ τὴν θέλησι καὶ τὴν ἀποφασιστικότητα αὐτῶν τῶν ἀνδρῶν, ποὺ κυριολεκτικῶς ἐξαντλημένοι, δὲν ἐγκατέλειψαν οὔτε γιὰ μίαν στιγμὴ τὸν σκοπό τους, ποὺ ἦταν νὰ διασώσουν τοὺς συντρόφους τους.
Ἕνα ναυάγιο, πρὸ ἑνὸς αἰῶνος, ποὺ συνέβῃ στὴν Νότια Γεωργία. Κάποιοι, ἐλάχιστοι ναυτικοί, κατάφεραν μὲ βάρκα, νὰ φθάσουν στὴν νῆσο Ἐλέφας κι ἀπὸ ἐκεῖ, σχεδὸν ὁδικῶς, μέσα ἀπὸ ἄγριες συνθῆκες κλιματολογικές, ὁλοκλήρωσαν τὴν ἀποστολή τους.
Στὴν παραπάνω ἀπεικόνισι, ἀπὸ τὸν χάρτη τῆς google, μπορεῖτε νὰ δεῖτε τὶς θέσεις τῶν δύο νήσων.
Παρακάτω θὰ διαβάσετε μίαν ἐξαιρετικὴ περιγραφή, ποὺ σᾶς συνιστῶ μὲ ὅλην μου τὴν καρδιά, ἀκόμη καὶ γιὰ τὰ παιδιά σας.

Φιλονόη

Η επική περιπέτεια της αποστολής Transantarctic στη Νότια Γεωργία 

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος θέλῃ νά ζήσῃ...1

Η περίπτωση της αποτυχημένης αποστολής Transantarctic του Βρετανού Έρνεστ Σάκλετον, με το πλοίο Endurance το 1914 στην Ανταρκτική, είναι από τις πιο επικές στην ιστορία της περιπέτειας και μοιάζει με μυθιστόρημα. Έχει εμπνεύσει γενιές εξερευνητών από τότε και έχει απασχολήσει ιστορικούς και ερευνητές, που έψαξαν κάθε πτυχή των γεγονότων της αποστολής, η οποία κράτησε περίπου δύο χρόνια. Το πλοίο της αποστολής κατευθυνόταν στην Ανταρκτική και εγκλωβίστηκε στους πάγους. Λίγους μήνες αργότερα βυθίστηκε και τότε ξεκίνησε μια απεγνωσμένη πορεία των 28 ναυαγών προς τη σωτηρία. Μετά από πολλές περιπέτειες, οι ναυαγοί κατάφεραν να φτάσουν με τις σωσίβιες λέμβους του πλοίου, σ ένα ακατοίκητο νησί του Νότιου Ωκεανού.

Banner Campaign

Έξι απ αυτούς επιχείρησαν στη συνέχεια να διαπλεύσουν περίπου 1000 χιλιόμετρα με μια βάρκα, για να καλέσουν σε βοήθεια τους ανθρώπους ενός απομονωμένου φαλαινοθηρικού καταυλισμού στο νησί Νότια Γεωργία (South Georgia). Αφού επιβίωσαν στο ταξίδι τους, που κράτησε 16 μέρες στις αγριότερες θάλασσες της Γης (το ταξίδι της βάρκας James Caird αποτελεί από μόνο του μια επική ιστορία), και κατάφεραν να φτάσουν και με ακρίβεια στον προορισμό τους, βρέθηκαν αντιμέτωποι με ανεξερεύνητη ξηρά, γεμάτη παγετώνες κι απόκρημνα βουνά. Αυτή θα ήταν κι η τελευταία τους δοκιμασία, προκειμένου να σωθούν.

Στο κείμενο που ακολουθεί, η συγγραφέας Caroline Alexander, αναφέρεται στην ηρωική πορεία των τριών ανδρών στα βουνά της Νότιας Γεωργίας στις 19-20 Μαϊου του 1916. Είναι ένα απόσπασμα από το βιβλίο της «Η ΚΑΡΤΕΡΙΑ» (The Endurance. Shackleton’s Legendary Antarctic Expedition). Το βιβλίο, κυκλοφορεί στα ελληνικά, σε μετάφραση Κατερίνας Τζωρίδου, από τις εκδόσεις ΩΚΕΑΝΙΔΑ στη σειρά ‘Η περιπέτεια του ανθρώπου’. Συνοδεύεται από δεκάδες εκπληκτικές φωτογραφίες που τράβηξε ο Φρανκ Χάρλεϊ, ο έμπειρος φωτογράφος της αποστολής και δημοσιεύονται για πρώτη φορά.

Άποψη των ακτών του Νησιού του Ελέφαντα, με τις ιδιαίτερα απόκρημνες ακτές του

Άποψη των ακτών του Νησιού του Ελέφαντα, με τις ιδιαίτερα απόκρημνες ακτές του

…Τσαλαβουτώντας με τρεμάμενα πόδια μέσα στους αφρούς, οι άντρες ξεφόρτω­σαν τα εφόδια και τον εξοπλισμό της Κέιρντ, καθώς και αρκετό έρμα για να μπορέσουν να τη σύρουν στην ξηρά. Στάθηκε όμως ανώφελο. Ακόμα κι όταν την άδειασαν τελείως, διαπίστωσαν πως, και μ’ όλες μαζί τις δυνάμεις τους, δεν μπο­ρούσαν να τη μετακινήσουν.

«Είχαμε εξαντληθεί πια», έγραψε ο Μακνίς, ο οποίος είχε αρχίσει να ξαναγράφει στο ημερολόγιο του. «Αφήσαμε τη βάρκα να πηγαινοέρχεται όλη νύχτα στον αφρό, ενώ ένας από μας καθόταν και τη φύλαγε». Καθώς έμπαιναν στον κολπίσκο, ο Σάκλετον είχε εντοπίσει σε κάποιο σημείο του μια σπηλιά κι εκεί σύρθηκαν οι άντρες για να περά­σουν τη νύχτα. Ενώ οι υπόλοιποι προσπαθούσαν να κοιμηθούν τρέμοντας μες στα βρεγμένα τους ρούχα, μέσα σε τέσσερις υγρούς υπνόσακους, ο Σάκλετον έκανε την πρώτη βάρδια και γύρω στη 1 π.μ., όταν ένιωσε πια ότι θα κοιμόταν όρθιος, φώναξε τον Κριν. Ήταν δύσκολη δουλειά να κρατάει κανείς την Κέιρντ από το κοντό, ξεφτισμέ­νο παλαμάρι της, καθώς πηγαινοερχόταν στον αφρό των κυμάτων μέσα στο σκοτάδι. Στις 3 π.μ. ξέφυγε από τα χέρια του Κριν και χρειάστηκε να ξυπνήσουν όλοι για να την τραβήξουν. Οι άντρες ήταν τόσο εξαντλημένοι, που δεν μπορούσαν καν ν’ αναποδογυ­ρίσουν τη βάρκα για να τη βγάλουν στην ακτή’ έπρεπε να περιμένουν το ξημέρωμα.

Το πρωί ο Μακνίς αφαίρεσε την πρόσθετη σειρά των μαδεριών και το πάνω κατά­στρωμα για να ελαφρύνει τη βάρκα ακόμα περισσότερο, και με μεγάλο κόπο την έσυ­ραν πάνω από τη γραμμή όπου έσκαγε το κύμα. Τώρα, επιτέλους, μπορούσαν να ξεκουραστούν’ δίχως την Κέιρντ θα ήταν χαμένοι, αφού μόνο δια θαλάσσης μπο­ρούσαν να ξαναβγούν από τον κολπίσκο.

