Apassionata. (Τὸ χρονικὸ μίας ἀποπλανήσεως ἐνηλίκου.)

Apassionata. (Τὸ χρονικὸ μίας ἀποπλανήσεως ἐνηλίκου.)1  

(Προσοχή: Ακατάλληλο δια ανηλίκους)

Η Αφροδίτη ήταν δεκάξι χρονών όταν τέλειωσε ο Α΄ παγκόσμιος πόλεμος. Την ώρα που οι εκπρόσωποι των νικητών και του Κάιζερ υπέγραφαν τη συνθήκη των Βερσαλλιών, εκείνη σήκωνε το φόρεμα της για να φανερώσει το εφηβαίο της. Λίγο μετά, ξαπλωμένη στο μάρμαρο, δίπλα στο πιάνο, με την παρτιτούρα της Appasionata ανοιχτή στην πρώτη σελίδα, παραδινόταν άνευ όρων στο δάσκαλο της μουσικής. Ή μήπως συνέβη το αντίθετο;

Εκείνος ήταν ένας γκριζομάλλης κύριος, βαριεστημένος σύζυγος και πατέρας τριών παιδιών. Έπαιζε το πιάνο όπως του είχαν μάθει, χωρίς ποτέ να κάνει λάθος, αλλά και δίχως να προσδίδει οποιοδήποτε προσωπικό ιδίωμα στο παίξιμο του. Οι άκρες των δακτύλων του ήταν γύψινες, όπως και η προσωπικότητα του. Μια ευτελής απομίμηση μαρμάρου, εύθραυστη, ελαφριά και μονοκόμματη, χωρίς ανταύγειες, νερά και στιλπνότητα. Στο παίξιμο του ήταν γρήγορος και ακριβής. Μπορούσε να παίζει το «Βάλς του ενός λεπτού» σε εξήντα οκτώ δευτερόλεπτα, αλλά όταν τέλειωνε νόμιζες ότι τον άκουγες να παίζει για ώρες.

Δίδασκε την Αφροδίτη από τότε που ήταν δέκα χρονών, αφού η προηγούμενη δασκάλα, μια παχύσαρκη γεροντοκόρη που σιχαινόταν τα παιδιά, έπαθε εγκεφαλικό στη διάρκεια ενός ρεσιτάλ.

Ήταν ένα μικρό αιμάτωμα, που της άφησε μόνο ένα κουσούρι, την πρωτοφανή για την αναπτυσσόμενη ψυχολογία «αμουσία», όπου η ασθενής δεν μπορούσε να αναγνωρίσει τις νότες στην παρτιτούρα ή να ξεχωρίσει ένα μινόρε από ένα ματζόρε μεγάλης εβδόμης.

Πολλοί ήταν οι υποψήφιοι για την κενή θέση. Η οικογένεια της Αφροδίτης ήταν από τις πλουσιότερες της Θεσσαλονίκης και ο κύριος Μπελλίδης δεν καθυστερούσε ποτέ τις πληρωμές Apassionata. (Τὸ χρονικὸ μίας ἀποπλανήσεως ἐνηλίκου.)2του. Οι μουσικοί, ως είθισται, ψωμολυσσούσαν, και έτρεξαν σωρηδόν να υποβάλλουν την αίτηση τους. Η κυρία Μπελλίδου, που δεν ήξερε πολλά από μουσική, διάλεξε εκείνον που φορούσε το πιο αξιοπρεπές καπέλο.

Η Αφροδίτη ήταν παιδί όταν έκανε το πρώτο της μάθημα με τον Απόστολο Βεργίνη. Αμέσως ερωτεύτηκε τα περιποιημένα του χέρια και τους γκρίζους του κροτάφους. Τον κοιτούσε κι αναστέναζε και όταν έπεφτε να κοιμηθεί έβλεπε ερωτικά όνειρα γεμάτα μουσική.

Ήταν ο μόνος γοητευτικός άντρας που έμπαινε στο σπίτι τους. Ο δάσκαλος των αρχαίων ήταν πιο γέρος από τη γλώσσα που δίδασκε. Ο μαθηματικός ήταν ξερακιανός και άχαρος, με ένα κυκλικό κεφάλι γεμάτο οξείες γωνίες -και κλάσματα από μαλλιά πάνω από τα ελλειψοειδή αυτιά του. Γαλλικά τους έκανε γυναίκα, μια μελαχρινή κοκέτα, που είχε σπουδάσει στα Παρίσια, και την οποία πάντα περίμενε ο πατέρας της Αφροδίτης για να πιούνε μαζί ένα κονιάκ πριν αρχίσει το μάθημα.