Ο Κόλπος Κινγκ Χάακον ήταν ένα βαθύ απάγκιο, που το έκλειναν από τα βόρεια και τα νότια απότομα βουνά, χαρακωμένα από παγετώνες. Η σπηλιά τους βρισκόταν στην εσοχή ενός απότομου βράχου που προεξείχε στο πίσω μέρος του ορμίσκου όπου είχαν μπει, στο νότιο ακρωτήριο του κόλπου. Στα ριζά των βουνών φύτρωναν τούφες τούφες αγριόχορτα και μ’ αυτά οι άντρες έστρωσαν το δάπεδο της σπηλιάς. Οι τεράστιοι σταλακτίτες που κρέμονταν σαν κουρτίνες στο έμπα της, έκοβαν τον αέρα και προστάτευαν τη φωτιά που άναψαν με ξύλα που τα είχε ξεβράσει το κύμα. Ο Σάκλετον και ο Κριν πήγαν να εξερευνήσουν μια πλαγιά σκεπασμένη με χορτά­ρι πάνω απ’ την παραλία κι επέστρεψαν με νεοσσούς άλμπατρος που είχαν βρει σε φωλιές από δω κι από κει. Τέσσερα πουλιά, γύρω στα έξι κιλά το καθένα, ρίχτηκαν στη χύτρα όπου έφτιαχναν την πηχτή, και μαζί κύβοι με ζωμό βοδινού για να δέσει η σούπα.

«Το κρέας τους ήταν λευκό και ζουμερό, και τα κόκαλα, που δεν είχαν ακόμα σχηματιστεί εντελώς, σχεδόν έλιωναν στο στόμα μας», έγραψε ο Σάκλετον. «Ήταν ένα γεύμα που θα μας έμενε αξέχαστο». Έπειτα, χωμένοι στους υπνόσακους, στέγνωσαν καπνό στη χόβολη και κάπνισαν.

«Πρώτη φορά μέσα στις τελευταίες 5 βδομάδες νιώθουμε τόσο καλά», έγραψε γεμάτος ικανοποίηση ο Μακνίς. «Φάγαμε 3 μικρά και 1 μεγάλο άλμπατρος για μεση­μεριανό, μαζί με μπόλικη σάλτσα που βάζει κάτω όσες κοτόσουπες έχω δοκιμάσει στη ζωή μου. Σκεφτόμουν τι θα λεγαν οι σύντροφοι μας αν έτρωγαν τέτοιο φαγητό».


Την άλλη κιόλας μέρα από την άφιξη τους στον ορμίσκο, ο Σάκλετον ανακοίνωσε το επόμενο βήμα προς τη σωτηρία. Ο Κόλπος Στρόμνες, όπου βρισκόταν ο πλησιέ­στερος επανδρωμένος φαλαινοθηρικός σταθμός, απείχε κάπου 150 μίλια δια θαλάσ­σης. Αλλά μ’ αυτό τον ύπουλο καιρό και την επικίνδυνη ακτογραμμή, η απόσταση ήταν υπερβολικά μεγάλη για να επιχειρήσουν να τη διασχίσουν η κακοπαθημένη βάρκα και το καταβεβλημένο της πλήρωμα’ τέρμα πια τα ταξίδια με τη βάρκα. Αντί γι’ αυτό ο Σάκλετον αποφάσισε ότι ο ίδιος και δύο ακόμη άντρες θα διέσχιζαν με τα πόδια το νησί για να φτάσουν σ’ έναν από τους σταθμούς στον Κόλπο Στρόμνες, σε απόσταση είκοσι δύο μιλίων — είκοσι δύο μιλίων σε ευθεία γραμμή δηλαδή. Στην πραγματικότητα δεν υπήρχε μονοπάτι που να διασχίζει σε ευθεία γραμμή το νησί Νότια Τζόρτζια. Μόλο που τα ψηλότερα βουνά του νησιού δεν ξεπερνούσαν τα 3.000 μέτρα, το εσωτερικό του ήταν ένας λαβύρινθος από μυτερές βραχώδεις προεκβολές και ύπουλες ρεματιές, στρωμένες με παχύ χιόνι και χοντρό πάγο. Και τα πράγματα γίνονταν ακόμη δυσκολότερα επειδή κανείς ποτέ δεν είχε ξανακάνει αυτή τη διαδρομή. Δεν υπήρχαν χάρτες που να δείχνουν το δρόμο.

«Οι γνώσεις μας για τις συνθήκες στο εσωτερικό του νησιού ήταν ανεπαρκέστα­τες», έγραψε ο Σάκλετον. «Κανένας άνθρωπος δεν είχε προχωρήσει ποτέ ούτε ένα μίλι από οποιοδήποτε σημείο των ακτών της Νότιας Τζόρτζια προς το εσωτερικό της, και οι φαλαινοθήρες που ήξερα θεωρούσαν την περιοχή απροσπέλαστη». Ο χάρτης που είχαν μαζί τους οι άντρες, απεικόνιζε το εσωτερικό με λευκό.

Ο Σάκλετον άφησε στους άντρες τέσσερις ημέρες για να στεγνώσουν, να ξεκουρα­στούν, να κοιμηθούν και να φάνε. Δεν ήταν μόνο εξαντλημένοι και αδύναμοι από την έκθεση τους στα στοιχεία της φύσης’ υπέφεραν και από τους πόνους που τους προ­καλούσαν τα ελαφρά, ευτυχώς, κρυοπαγήματα και οι ερεθισμοί στα πόδια τους. Αλλά και ψυχολογικά κανείς δεν είχε συνέλθει εντελώς από το ταξίδι. Τη νύχτα της 12ης Μαΐου, σύμφωνα με τον Γουόρσλεϊ, ο Σάκλετον έξαφνα «μας ξύπνησε όλους φωνάζοντας δυνατά: “Προσέξτε, παιδιά, προσέξτε!”» Έβλεπε στον ύπνο του ότι ένα μεγάλο κύμα ετοιμαζόταν να τους καταπιεί.

Ωστόσο, παρά την κούραση τους, δυο ημέρες μετά την αποβίβαση, ο Σάκλετον, ο Γουόρσλεϊ και ο Κριν βγήκαν για αναγνώριση εδάφους και ο Μακνίς ξανάπιασε δουλειά για να επισκευάσει την Κέιρντ. Η πρόσβαση στο εσωτερικό του νησιού μπο­ρούσε να πραγματοποιηθεί μονάχα από την είσοδο του κόλπου, όπου υπήρχε ένα μονοπάτι που περνούσε μες από τα βουνά. Όσο για την πρόσβαση στην είσοδο του κόλπου, ήταν δυνατή μονάχα με τη βάρκα.

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος θέλῃ νά ζήσῃ...4

«Καταπιάστηκα πάλι με τη βάρκα», έγραφε ο Μακνίς. «Ενώ ο καπετάνιος κάνει τον Νεμρώδ και φέρνει φαγητό στο σπίτι, ο Βίνσεντ είναι ξαπλωμένος στη φωτιά και καπνίζει, μερικές φορές βγαίνει να φέρει κι άλλα ξύλα, ενώ το Αφεντικό και ο Κριν φροντίζουν το μαγείρεμα και ο Μακάρθι είναι ο βοηθός μου. Φάγαμε τέσσερα μικρά πουλιά για μεσημεριανό κι έπειτα σκεφτήκαμε τα δύσκολα».

Μια ημέρα πριν εγκαταλείψουν το καταφύγιο της σπηλιάς τους, ο Μακνίς βγήκε μια βόλτα.

«Ανέβηκα στην κορυφή του λόφου και ξάπλωσα στο γρασίδι κι έφερα στο μυαλό μου τον παλιό καιρό στην Πατρίδα, τότε που καθόμουν στην πλαγιά του λόφου και κοίταζα κάτω τη θάλασσα».

Η τελευταία αυτή ημέρα έφερε στους άντρες έναν αναπάντεχα καλό οιωνό. Το πηδά­λιο της Κέιρντ είχε χαθεί κατά την αποβίβαση τους όμως, εκεί που ο Μακάρθι στεκό­ταν στην ακροθαλασσιά, το ίδιο αυτό πηδάλιο, όπως έγραψε ο Σάκλετον, «αν και είχε όλο τον απέραντο Ατλαντικό να ταξιδέψει και τις ακτές δύο ηπείρων για ν’ αναζητήσει αναπαυτήριο, επέστρεψε χοροπηδώντας στον ορμίσκο μας».

Η 15η Μαΐου ξημέρωσε με θυελλώδη βορειοδυτικό άνεμο, ομίχλη και σποραδι­κές βροχοπτώσεις. Στις 7.30 π.μ. οι άντρες έφαγαν πρωινό, έπειτα φόρτωσαν την Κέιρντ και, περνώντας μέσα από τη στενή είσοδο του ορμίσκου, βγήκαν έξω στον κόλπο. Ο ήλιος ξεπρόβαλε για λίγο, και μ΄ όλο που η θάλασσα σήκωνε ψηλά κύματα, ήταν όλοι καλοδιάθετοι. Πλησιάζοντας τη βόρεια ακτή λίγο μετά το μεσημέρι, άκου­σαν το μουγκρητό των θαλάσσιων ελεφάντων κι έπειτα από λίγο η Κέιρντ άραξε σε μια αμμουδιά ανάμεσα σ’ εκατοντάδες ζώα.

Ο καιρός είχε αλλάξει πάλι, και μέσα στο ψιλόβροχο οι άντρες έσυραν τη βάρκα πίσω από το ψηλότερο σημείο που έφτανε η θάλασσα και την αναποδογύρισαν για να φτιάξουν ένα καταφύγιο. Με τη μια της πλευρά στηριγμένη σε πέτρες για να μπορούν να μπαινοβγαίνουν, και σκεπασμένη ολόκληρη με χόρτα, η Κέιρντ έγινε μια αρκετά άνετη καλύβα, στην οποία έδωσαν το χαϊδευτικό Πέγκοτι Καμπ, από το όνομα της βάρκας-καλύβας του Ντίκενς. Ένας θαλάσσιος ελέφαντας τους προμήθευσε την τροφή και τα καύσιμα για τη νύχτα. Σκόρπια γύρω τους έβλεπαν ένα σωρό απομεινά­ρια πλοίων που είχε ξεβράσει η θάλασσα —κατάρτια, κομμάτια από ακρόπρωρα, στηλόκρανα, σπασμένα κουπιά, μαδέρια—, «σωστό νεκροταφείο καραβιών», όπως παρα­τήρησε ο Γουόρσλεϊ. Όταν βγήκε το φεγγάρι, ο Κριν φώναξε ότι είχε δει έναν αρουραίο.

«Τον κοροϊδέψαμε», είπε ο Γουόρσλεϊ, «και δήθεν παρακαλεστά του ζήτησα να μας δώσει κι εμάς λιγάκι απ’ αυτό που τον είχε κάνει να βλέπει αρουραίους, όταν όμως, λίγο αργότερα, του μαραγκού του φάνηκε κι αυτού πως είχε δει έναν αρου­ραίο, σταματήσαμε να κοροϊδεύουμε». Κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι αρουραίοι είχαν βγει στη στεριά μαζί με κάποιο ναυάγιο.

Τις επόμενες τρεις ημέρες η κακοκαιρία, με χιόνι και χαλάζι, τους ανάγκασε να μην πολυβγαίνουν από το νέο τους καταφύγιο, κι αυτή η κατάσταση έκανε τον Σάκλετον ν’ αδημονεί. Μια φορά επιχείρησαν μαζί με τον Γουόρσλεϊ ν’ ανιχνεύσουν το μονο­πάτι που θα ‘παιρναν για να διασχίσουν τα βουνά, αλλά μια ξαφνική χιονοθύελλα τους ανάγκασε να γυρίσουν πίσω.

«Δεν θα ξαναπάω άλλη αποστολή, καπετάνιε», αναφέρει ο Γουόρσλεϊ ότι του είπε ο Σάκλετον. Ανυπομονούσαν να φύγουν όσο το φεγγάρι ήταν ακόμα γεμάτο, αλλά κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο όσο δεν βελτιωνόταν ο καιρός. Ο χειμώνας πλησίαζε γοργά και μαζί του λιγόστευαν οι πιθανότητες τους να τα καταφέρουν.

Η κατάλληλη στιγμή έφτασε στις 19 Μαΐου, στις δύο τα ξημερώματα. Μ’ ένα ολόγιομο φεγγάρι να λάμπει σ’ ένα γαλήνιο, καθάριο ουρανό, ο Σάκλετον ήξερε πως δεν θα ‘βρισκαν καλύτερες συνθήκες. Ο ίδιος, ο Κριν και ο Γουόρσλεϊ έφαγαν την πρωινή τους πηχτή και μια ώρα αργότερα ξεκίνησαν την πεζοπορία τους. Οι μαρτυ­ρίες δείχνουν πως ο Βίνσεντ και ο Μακάρθι έμειναν στους υπνόσακους, ο Μακνίς όμως τους συντρόφεψε στα πρώτα 200 περίπου μέτρα.

«Δεν άντεχε να προχωρήσει άλλο», έγραψε απλώς ο Σάκλετον. Στις τελευταίες λευ­κές σελίδες του ημερολογίου του Μακνίς, ο Σάκλετον είχε γράψει με σταθερό, σίγου­ρο χέρι, μια τελευταία οδηγία:

16 Μαΐου 1916
Νότια Τζόρτζια
Κύριε
Ετοιμάζομαι να επιχειρήσω να φτάσω στο Χούσβικ, στην ανατολική ακτή αυτού του νησιού, για να φέρω βοήθεια στην ομάδα μας. Σας αφήνω επικεφαλής τούτης εδώ της ομάδας, που αποτελείται από τον Βίνσεντ, τον Μακάρθι κι εσάς. θα παραμείνετε εδώ έως ότου φτάσει βοήθεια. Έχετε άφθονη τροφή από τις φώκιες, την οποία μπορείτε να συμπληρώνετε με πουλιά και ψάρια ανάλογα με την επιδεξιότητα σας. Σας αφήνουμε ένα δίκαννο, 50 φυσίγγια, 40 με 50 κύβους με ζωμό βοδινού από τις προμήθειες των ελκήθρων, 25 με 30 παξιμάδια και 40 μερίδες ξηράς τροφής’ έχετε επίσης όλο τον αναγκαίο εξοπλισμό για να επιβιώσε­τε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Σε περίπτωση που δεν επιστρέψω, θα ήταν καλύ­τερο, όταν τελειώσει ο χειμώνας, να προσπαθήσετε να φτάσετε με τη βάρκα στην ανατολική ακτή. Η πορεία που ακολουθώ για το Χούσβικ είναι προς τη μαγνητι­κή Ανατολή.
Ελπίζω να σας φέρω βοήθεια σε μερικές ημέρες.
Ειλικρινά υμέτερος
Ε.Χ. Σάκλετον
Χ. Μακνίς

Ενώ ο Μακνίς επέστρεφε στην Πέγκοτι Καμπ, οι τρεις άντρες διέσχισαν το νεκρο­ταφείο των πλοίων, κάτω απ’ το φεγγαρόφωτο που σχημάτιζε μακριές σκιές πάνω στις λαμπερές βουνοκορφές και τους παγετώνες. Σύντομα άρχισαν ν’ ανεβαίνουν μια χιονοσκέπαστη πλαγιά που ξεπρόβαλλε βόρεια της εισόδου του κόλπου, και τράβηξαν προς τον αυχένα που ανοιγόταν ανάμεσα στις οροσειρές της ενδοχώρας.