«Τους» έκανε, γιατί η Αφροδίτη είχε και μια μεγαλύτερη αδελφή, τη Σοφία, την επιμελή Σοφία, την υπάκουη Σοφία, την αριστούχο Σοφία, την τέλεια Σοφία. Η οικογένεια αριθμούσε τρία τέκνα και ο Βενιαμίν ήταν ο Βασίλης, ο οποίος ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για κάτι άλλο από τα όπλα και τα άλογα.

Η Αφροδίτη ήταν παιδί όταν έκανε το πρώτο μάθημα με τον Απόστολο Βεργίνη, αλλά πριν μάθει όλες τις παραλλαγές Γκόλντμπεργκ φόρεσε στηθόδεσμο –ειδική παραγγελία από τη Γαλλία- και η λεκάνη της άνοιξε τόσο όσο χρειαζόταν για να γεννήσει.

Σε αντίθεση με τη Σοφία, η Αφροδίτη δεν ντράπηκε καθόλου για το πρώτο της σουτιέν. Το έπλυνε μόνη της και το κρέμασε στην ντουλάπα της μέχρι την Τετάρτη, την ημέρα που είχε μάθημα πιάνου. Το φόρεσε κάτω από το πιο λεπτό της φόρεμα και περίμενε το δάσκαλο κορδωμένη σαν να έκανε μαθήματα μπαλέτου. Εκείνος δεν κατάλαβε τη διαφορά. Έκατσε μπροστά στο μεγάλο erard και ξεκίνησε να χτυπάει τα πλήκτρα με τα γύψινα δάκτυλα του.

Apassionata. (Τὸ χρονικὸ μίας ἀποπλανήσεως ἐνηλίκου.)3Λίγο πριν τελειώσει το μάθημα, η Αφροδίτη, με τόλμη που δεν είχε τίποτα να κάνει με την παιδική αθωότητα, κατέβασε τις τιράντες του φορέματος της και του έδειξε το δαντελένιο της απόκτημα. Ο Βεργίνης κοκκίνισε και σηκώθηκε απότομα από το σκαμνί ρίχνοντας κάτω τις παρτιτούρες του. Ανακοίνωσε το τέλος του μαθήματος και πριν βγει τη χτύπησε ελαφρά στο κεφάλι, σαν να χάιδευε κουταβάκι. Όμως το βράδυ έκανε παθιασμένο έρωτα στην έκπληκτη σύζυγο του, με κλειστά τα μάτια, μην μπορώντας να ξεχάσει τις δαντελωτές ρώγες της κορασίδος.

Ημέρα με τη ημέρα η Αφροδίτη μεγάλωνε, στρογγύλευε και γινόταν πιο προκλητική, κάνοντας το μάθημα εξαιρετικά δύσκολο –για το δάσκαλο. Κολλούσε πάνω του όταν κάθονταν μαζί στο σκαμνί και πίεζε το γόνατο της στο δικό του. Εκείνος, για να διατηρήσει την ψυχραιμία του, το μισθό του και την ελευθερία του, σταμάτησε να κάθεται δίπλα της. Τη δίδασκε όρθιος, ακουμπώντας το χέρι του σεβάσμια στην πλάτη του πιάνου. Η μαθήτρια εκμεταλλεύτηκε αυτήν την απόσταση για να του προσφέρει άλλου είδους θέαμα.

Προτού αρχίσει να παίζει σήκωνε το φουστάνι της ως τα γόνατα, προσφέροντας στο δάσκαλο την απολύτως σκανδαλιστική θέα των μεταξένιων εσωρούχων της. Όταν έπαιζε αυτός, η Αφροδίτη καθόταν ακριβώς πίσω του, αναπνέοντας στο σβέρκο του. Ακουμπούσε το στήθος της στην πλάτη του, αναγκάζοντας ‘τον να κάνει σε δέκα λεπτά περισσότερα λάθη απ’ όσα σε ολόκληρη την πιανιστική του καριέρα. Όταν της έπιανε το χέρι για να το βάλει στη σωστή θέση, γυρνούσε, τον κοιτούσε στα μάτια και χαμογελούσε, με εκείνο το ανατριχιαστικό χαμόγελο του αιλουροειδούς, λίγο πριν χιμήξει. Εκείνος ξερόβηχε και της έλεγε να συνεχίζει. Έπειτα της γύριζε την πλάτη και βημάτιζε αργά προς την άλλη άκρη του δωματίου, κάνοντας ότι άκουγε, ενώ στην πραγματικότητα προσπαθούσε να τιθασέψει την καρδιά του και τη στύση του.

Ο Βεργίνης έκανε πλέον έρωτα στη γυναίκα του όχι μόνο τις Τετάρτες –ή τις Κυριακές, όπως ήταν στο εβδομαδιαίο οικογενειακό πλάνο, αλλά σχεδόν κάθε ημέρα και με πάθος που της θύμιζε το μήνα του μέλιτος. Εκείνη είχε καταλάβει ότι κάτι συνέβαινε, αλλά απέφευγε τις ερωτήσεις, γιατί φοβόταν μην ακυρωθεί η αναγέννηση του φοίνικα. Εθελοτυφλώντας απέδιδε την αναζωοπύρωση της ερωτικής τους ζωής στα τρία κιλά που είχε χάσει τον τελευταίο καιρό και Apassionata. (Τὸ χρονικὸ μίας ἀποπλανήσεως ἐνηλίκου.)4στην καινούρια της κόμμωση –αλά Ζοζεφίν Μπέικερ.

Αυτός δεν τολμούσε να μιλήσει σε κανέναν –πόσο μάλλον στη μητέρα της Αφροδίτης- για τη συμπεριφορά της μικρής του μαθήτριας. Η κυρία Μπελλίδου τα έμαθε από τη Σοφία, η οποία ήταν η μόνη που ήξερε τι συνέβαινε και η οποία δεν έλεγε ποτέ ψέμματα, ούτε απέκρυπτε οτιδήποτε από τους γονείς της.

«Ανοησίες», είπε η κυρία Μπελλίδου, χωρίς καθόλου να ταραχτεί. «Ο κύριος Βεργίνης είναι ένας απολύτως ευπρεπής κύριος.» Μάταια προσπάθησε η Σοφία να την κάνει να καταλάβει ότι το έλλειμμα ηθικής το είχε η κόρη της και όχι ο δάσκαλος της μουσικής.

Παρά όμως την εμπιστοσύνη στο πρόσωπο –και το ντύσιμο- του δασκάλου αποφάσισε να μιλήσει στην Αφροδίτη. Της θύμισε την κοινωνική της θέση και τις υποχρεώσεις που είχε μια δεσποινίδα της ηλικίας της. Ύστερα την έδιωξε για να συνεχίσει να ασχολείται με τα λουλούδια της. Η κυρία Μπελλίδου είχε ένα αυτοκρατορικό σχεδόν θερμοκήπιο στην άκρη του νεοκλασικού, στο οποίο έπαιρνε όλα τα γεύματα της και το τσάι της.

Είχε κλειστεί εκεί μέσα από τη μέρα που ο σύζυγος της παραδέχτηκε ότι την απατούσε με μια κοινή γυναίκα. Όχι μόνο την απατούσε, αλλά είχε σπιτώσει –σε μια μικρή μονοκατοικία, στην Ουζιέλ- μια Τουρκάλα πόρνη. Και ανακοίνωσε –εν μέσω δακρύων- στη σύζυγο του, ότι του ήταν αδύνατο να σταματήσει να την «επισκέπτεται».

Η κυρία Μπελλίδου είχε δεχτεί τα νέα με στωικότητα. Δεν την πείραζε να κάνει τις ακολασίες του, αρκεί να συνέχιζε να την πληρώνει, να μην το μάθαινε κανείς –αν αυτό ήταν εφικτό- από τον κύκλο τους και, εν κατακλείδι, να μην άπλωνε ποτέ ξανά χέρι πάνω της. Μπορούσε να φανταστεί τι παρεκτροπές και τι ανωμαλίες πρόσφερε η Τουρκάλα για λίγες δραχμές και αηδίαζε όταν σκεφτόταν ότι θα την άγγιζε με αυτά τα χέρια –ή με το άλλο το «μέλος»- που ένας θεός ήξερε τι είχαν πιάσει και που είχαν χωθεί. Τα βράδια κλειδωνόταν στην κρεβατοκάμαρα της και τις μέρες τις περνούσε παρέα με τα λουλούδια της.