Ο Σάκλετον σκόπευε αρχικά να πάρουν μαζί τους ένα μικρό έλκηθρο που είχε φτιά­ξει ο Μακνίς, για να μεταφέρουν τους υπνόσακους και τα εφόδια. Ωστόσο, σε μια δοκιμαστική διαδρομή την παραμονή της αναχώρησης τους, αποδείχτηκε πως αυτό το μεταφορικό μέσο ήταν ακατάλληλο για εκείνο το έδαφος.

«Αφού το συζητήσαμε, αποφασίσαμε ν’ αφήσουμε πίσω μας τους υπνόσακους και να κάνουμε τη διαδρομή σε ρυθμό πολύ ελαφρού βάδην», έγραψε ο Σάκλετον. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος θέλῃ νά ζήσῃ...6«θα παίρναμε μαζί μας προμήθειες για τρεις μέρες — ξηρά τροφή και παξιμάδια, θα τις βάζαμε μέσα σε τρεις κάλτσες, ώστε το κάθε μέλος της ομάδας να μεταφέρει τη δική του μερίδα». Επιπλέον, πήραν την Πρίμους γεμάτη με πετρέλαιο, που θα τους έφτανε για έξι ζεστά γεύ­ματα, σαράντα οχτώ σπίρτα, τη μικρή χύτρα για την πηχτή, δύο πυξίδες, ένα ζευγάρι κιά­λια, καμιά τριανταριά μέτρα σκοινί και το σκεπάρνι του Μακνίς. Ο Γουόρσλεϊ είχε το χρο­νόμετρο του πλοίου κρεμασμένο πάντα στο λαιμό του. Για μπαστούνι, ο κάθε άντρας είχε πάρει ένα ξύλο από το πρώην κατάστρωμα της Κέφντ. Όσο για τα ρούχα τους, τώρα πια τα μάλλινα εσώρουχα και τα υφασμάτινα παντελόνια τους ήταν σχεδόν κουρελιασμένα.

«Στο ζήτημα των παπουτσιών είχα σταθεί άτυχος, γιατί είχα αφήσει τις χοντρές ορειβατικές μπότες μου στην παγονησίδα και τώρα είχα ένα ζευγάρι ελαφρύτερες και κακοπαθημένες», έγραψε ο Σάκλετον. «Ο μαραγκός με βοήθησε βάζοντας μπόλικες βίδες στις σόλες τους, για να μπορούν να γαντζώνονται στον πάγο». Τις βίδες τις είχαν βγάλει από την Τζέψς Κέφντ.

Με τον Γουόρσλεϊ για οδηγό, άρχισαν την αναρρίχηση τους στη χιονοσκέπαστη πλαγιά, για να διαπιστώσουν σε λίγο ότι το έδαφος είχε διαβρωθεί και το σκληρό, συμπαγές χιόνι που υπήρχε μόλις πριν από δύο μέρες είχε γίνει μια μαλακιά λάσπη, μέσα στην οποία βούλιαζαν μέχρι τον αστράγαλο. Έπειτα από δύο ώρες είχαν φτάσει στα 300 μέτρα, αρκετά ψηλά για να έχουν μια πανοραμική θέα της ακτής κάτω και να δουν πως ο δρόμος τους προς το εσωτερικό του νησιού δεν περνούσε μεσ’ από ομαλές χιονοσκέπαστες εκτάσεις, αλλά μέσα από μεγάλες γούβες με χιόνι που κόβονταν από απότομα βράχια. Καθώς βάδιζαν αργά αλλά σταθερά προς τον αυχένα του βουνού, έπεσε μια πυκνή ομίχλη που έκρυψε το φεγγάρι. Οι άντρες δέθηκαν ο ένας πίσω απ’ τον άλλο και συνέχισαν στα τυφλά μέσα στην αδιαπέρα­στη ομίχλη, με τον Σάκλετον να προπορεύεται και τον Γουόρσλεϊ τελευταίο να δίνει οδηγίες.

Στην κορυφή του αυχένα, με το πρώτο φως της αυγής, η ομίχλη αραίωσε αρκετά και τους επέτρεψε να δουν ένα μέρος του τοπίου που απλωνόταν κάτω, κάτι που έμοια­ζε με παγωμένη λίμνη. Αφού έκαναν μια σύντομη στάση για να φάνε ένα παξιμάδι, κίνησαν προς τα κει, γιατί ο Σάκλετον πίστευε ότι η πορεία αυτή θα ήταν ευκολότερη από το να προχωρούν όλο στα υψώματα. Έπειτα από περπάτημα μιας ώρας άρχισαν να παρατηρούν σημάδια από βαθιές ρωγμές στο έδαφος και κατάλαβαν ότι βάδιζαν πάνω σ’ έναν παγετώνα σκεπασμένο με φρέσκο χιόνι. Συνέχισαν προσεκτικά, ώσπου η ομίχλη κάτω καθάρισε αρκετά, αποκαλύπτοντας ότι το νερό που είχαν δει δεν ήταν λίμνη, ούτε ήταν παγωμένο, όπως τους είχε κάνει να πιστέψουν ένα παιχνίδι του φωτός. Στην πραγματικότητα ήταν ο Κόλπος Ποσέσιον, ένας βραχίονας της θάλασσας στην ανατολική ακτή, σχεδόν απέναντι από τον Κόλπο Κινγκ Χάακον όπου είχαν βγει εκείνοι, στα δυτικά. Ξέροντας πως η ακτή ήταν αδιάβατη, δεν είχαν άλλη επιλογή από το να κάνουν μεταβολή και να γυρίσουν προς τα πίσω. Ήταν ένα ανόητο λάθος, αφού ο Κόλπος Ποσέσιον ήταν ολοκάθαρα σημειωμένος στο χάρτη τους, αλλά μας δίνει μια ιδέα για το πόσο μικρή αντίληψη του χώρου είχαν όταν ξεκίνησαν την πορεία τους.

Ο ήλιος ανέτειλε σ’ ένα γαλήνιο, ανέφελο ουρανό, υποσχόμενος μια παρατεταμέ­νη, σπάνια καλοκαιρία’ έπρεπε να βιαστούν όσο το επέτρεπαν οι συνθήκες. Την ημέρα όμως η επιφάνεια του χιονιού μαλάκωνε πολύ κι ήταν φορές που βούλιαζαν μέχρι τα γόνατα ο τρόπος που βάδιζαν, αργά και κοπιαστικά, θα πρέπει να θύμισε στον Σάκλε-τον και τον Κριν τις προηγούμενες πορείες τους, τότε που έσερναν τα έλκηθρα. Στις 9 π.μ. σταμάτησαν για το πρώτο τους γεύμα. Γέμισαν τη χύτρα με χιόνι και ο Κριν άναψε την Πρίμους. Μόλις έλιωσε το χιόνι, έριξαν στην κατσαρόλα δύο μερίδες υλικά από τις προμήθειες των ελκήθρων κι έφαγαν το χυλό τους σχεδόν καυτό, όσο πιο γρήγορα μπο­ρούσαν.