Όταν ο κύριος Μπελλίδης βαρέθηκε την Τουρκάλα δεν προσπάθησε να σπάσει την πόρτα ή την άμυνα της συζύγου του. Ο αγοραίος έρωτας ήταν πολύ πιο διασκεδαστικός, αν σκεφτεί κανείς ότι η σύζυγος του δεν έβγαζε καν τα ρούχα της όταν εκπλήρωνε τα συζυγικά της καθήκοντα. Και σίγουρα γι’ αυτήν η ερωτική πράξη ήταν το πιο δυσάρεστο των καθηκόντων της, αφού ποτέ δεν της πρόσφερε κάποια ικανοποίηση και επιπλέον της τσαλάκωνε τις νυχτικές. Έτσι ο κύριος Μπελλίδης έγινε θαμώνας των μπουρδέλων και η κυρία του είχε τα ρούχα της ατσαλάκωτα.

Η Αφροδίτη δεν επηρρεάστηκε καθόλου από την παρατήρηση που της έκανε η μητέρα της. Στο επόμενο μάθημα ήταν πιο προκλητική από ποτέ και καθώς ο Βεργίνης έπαιζε την Kisleriana αριθμός 25 έκατσε δίπλα του και του έπιασε το γόνατο. Εκείνος, παρά την ταραχή του, συνέχισε να παίζει μέχρι που το χέρι της μαθήτριας άρχισε να ανεβαίνει προς το φουσκωμένο καβάλο του. Τότε πετάχτηκε επάνω, πήγε πίσω από το πιάνο για να μην είναι φανερά τα αποτελέσματα της παρενόχλησης και είπε στη μαθήτρια ότι έπρεπε να σταματήσει «αυτό».

Apassionata. (Τὸ χρονικὸ μίας ἀποπλανήσεως ἐνηλίκου.)5«Ποιο;» ρώτησε εκείνη φορώντας το πιο αθώο και σκανδαλιστικό της προσωπείο.

«Αυτό», ξαναείπε ο Βεργίνης δείχνοντας με τα μάτια του το σώμα της κορασίδας.

«Αυτό;» ρώτησε εκείνη και σηκώθηκε όρθια προτάσσοντας τα άγουρα στήθη της.

Ο Βεργίνης μάζεψε με χέρια που έτρεμαν τις παρτιτούρες του και αποχώρησε χωρίς να της χαϊδέψει το κεφάλι. Στην πόρτα συνάντησε τη Σοφία, που τον ρώτησε γιατί το μάθημα είχε τελειώσει τόσο νωρίς. Εκείνος μουρμούρισε ότι είχε κάποια οικογενειακά προβλήματα, πήρε το καπέλο του από τα χέρια της επιμελούς, τέλειας, μεγάλης αδελφής και βγήκε έξω αναψοκοκινισμένος, τρέχοντας να προλάβει να γυρίσει στο σπίτι πριν τελειώσουν το σχολείο τα παιδιά.

Η Σοφία ανέβηκε στην αίθουσα του πιάνου και βρήκε την αδελφή της να παίζει Σοπέν και να χαμογελάει σαν το γάτο του Τσέσαϊρ.

«Θα έπρεπε να ντρέπεσαι», της είπε.

«Για ποιο;» ρώτησε η Αφροδίτη χωρίς να σταματήσει να παίζει.

«Ο κύριος Βεργίνης είναι ένας οικογενειάρχης που ποτέ δεν έδωσε δικαίωμα να…»

Δεν μπόρεσε να συνεχίσει. Πριν τα δάκρυα αρχίσουν να πέφτουν πήγε και κλειδώθηκε στο δωμάτιο της. Ξάπλωσε στο  κρεβάτι της και μούσκεψε τα φύλλα της νουβέλας που διάβαζε.