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος θέλῃ νά ζήσῃ...7

Συνέχισαν την πορεία τους σταματώντας για ένα λεπτό κάθε τέταρτο της ώρας και ξαπλώνοντας ανάσκελα, με χέρια και πόδια απλωμένα πάνω στο χιόνι. Από τότε που είχαν φύγει από τον Καταυλισμό της Υπομονής, στις 9 Απριλίου, έξι εβδομάδες πριν, οι άντρες είχαν πολύ λίγες ευκαιρίες ακόμα και να τεντώσουν τα πόδια τους, είκοσι τέσσερις από τις μέρες εκείνων των έξι εβδομάδων τις είχαν περάσει στριμωγμένοι στις βάρκες που σκαμπανέβαζαν. Τα πόδια τους δεν είχαν συνέλθει ακόμη από τα κρυοπα­γήματα και τα ρούχα τους, ποτισμένα από την αρμύρα, τρίβονταν τώρα στο εσωτερικό των μηρών τους και τους ερέθιζαν. Έτσι, καθώς σκαρφάλωναν βουλιάζοντας στο χιόνι μέχρι το γόνατο, υπέφεραν διπλά.

Δυο ώρες μετά το γεύμα τους αντίκρισαν ένα τείχος από πέντε απόκρημνους βρά­χους που ορθώνονταν μπροστά στο δρόμο τους, σαν κοντόχοντρα δάχτυλα μιας σηκωμένης παλάμης. Τα κενά ανάμεσα στους βράχους έμοιαζαν να προσφέρουν τέσ­σερα διαφορετικά περάσματα, θέλοντας να φτάσει στο πλησιέστερο και νοτιότερο απ’ όλα, ο Σάκλετον προπορεύτηκε, σκάβοντας με το σκεπάρνι σκαλοπάτια στον πάγο καθώς ανέβαιναν.

«Το θέαμα ήταν αποκαρδιωτικό», ανέφερε ο Σάκλετον από την κορυφή. «Έσκυψα να δω από έναν γκρεμό κι αντίκρισα ένα χάος από πάγο ν’ απλώνεται 500 μέτρα κάτω. Ήταν αδύνατο να κατεβούμε». Ένας ψηλός βράχος τους εμπόδιζε να βγουν στο επόμενο πέρασμα, οπότε αναγκάστηκαν να ξανακατέβουν την ψηλή πλαγιά που τους είχε πάρει τρεις ώρες να την ανέβουν.

Ανυπομονώντας ν’ ανακτήσουν το χαμένο έδαφος, άρχισαν αμέσως ν’ ανεβαίνουν προς το δεύτερο άνοιγμα, χωρίς μεγάλη δυσκολία, σταματώντας μονάχα για ένα βια­στικό γεύμα. Φτάνοντας όμως στο «πέρασμα», απογοητεύτηκαν και πάλι.

«Βρισκόμασταν ανάμεσα σε δύο γιγάντιους μαύρους βράχους που έμοιαζαν να έχουν ξεπηδήσει μεσ’ από το παγωμένο τους σκέπασμα», έγραψε ο Γουόρσλεϊ. «Μπροστά μας υψωνόταν η οροσειρά Άλαρνταϊς με τις κορυφές της τη μια πίσω απ’ την άλλη, χιονισμένη κι εντυπωσιακή, να στραφταλίζει μες στη λιακάδα. Στις πλαγιές των βουνών βλέπαμε παγετώνες, μεγαλόπρεπους στην όψη, αλλά, όπως καταλάβαμε, απειλητικούς για την πορεία μας». Κουρασμένοι, μουδιασμένοι, έκαναν ακόμα μια υποχώρηση, κατεβαίνοντας άλλη μια πλαγιά κι εναποθέτοντας τις ελπίδες τους στο τρίτο πέρασμα.

«Η καθεμιά απ’ αυτές τις διαδοχικές αναρριχήσεις ήταν και πιο απότομη», έγραψε ο Γουόρσλεϊ, «κι αυτή η τρίτη, η οποία μας έφερε περίπου 1.500 μέτρα πάνω από την επι­φάνεια της θάλασσας, ήταν η πιο εξαντλητική». Έφτασαν στην κορυφή του τρίτου ανοίγματος στις τέσσερις το απόγευμα, όταν ο ήλιος άρχιζε να δύει και το κρύο της νύχτας που έπεφτε γινόταν όλο και πιο τσουχτερό. Όμως η θέα κάτω από τα πόδια τους δεν ήταν καλύτερη απ’ ό,τι από τα άλλα ανοίγματα. Όπως παρατήρησε ο Γουόρσλεϊ, όλοι ο απογευματινοί τους κόποι είχαν αποδειχτεί άκαρποι. Περπατούσαν γύρω στις δεκατρείς ώρες κι ένιωθαν μουδιασμένοι από την κούραση. Παρ’ όλ’ αυτά, ούτε καν τους πέρασε απ’ το μυαλό να ξαπλώσουν για να ξεκουραστούν – ή να τα παρατήσουν τελείως. Ο Σάκλετον ήξερε ότι οι δύο σύντροφοι του δεν επρόκειτο ποτέ να σταματή­σουν ή να παραπονεθούν. Κι αυτοί με τη σειρά τους ήξεραν ότι ο Σάκλετον θα εξακο­λουθούσε να ψάχνει μια διέξοδο μέχρι να καταρρεύσει. Όλες εκείνες τις ατέλειωτες, εξα­ντλητικές ώρες παρέμειναν μια σφιχτοδεμένη, αταλάντευτα προσηλωμένη στο στόχο της ομάδα.

Τώρα, κοιτάζοντας προς το βορειότερο και τελευταίο πέρασμα, τους φάνηκε ότι η κατάβαση ήταν επιτέλους εφικτή. Δίχως καθυστέρηση ξαναγύρισαν πίσω για τρίτη φορά κι ετοιμάστηκαν για την τέταρτη ανάβαση.

Στα ριζά του τελευταίου περάσματος συνάντησαν ένα τεράστιο χάσμα, βάθους περί­που 60 μέτρων, που είχε δημιουργήσει ο άνεμος στο χιόνι και τον πάγο – μια ανατρι­χιαστική υπόδειξη του τι μπορούσε να κάνει μια θύελλα σε τέτοιο υψόμετρο. Κάνοντας προσεκτικά το γύρο του χάσματος, άρχισαν να σκαρφαλώνουν στο παγωμένο, κοφτερό μονοπάτι που οδηγούσε στο τελευταίο άνοιγμα. Πίσω τους, μια πυκνή ομίχλη σερνόταν πάνω απ’ το έδαφος, εμποδίζοντας τελείως την ορατότητα. Όταν έφτασαν ψηλά πάνω στο πέρασμα, στάθηκαν στη στενή κορυφογραμμή και, τυλιγμένοι στην ομίχλη που ανέβαινε, επιθεώρησαν το σκηνικό. Έπειτα από μια αρχικά απότομη κατηφόρα, το έδα­φος κατέληγε σε μια μακριά, ομαλή χιονοσκέπαστη πλαγιά, που οι πρόποδες της ήταν κρυμμένοι μες στην ομίχλη και το σκοτάδι που πύκνωνε ολοένα.