Ναι, ήταν αλήθεια ότι κι εκείνη τη γοήτευε ο γκριζομάλλης δάσκαλος του πιάνου, αλλά δεν έκλαιγε γι’ αυτόν. Ήταν η κατάντια, η ανηθικότητα της μικρής της αδελφής που τη στεναχωρούσε. Δεν μπορούσε να καταλάβει πως γινόταν να είναι εκείνη τόσο… ελευθερίων ηθών, όταν η ίδια ήταν τόσο… αγία.

Η Σοφία είχε ενστερνιστεί το ρόλο της μητέρας από την ημέρα που η κυρία Μπελλίδου αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στα φυτά της. Πάσχιζε να την αναπληρώσει ως οικοδέσποινα, ως μητέρα και ως σύζυγος.

Περίμενε στο δωμάτιο του πατέρα της από το χάραμα και μόλις εκείνος ξυπνούσε τον έβαζε να της διηγηθεί τα όνειρα του. Μετά, συμβουλευόμενη την Ερμηνεία των Ονείρων του Φρόυντ, προσπαθούσε να παρεισφρήσει στο υποσυνείδητο του, για να ανακαλύψει τα αίτια της Apassionata. (Τὸ χρονικὸ μίας ἀποπλανήσεως ἐνηλίκου.)6διαστροφής του.

Γρήγορα η ψυχανάλυση την τρόμαξε, αφού άρχισε να καταλαβαίνει ότι οι σεξουαλικές παρεκτροπές ήταν ο κανόνας και ειδικά όταν άρχισε να βλέπει όνειρα όπου ξάπλωνε στο ίδιο κρεβάτι με τον πατέρα της κι εκείνος την πλήρωνε για να του διαβάσει παραμύθια. Έτσι αποκήρυξε την ψυχανάλυση και επέστρεψε στη σιγουριά των Βίων Αγίων.

Για να βοηθήσει τη μητέρα της δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο από το να επιτηρεί το υπηρετικό προσωπικό. Ήταν πιο σκληρή και πιο λεπτολόγος από εκείνη και οι υπηρέτες θυμόντουσαν με νοσταλγία την εποχή που η κυρία Μπελλίδου τους επέπληττε διακριτικά για όποια αβλεψία τους.

Ο αδελφός της δε χρειαζόταν βοήθεια. Ήταν τόσο φυσιολογικός που αρκούσε να του παρέχει στρατιωτικές μονογραφίες για να τον ικανοποιεί.

Το αγκάθι της οικογενείας ήταν σίγουρα η Αφροδίτη, αφού τα όσα έπραττε ο πατέρας της ήταν μεν εξοργιστικά, αλλά δικαιολογημένα, απ’ τη στιγμή που ήταν άντρας. Για την Αφροδίτη αναρωτιόταν συχνά η Σοφία αν ήταν γνήσιο τέκνο της οικογένειας Μπελλίδου ή καμιά υιοθετημένη Σμυρνιωτοπούλα, αφού μόνο μια Σμυρνιά θα μπορούσε να ήταν τόσο… τσούλα. Αυτό πίστευε η Σοφία για την αδελφή της. Ότι ήταν μια τσούλα, μια γλωσσού, μια Μικρασιάτισσα.

Όταν ήταν πιο μικρές είχε προσπαθήσει να ελέγξει την ακεραιότητα του παρθενικού της υμένα, αλλά δεν κατάφερε τίποτα, αφού δεν ήξερε που ακριβώς βρισκόταν αυτός και ταυτόχρονα φοβόταν μην γίνει η αιτία της ρήξης του. Την έπαιρνε με το ζόρι στην εκκλησία, αλλά η Αφροδίτη αδιαφορούσε για τις ψαλμωδίες και σχολίαζε από το γυναικωνίτη τα οπίσθια των νεαρών. Από το κατηχητικό την είχαν διώξει πολύ νωρίτερα, αφού όταν ήταν ακόμα εννιά χρονών είχε τολμήσει να ζωγραφίσει τον Εσταυρωμένο ολόγυμνο, με τα απόκρυφα του ευαγγέλια εκτεθειμένα.

Όταν της ήρθε περίοδος και άρχισε να στρογγυλεύει η Σοφία κατάλαβε ότι είχε χάσει το παιχνίδι. Η αδελφή της ήταν μια εκκολαπτόμενη πόρνη και τίποτα δεν μπορούσε να την εμποδίσει να εκφράζει την ανηθικότητα της. Και ίσως να μην είχε άδικο.