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος θέλῃ νά ζήσῃ...8

«Δε μου αρέσει καθόλου η θέση μας», είπε ο Σάκλετον, σύμφωνα με τα γραφόμενα του Γουόρσλεϊ. Καθώς η νύχτα έπεφτε, κινδύνευαν να παγώσουν στο υψόμετρο που βρίσκονταν. Ο Σάκλετον έμεινε για λίγα λεπτά συλλογισμένος.

«Πρέπει να το διακινδυνεύσουμε», είπε τελικά. «Είστε μέσα;» Δρασκέλισαν την κορυ­φογραμμή και άρχισαν μια επίπονη κατάβαση. Με τον Σάκλετον να φτιάχνει πατήματα στον καλυμμένο με χιόνι γκρεμό, προχωρούσαν πόντο-πόντο. Έπειτα από μισή ώρα οι τρεις άντρες είχαν διανύσει κάτι λιγότερο από 100 μέτρα κι έφτασαν στη μακριά χιονι­σμένη πλαγιά. Ο Σάκλετον ζύγισε ξανά την κατάσταση. Χωρίς υπνόσακους και με κου­ρελιασμένα τα ρούχα τους, ήταν αδύνατο να επιβιώσουν μια νύχτα στα βουνά, οπότε αποκλειόταν να σταματήσουν. Ο δρόμος πίσω τους δεν πρόσφερε καμιά ελπίδα διό­δου, άρα δεν μπορούσαν να γυρίσουν. Έπρεπε να συνεχίσουν. Κάτι άλλο που τους πίεζε να προχωράνε ασταμάτητα, ήταν ο φόβος μήπως άλλαζε ο καιρός.

«θα τσουλήσουμε», αναφέρει ο Γουόρσλεϊ ότι είπε τελικά ο Σάκλετον. Αφού τύλι­ξαν κουλούρα το σκοινί, οι τρεις άντρες κάθισαν πάνω του, ο ένας πίσω απ’ τον άλλο, με τα πόδια ανοιχτά και τα μπράτσα ν’ αγκαλιάζουν σφιχτά τον μπροστινό. Με τον Σάκλετον πρώτο και τον Κριν τελευταίο, γλίστρησαν μες στο σκοτάδι που απλωνόταν κάτω.

«Ήταν σαν να εκτοξευόμασταν στο διάστημα», έγραψε ο Γουόρσλεϊ. «Για μια στιγ­μή μου σηκώθηκε η τρίχα. Έπειτα, εντελώς ξαφνικά, ένιωσα όμορφα και κατάλαβα ότι χαμογελούσα! Μάλιστα, το απολάμβανα… Έβγαλα μια κραυγή ενθουσιασμού, κι άκουσα ότι το ίδιο έκαναν και ο Σάκλετον με τον Κριν».

Καθώς η ταχύτητα τους μειωνόταν, κατάλαβαν πως η πλαγιά έδινε τη θέση της σε επίπεδο έδαφος και τελικά σταμάτησαν μαλακά σ’ ένα ανάχωμα από χιόνι. Σηκώθηκαν όρθιοι και με μεγάλη σοβαρότητα αντάλλαξαν χειραψίες. Μέσα σε λίγα μόνο λεπτά είχαν καλύψει 500 μέτρα.

Συνέχισαν την πορεία τους κάπου μισό μίλι, διασχίζοντας ένα χιονισμένο υψίπε­δο, κι έπειτα έκαναν στάση για άλλο ένα γεύμα. Στις 7 μ.μ. ανέτειλε το φεγγάρι κι έριξε το φως του πάνω σ’ ένα επιβλητικό τοπίο.

«Τα τεράστια χιονισμένα υψίπεδα άστραφταν κατάλευκα μπροστά μας», έγραψε ο Γουόρσλεϊ. «Πανύψηλες κορυφές ορθώνονταν ολόγυρα προκαλώντας δέος, στα νότια έστεκε η σειρά των μαύρων απόκρημνων βράχων, ενώ προς τα βόρεια απλωνό­ταν η ασημένια θάλασσα». Η ταλαιπωρία στις βουνοκορφές τους είχε δώσει τουλάχι­στον μια πιο ξεκάθαρη εικόνα της μορφολογίας του εδάφους.

Μόλις τέλειωσαν το σύντομο γεύμα τους, ξεκίνησαν και πάλι, και γύρω στα μεσά­νυχτα έφτασαν σε μια μεγάλη αλλά ομαλή κατηφοριά. Τώρα προχωρούσαν με ακόμη μεγαλύτερη προσοχή, φοβούμενοι μήπως, σ’ αυτό το τελευταίο στάδιο, έκαναν κάποια λάθος κίνηση.

«Όταν οι άνθρωποι είναι τόσο κουρασμένοι όσο ήμασταν εμείς», έγραψε ο Γουόρσλεϊ, «τα νεύρα τους είναι τεντωμένα, κι έχει μεγάλη σημασία να προσπαθεί ο καθένας να μην ενοχλεί τους υπόλοιπους. Στην πορεία αυτή φερόμασταν ο ένας στον άλλο με πολύ μεγαλύτερη λεπτότητα απ’ ό,τι θα κάναμε υπό κανονικές συνθή­κες. Κανείς άλλος δεν προσέχει τόσο τους τύπους και την “καλή συμπεριφορά”, όσο οι έμπειροι ταξιδιώτες όταν βρίσκονται σε δύσκολη θέση».

Έπειτα από δυο ώρες σχετικά εύκολης κατηφορικής πορείας βρέθηκαν κοντά σ’ έναν κόλπο, ο οποίος φαντάστηκαν ότι θα ήταν ο Στρόμνες. Με ολοένα αυξανόμενο ενθουσιασμό άρχισαν να εντοπίζουν αναγνωρίσιμα σημάδια τα οποία βρίσκονταν κοντά σ’ έναν από τους φαλαινοθηρικούς σταθμούς. Σχεδόν ζαλισμένοι από την ανυπομονη­σία, συνέχισαν να περπατάνε, ώσπου, έξαφνα, εμφανίστηκαν βαθιές ρωγμές που τους έδωσαν να καταλάβουν πως βρίσκονταν πάνω σ’ έναν παγετώνα.

«Ήξερα ότι δεν υπήρχαν παγετώνες στον Κόλπο Στρόμνες», θυμόταν με θλίψη ο Σάκλετον. Όπως και στο ξεκίνημα της πορείας τους, είχαν αφεθεί να ξεγελαστούν και να πάρουν λάθος δρόμο, λόγω της σχετικής ευκολίας που τους υποσχόταν. Κατάκοποι κι απελπισμένοι, γύρισαν πίσω, ακολουθώντας μια κατά προσέγγιση πορεία προς τα νοτιοανατολικά.

Έκαναν γύρω στις τρεις ώρες να ξαναφτάσουν στο ύψος από όπου είχαν ξεκινή­σει, στα ριζά του τείχους με τις βραχώδεις προεξοχές. Ήταν πέντε τα ξημερώματα της 20ής Μαΐου. Σε λίγες ώρες θα χάραζε. Άρχισε να φυσάει, κι έτσι εξαντλημένοι καθώς ήταν, ένιωθαν τον αέρα να τους περονιάζει μέχρι το κόκαλο. Ο Σάκλετον έδωσε εντολή για μια σύντομη ανάπαυση, και μέσα σε μερικά λεπτά ο Γουόρσλεϊ και ο Κριν είχαν βυθιστεί στο χιόνι και είχαν αποκοιμηθεί ο ένας στην αγκαλιά του άλλου για να ζεσταθούν. Ο Σάκλετον παρέμεινε ξύπνιος.

«Ήξερα πως θα ήταν ολέθριο να κοιμηθούμε και οι τρεις», έγραφε. «Ο ύπνος υπ’ αυ­τές τις συνθήκες καταλήγει στο θάνατο. Έπειτα από πέντε λεπτά τους σκούντησα για να ξυπνήσουν, τους είπα ότι είχαν κοιμηθεί μισή ώρα κι έδωσα εντολή να κινήσουμε πάλι».

Έτσι όπως είχαν ξεμάθει να χαλαρώνουν, οι άντρες σηκώθηκαν τόσο πιασμένοι, που αναγκάστηκαν να περπατήσουν με τα γόνατα λυγισμένα μέχρι να ζεσταθούν τελείως και να μπορέσουν ν’ ανηφορίσουν προς τις μυτερές κορυφές μιας οροσειράς που απλωνόταν μπροστά τους’ τώρα πια έμπαιναν στ’ αλήθεια σε γνώριμο έδαφος, και ήξεραν ότι αυτή ήταν η κορυφογραμμή μιας οροσειράς που ξεκινούσε από τον Κόλπο Φορτούνα, που βρισκόταν αμέσως μετά τον Στρόμνες. Καθώς αγωνίζονταν ν’ ανέβουν την απότομη πλαγιά που οδηγούσε σ’ ένα άνοιγμα στην κορυφή, τους υποδέχτηκε μια ριπή παγωμένου αέρα. Πέρασαν το άνοιγμα την ώρα που χάραζε και στάθηκαν να πάρουν μια ανάσα.

Ακριβώς κάτω απ’ τα πόδια τους ήταν ο Κόλπος Φόρτούνα, πιο πέρα όμως, στο τέλος μιας οροσειράς στα ανατολικά, αντίκρισαν το χαρακτηριστικό, αλλόκοτο σύμπλεγμα βράχων που ήταν το σήμα κατατεθέν του Κόλπου Στρόμνες. Στάθηκαν λίγο σιωπηλοί κι έπειτα, για δεύτερη φορά, αντάλλαξαν χειραψίες.

«Μέσα στο μυαλό μας, το ταξίδι είχε τελειώσει», έγραφε ο Σάκλετον, «μόλο που στην πραγματικότητα είχαμε άλλα δώδεκα μίλια δύσβατης διαδρομής». Τώρα πια όμως ήξεραν ότι θα τα κατάφερναν.

Ενώ ο Κριν ετοίμαζε πρωινό με τα τελευταία τους καύσιμα, ο Σάκλετον σκαρφά­λωσε σε μια ψηλότερη ράχη για να έχει καλύτερη θέα. Στις 6.30 π.μ. του φάνηκε πως άκουσε τον ήχο μιας ατμοσειρήνας, ήξερε ότι εκείνη περίπου την ώρα ξυπνού­σαν οι άντρες στους φαλαινοθηρικούς σταθμούς. Έτρεξε να το πει και στους άλλους, εάν είχε ακούσει σωστά, στις εφτά θα ‘πρεπε ν’ ακουστεί ξανά η σειρήνα, καλώντας τους άντρες να πιάσουν δουλειά. Με ζωηρή ανυπομονησία περίμεναν και οι τρεις, παρακολουθώντας τους δείκτες να γυρίζουν στο χρονόμετρο του Γουόρσλεϊ” και στις εφτά ακριβώς άκουσαν πάλι τη σειρήνα. Ήταν ο πρώτος ήχος από τον κόσμο των ανθρώπων που άκουγαν από τις 5 Δεκεμβρίου του 1914. Και τους έλεγε ότι ο σταθ­μός ήταν επανδρωμένος, μονάχα λίγες ώρες μακριά τους βρίσκονταν άνθρωποι και πλοία, και μαζί τους η σωτηρία της ομάδας στο νησί Ελέφαντας.

Εγκαταλείποντας την Πρίμους που τόσο πιστά τους είχε υπηρετήσει, άρχισαν να κατηφορίζουν το βουνό, βουλιάζοντας στο παχύτερο στρώμα χιονιού που είχαν συνα­ντήσει σε όλο το ταξίδι τους. Η κατάβαση έγινε πιο απότομη και το χιόνι έδωσε τη θέση του σε γαλάζιο πάγο. Ο Γουόρσλεϊ πρότεινε να γυρίσουν πίσω και ν’ ακολουθήσουν άλλη, ασφαλέστερη διαδρομή, ο Σάκλετον όμως, ανένδοτος, επέμεινε να συνεχίσουν. Περπατούσαν είκοσι εφτά ολόκληρες ώρες και τα αποθέματα αντοχής τους είχαν αρχίσει να λιγοστεύουν. Υπήρχε διαρκώς ο κίνδυνος να χαλάσει ο καιρός’ και ακόμη και την τελευταία στιγμή, μια ξαφνική καταιγίδα ή χιονοθύελλα μπορούσε να τους αποτελειώσει.

Προσεκτικά στην αρχή, έσκαβαν σκαλοπάτια στον πάγο με το σκεπάρνι έπειτα ο Σάκλετον, όλο και πιο ανυπόμονος, ξάπλωσε ανάσκελα κι άρχισε να φτιάχνει με κλοτσιές πατήματα στον πάγο καθώς κατέβαινε, ενώ ο Γουόρσλεϊ υποτίθεται ότι τον συγκρατούσε μ’ ένα σκοινί από τη δική του επισφαλή θέση πιο πάνω. Στην πραγματι­κότητα, ένα γλίστρημα του Σάκλετον θα τους είχε παρασύρει όλους κάτω.

Τους πήρε τρεις ώρες για να κατέβουν τη μικρή απόσταση μέχρι την αμμώδη παραλία του Κόλπου Φορτούνα και να βρεθούν σ’ ένα βάλτο από λασπερό πάγο όπου κολλούσαν οι μπότες τους. Βρήκαν κι εκεί σημάδια ανθρώπων, «που η δουλειά τους», παρατήρησε ο Σάκλετον, «όπως τόσο συχνά συμβαίνει, έσπερνε την καταστρο­φή». Γύρω τους κείτονταν αρκετές νεκρές φώκιες που έφεραν τραύματα από σφαί­ρες. Τις προσπέρασαν και συνέχισαν προς την άλλη πλευρά του κόλπου.

Γύρω στις 12.30 το μεσημέρι είχαν περάσει την απέναντι πλαγιά του κόλπου και κατευθύνθηκαν προς ένα ομαλό υψίπεδο και την τελευταία κορυφογραμμή που τους χώριζε από το Σταθμό Στρόμνες. Ξαφνικά ο Κριν έπεσε μέσα σε κάτι που αποδείχτη­κε πως ήταν πάγος κάτω απ’ τα πόδια τους’ το «υψίπεδο» ήταν μια παγωμένη λιμνούλα, σκεπασμένη με χιόνι. Τον τράβηξαν έξω, βρεγμένο μέχρι τη μέση, και συνέχισαν την πορεία τους πολύ προσεκτικά.

Μια ώρα αργότερα στέκονταν στην τελευταία κορυφογραμμή και αντίκριζαν τον Κόλπο Στρόμνες. Φάνηκε μια φαλαινοθηρική βάρκα και πίσω της ένα ιστιοφόρο’ μικροσκοπικές φιγούρες διακρίνονταν να κινούνται στα υπόστεγα του σταθμού. Για τρίτη και τελευταία φορά στη διάρκεια αυτού του ταξιδιού οι άντρες στράφηκαν και αντάλλαξαν χειραψίες.

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος θέλῃ νά ζήσῃ...9Προχωρώντας σαν αυτόματα σχεδόν, μη μπορώντας ούτε να σκεφτούν πια απ’ την κούραση, διένυσαν το τελευταίο κομμάτι της πορείας τους. Αναζητώντας ένα δρόμο που θα τους κατέβαζε από την κορυφογραμμή στο λιμάνι, ακολούθησαν ένα μικρό ρυάκι, χωμένοι στα παγωμένα του νερά μέχρι τον αστράγαλο. Το ρυάκι κατέληγε σ’ έναν καταρράχτη ύψους οχτώ μέτρων περίπου, και χωρίς να διστάσουν καθόλου, αποφάσισαν ν’ ακολουθήσουν την πορεία του. Δεν τους έμενε άλλος χρόνος, οι δυνάμεις τους εξα­ντλούνταν, δεν μπορούσαν πια να υπολογίζουν ή να καταστρώνουν σχέδια, μπορούσαν μόνο να βαδίζουν. Αφού έδεσαν τη μια άκρη του φθαρμένου τους σκοινιού σ’ ένα βράχο, κατέβασαν πρώτα τον Κριν πάνω απ’ το χείλος του καταρράχτη κι εκείνος εξα­φανίστηκε εντελώς μέσα στους αφρούς. Μετά κατέβηκε ο Σάκλετον και τελευταίος ο Γουόρσλεϊ, ο οποίος ήταν, όπως έγραψε ο Σάκλετον, «ο ελαφρύτερος και πιο σβέλτος της ομάδας». Αφήνοντας το σκοινί να κρέμεται, έσυραν το βήμα τους ίσια μπροστά.

Στις 3 το απόγευμα (της 20ης Μαϊου) έφτασαν στις πρώτες εγκαταστάσεις του Σταθμού Στρόμνες. Είχαν ταξιδέψει αδιάκοπα επί τριάντα έξι ώρες. Τα γένια τους είχαν μεγαλώσει, τα πρόσωπα τους ήταν μαυρισμένα απ’ το καμένο λίπος και τα μαλλιά τους θαμπά, κοκαλωμένα απ’ το αλάτι, τους έφταναν σχεδόν μέχρι τους ώμους. Τα βρόμικα ρούχα τους ήταν κουρελιασμένα, μάταια ο Γουόρσλεϊ είχε προσπαθήσει να συμμαζέ­ψει τον καβάλο του παντελονιού του, που είχε σκιστεί όταν κατέβηκαν τσουλώντας το βουνό. Κοντά στο σταθμό συνάντησαν τα πρώτα ανθρώπινα πλάσματα που αντίκρι­ζαν, πέρα από τα μέλη της ομάδας τους, ύστερα από δεκαοχτώ μήνες σχεδόν — δυο μικρά παιδιά, τα οποία όταν τους είδαν το ‘βαλαν στα πόδια τρομαγμένα. Οι άντρες συνέχισαν να προχωρούν σαν μέσα σε όνειρο. Πέρασαν τις σκοτεινές αποθήκες και κατευθύνθηκαν προς την προβλήτα, και τώρα πια κι η πιο ασήμαντη κατασκευή του θεοβρώμικου σταθμού φάνταζε ξεχωριστή. Ένας άντρας που τους είδε, τινάχτηκε ξαφνιασμένος και βιάστηκε ν’ απομακρυνθεί, περνώντας πιθανόν το ρακένδυτο τρίο για τίποτα μεθυσμένους, ξέμπαρκους ναυτικούς — κανείς δεν θα μπορούσε να δια­νοηθεί την πιθανότητα να βγουν σώοι ναυαγοί στο νησί Νότια Τζόρτζια.

Στο λιμάνι βρήκαν τον επιστάτη του σταθμού, τον Ματίας Άντερσεν. Μιλώντας του αγγλικά, ο Σάκλετον του ζήτησε να τον πάει στον πλοίαρχο Άντον Άντερσεν, που ήταν ο χειμερινός διευθυντής του σταθμού όταν σάλπαρε η Καρτερία. Κοιτάζοντας τους από πάνω μέχρι κάτω, ο επιστάτης απάντησε ότι ο πλοίαρχος Άντερσεν δεν βρι­σκόταν πια εκεί, αλλά θα τους πήγαινε στον νέο διευθυντή, τον Τόραλφ Σέρλε. Ο Σάκλετον κούνησε το κεφάλι, τον ήξερε τον Σέρλε, τους είχε φιλοξενήσει πριν από δύο χρόνια, όταν η αποστολή είχε πιάσει λιμάνι στο Στρόμνες.

Αποφεύγοντας διακριτικά τις ερωτήσεις, ο επιστάτης οδήγησε τους τρεις άντρες στο σπίτι του διευθυντή του σταθμού.
«Ο κύριος Σέρλε βγήκε στο κατώφλι και είπε: “Τι τρέχει;”» θυμόταν ο Σάκλετον.
«”Δεν με θυμάστε;” είπα εγώ.
»Ή φωνή σου κάτι μου θυμίζει”, αποκρίθηκε εκείνος διστακτικά. “Είσαι ο πλοί­αρχος της Ντέιζι”».
Ένας ηλικιωμένος Νορβηγός φαλαινοθήρας που ήταν επίσης παρών, αφηγήθηκε αργότερα, με τα σπασμένα του αγγλικά, τη συνάντηση:
«Διευθυντής λέει: “Ποιος διάολο είσαι;” και άντρας με γένια στη μέση των τριών λέει πολύ ήσυχα: “Ονομάζομαι Σάκλετον”. Εγώ… γυρίζω απ’ την άλλη και κλαίω»
………………………………………….

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος θέλῃ νά ζήσῃ...10Έτσι, με έντονα συναισθηματικό τρόπο (όπως και θα άξιζε άλλωστε), κλείνουμε την ιστορία της περιπλάνησης και της σωτηρίας των τριών ανδρών το Μάιο του 1916 στο νησί Νότια Γεωργία. Τις επόμενες ημέρες ακολούθησε προσπάθεια απεγκλωβισμού των υπόλοιπων τριών που παρέμεναν στην ερημική ακτή στην άλλη άκρη του νησιού. Μόλις στις αρχές του επόμενου Σεπτεμβρίου (περισσότερο από τρεις μήνες αργότερα) στάθηκε εφικτό να προσεγγίσει πλοίο στο Νησί του Ελέφαντα και να παραλάβει και τους υπόλοιπους ναυαγούς της «Καρτερίας», που κατάφεραν να περάσουν έναν ολόκληρο Ανταρκτικό χειμώνα χωρίς καμμιά απώλεια, επιβιώνοντας κάτω από δύο αναποδογυρισμένες βάρκες και τρώγοντας κρέας πιγκουίνων. Ο χαρισματικός αρχηγός, Έρνεστ Σάκλετoν, έβαλε τη σφραγίδα του σ αυτή την περιπέτεια και χάρις στις ηγετικές και διοικητικές του ικανότητες, 28 άνθρωποι έζησαν μια απίστευτη περιπέτεια χωρίς να υπάρξει ούτε μια απώλεια!

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ
Το AdventureZone.gr ευχαριστεί θερμά τις εκδόσεις ΩΚΕΑΝΙΔΑ για την άδεια αναδημοσίευσης του συγκεκριμένου αποσπάσματος του βιβλίου της Caroline Alexander: Η ΚΑΡΤΕΡΙΑ (The Endurance. Shackleton’s Legendary Antarctic Expedition).

πηγή

(Visited 154 times, 1 visits today)




Leave a Reply