Το επόμενο μάθημα έγινε την ιστορικής σημασίας Τετάρτη, στις 28 Ιουλίου 1918. Ο Βεργίνης πήγε στο νεοκλασικό έχοντας προετοιμάσει τα λόγια του. Έπρεπε να δείξει στην νεαρή –να την πείσει ουσιαστικά- ότι ήταν ένας κύριος αμέμπτου ηθικής, όπως πίστευε και η κυρία μητέρα της, ένας οικογενειάρχης που αγαπούσε τη γυναίκα και τα παιδιά του και ότι η Αφροδίτη δε θα κατάφερνε τίποτα με τα καμώματα της –γι’ αυτό προσπαθούσε πιο πολύ να πείσει τον εαυτό του.

Apassionata. (Τὸ χρονικὸ μίας ἀποπλανήσεως ἐνηλίκου.)7Ήταν αποφασισμένος να μιλήσει ευθύς παρευθύς μόλις θα την έβλεπε, αλλά σαν άνοιξε την πόρτα η ίδια η Αφροδίτη –αντί για την υπηρέτρια- και του ψιθύρισε, πριν καν ακόμα μπει μέσα, ότι ήταν μόνοι στο σπίτι, εκείνος σάστισε. Έκανε στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών για να φύγει, αλλά κάτι τον συγκράτησε. Αργότερα θα προφασιζόταν –κάθε φορά που η ημέρα της διακόρευσης θα ερχόταν στο νου του- ότι έμεινε εκεί επειδή δεν ήταν δειλός και επειδή δεν φοβόταν να αντιμετωπίσει τη μικρή γόησσα.

«Ωραία, γιατί πρέπει να σας μιλήσω», είπε κοφτά και ανέβηκε τις σκάλες που οδηγούσαν στην αίθουσα του πιάνου χωρίς να βγάλει το καπέλο του. Άκουγε τα ανάλαφρα βήματα της Αφροδίτης που τον ακολουθούσε και αισθανόταν σαν το μικρό ζώο που οσφρίζεται το σαρκοφάγο. Έκατσε όσο πιο γρήγορα μπορούσε στο πιάνο, έβγαλε την παρτιτούρα της appasionata και ξεκίνησε να παίζει το allegro τρίτο μέρος της για να πάρει θάρρος. Μόλις η Αφροδίτη στάθηκε πίσω του και του χάιδεψε τα γκρίζα μαλλιά ο Βεργίνης κτύπησε μαζί όσα πλήκτρα του erard μπορούσε να χτυπήσει και σταμάτησε.

«Μη φοβάσαι», του ψιθύρισε η δεκαεξάχρονη και τον αγκάλιασε από πίσω. Ο δάσκαλος ένοιωσε τα στήθη της να τον τρυπάνε, κάτω από το καλοκαιρινό της φόρεμα.

«Δε φοράει στηθόδεσμο!» σκέφτηκε με αποτροπιασμό και ανατριχίλα που έφτασε ως τον νωτιαίο μυελό. Πετάχτηκε επάνω και πήγε στην άλλη άκρη του δωματίου. Μόνο όταν απομακρύνθηκε αρκετά γύρισε να την κοιτάξει.

«Δεσποινίς Αφροδίτη, πρέπει να σας μιλήσω», ψέλλισε, αλλά δε θυμόταν τίποτα άλλο από το λόγο που είχε προετοιμάσει.

«Δεν είναι πρέπον», κατάφερε να πει μετά από μεγάλη σιωπή. «Έχω υποχρέωση ηθική και επαγγελματική απέναντι στους γονείς σας… Άλλωστε ένας δάσκαλος δεν επιτρέπεται να συσχετίζεται», δυσκολεύτηκε λιγάκι να πει την επόμενη λέξη, «ερωτικά με τη μαθήτρια του.»

Ίσιωσε το καπέλο του και έφτιαξε το κουστούμι του.

«Έχω δώσει όρκο πίστης στη σύζυγο μου ενώπιον του θεού και ους ο θεός συνέζευξε…»

Σήκωσε λίγο τα μάτια και αντιλήφθηκε ότι η Αφροδίτη ήταν ξυπόλητη, δε φορούσε καν κάλτσες!

«Είμαι σαράντα χρονών», είπε κρύβοντας τέσσερα χρόνια, «κι εσείς στο άνθος της ηλικίας σας… Δεν είστε ακόμα γυναίκα, για το όνομα του θεού!», φώναξε απελπισμένος και βέβαιος ότι είχε κατατροπώσει την Αφροδίτη με τα επιχειρήματα του.

Εκείνη δεν απάντησε. Μόνο σήκωσε το εμπριμέ φουστάνι της. Δε φορούσε εσώρουχο και ο Apassionata. (Τὸ χρονικὸ μίας ἀποπλανήσεως ἐνηλίκου.)8Βεργίνης ήρθε αντιμέτωπος με τους χειρότερους εφιάλτες του και τα πιο γλυκά του όνειρα.

Μόλις αντίκρισε το εφηβαίο της, να φυτρώνει χρυσό στο πιο αξιοθαύμαστο όρος της Αφροδίτης, με δύο τορνευτές κολώνες να συγκλίνουν ως το τρίγωνο της αποθέωσης, γούρλωσε τα μάτια και ξέχασε τα πάντα.

Τα έπιπλα, οι τοίχοι και ό,τι υπήρχε πέρα από αυτούς, η γυναίκα του, τα παιδιά του, η Θεσσαλονίκη, ο κόσμος ολόκληρος, ό,τι υπήρχε, όλα, όλα ανατινάχτηκαν σαν ένα πυροτέχνημα και φώτισαν εκείνο το χρυσό τρίγωνο.

Χωρίς να ελέγχει πια το σώμα του ο Βεργίνης όρμηξε και έπεσε στα γόνατα. Το καπέλο του βρέθηκε κάπου πίσω, ενώ αυτός ξεκίνησε να φιλάει το όγδοο και μοναδικό θαύμα του κόσμου. Η Αφροδίτη, για να μη πέσει κάτω, στηρίχτηκε πάνω στο πιάνο. Η φάλτσα συγχορδία κάλυψε το μουρμουρητό και τους υγρούς ήχους που έβγαζε ο παραδομένος άνευ όρων δάσκαλος. Άνοιξε όσο μπορούσε τα πόδια της και έσπρωξε το πρόσωπο του στο σωστό σημείο.

«Πουτανάκι μου», της είπε γλυκά ο Βεργίνης και μην αντέχοντας άλλο την έριξε στο πάτωμα. Έβγαλε το παντελόνι του όσο πιο αδέξια μπορούσε και το ίδιο αδέξια μπήκε μέσα της, διαρρηγνύοντας τον παρθενικό υμένα που η αδελφή της δεν κατάφερε να βρει.

Η Αφροδίτη πόνεσε και πιάστηκε από το πόδι του erard. O δάσκαλος, σε κατάσταση μανίας πλέον, της έσχισε το πάνω μέρος του φουστανιού και δάγκωσε τις φουσκωτές ρώγες που τόσο καιρό ονειρευόταν. Η Αφροδίτη ξεκίνησε να γαργαλιέται και να γελάει και αυτό ερέθιζε τον γκριζομάλλη διακορευτή ακόμα περισσότερο. Πολύ σύντομα τέλειωσε κλαίγοντας και μετά έπεσε στο πλάι μετανιωμένος.

«Τέλειωσε το μάθημα;» ρώτησε ή απλώς διαπίστωσε η Αφροδίτη, που ένοιωθε τους χυμούς του δασκάλου να τρέχουν στα μπούτια της.

Η ικανοποίηση μιας επιθυμίας είναι συναίσθημα ασθενέστερο της ίδιας της επιθυμίας και η Αφροδίτη σηκώθηκε από τα μάρμαρα απογοητευμένη. Συμμάζεψε όσο μπορούσε το σκισμένο της φουστάνι και πήγε στο δωμάτιο της για να αλλάξει.

Ο Βεργίνης έμεινε για λίγο να κοιτάει το πιάνο και να σκέφτεται αν επιτρεπόταν να καπνίσει. Τελικά σηκώθηκε και χωρίς να ανάψει τσιγάρο έψαξε για το καπέλο του. Το φόρεσε και έφυγε για πάντα από το σπίτι.

Ναι, το μάθημα είχε τελειώσει.

γελωτοποιός

(Visited 160 times, 1 visits today)




Leave a Reply

%d bloggers like this: