Ἕνας πραγματικός, μικρὸς ἥρως.

Ἕνας πραγματικός, μικρὸς ἥρως.‘’Γράψε ιστορία τα ψέματά σου αράδα
Και βλόγα τον φονιά, βρίζε το θύμα….’’
(Κ. Βάρναλης).
‘’Είναι τραγωδία ο βασανιστικός θάνατος ενός ανθρώπου. Είναι μεγαλύτερη τραγωδία να τον βαραίνει μια αναπόδεικτη υποψία’’.
Ξεφυλλίζοντας ένα τοπικό περιοδικό της Κρήτης, το μάτι μου έπεσε σ΄ένα ρεπορτάζ που έχει κάνει ο Νίκος Ψιλάκης, ο οποίος μέσα σε ένα κείμενο 6-7 σελίδων, ξεδιπλώνει ένα φοβερό δράμα που συντελέστηκε την περίοδο της γερμανικής Κατοχής στην Κρήτη, με ήρωα ένα μικρό –δεκαοχτάχρονο- Κρητικόπουλο.
Την ιστορία του νεαρού ήρωα, του Σταύρου Ανδρεαδάκη, ο δημοσιογράφος Ν. Ψιλάκης –όπως γράφει στο κείμενό του-, την έμαθε από τον δικηγόρο κ. Γιώργο Καρτσωνάκη, ο οποίος ασχολήθηκε εκτενώς με το θέμα και έγραψε ένα πλήρως τεκμηριωμένο φυλλάδιο
γι αυτό.
Το κείμενο –σπονδή στον νεαρό ήρωα-, όπως γράφει ο δημοσιογράφος, αναφέρεται στο τραγικό ηρωικό τέλος του Σταύρου Ανδρεαδάκη, ο οποίος αν και άγουρο παλικαράκι, σήκωσε στους ώμους του την ιστορία και έγινε ένας ώριμος ήρωας, πρώτος αυτός, ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους ήρωες που μαρτύρησαν κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής.
Ο δημοσιογράφος Ν. Ψιλάκης επισκέφτηκε τον μοναδικό επιζώντα αδελφό του ήρωα, τον κ. Λευτέρη Ανδρεαδάκη, ογδόντα πέντε χρονών, ο οποίος ζει σ΄ ένα μικρό χωριό στο Σοκαρά, κοντά στο Ασήμι, στα νότια του νομού Ηρακλείου.
‘’Ο Λευτέρης Ανδρεαδάκης –αντιγράφω από το κείμενο-, είναι ο τελευταίος θεματοφύλακας των πικρών βιωμάτων που μετουσιώθηκαν κι έγιναν δάκρυ αστείρευτο, που μεταλλάχτηκαν κι έγιναν μνήμη ακατάλυτη, που μεταμορφώθηκαν κι έγιναν πείσμα για λευτεριά, δικαιοσύνη κι αξιοπρέπεια.
Καθώς περνά το κατώφλι του σπιτιού του κ. Λευτέρη, ο δημοσιογράφος αντικρίζει στον τοίχο μια φροντισμένη κορνίζα με την ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός όμορφου νεαρού.
-Ο Σταύρος; Ρωτά.
-Ναι, ο Σταύρος απαντά ο γέροντας, κι ένα δάκρυ αυλακώνει το πρόσωπό του.

 

Το δάκρυ του Λευτέρη είναι η καλύτερη απάντηση σε όσους θέλουν να ξεχνούν, σε όσους θέλουν να μας κάνουν να ξεχάσουμε την ιστορία αυτού του τόπου, τα βάσανα αυτού του λαού.
Αμέσως μετά ο Λευτέρης σε μια συγκλονιστική αφήγηση, ξεδιπλώνει την τραγική ιστορία του Σταύρου, την οποία αξίζει να διαβάσουμε έτσι όπως την παραθέτει ο δημοσιογράφος:
‘’Για δεκαετίες ολόκληρες το όνομα του Σταύρου ήταν σχεδόν απαγορευμένο, όπως και η θυσία του. Κανείς δεν μιλούσε για το παλικάρι του Σοκαρά, μέχρι που δυο λόγιοι του χωριού, ο Γιώργος Καρτσωνάκης και ο Σήφης Κοσόγλου, κατάφεραν να τον αποκαταστήσουν και να παραδώσουν στην ιστορική μνήμη ,την άσπιλη μορφή ενός παιδιού, που έσφιξε τα σαγόνια –δόντια δεν του είχαν αφήσει-,και έπνιξε τον αβάσταχτο πόνο για να μην μαρτυρήσει τα μυστικά του αγώνα.
Ο Σταύρος από μικρός ανέβηκε στα αντάρτικα λημέρια, γνώρισε τους καπεταναίους και τα ανταρτόπουλα. Τον Αύγουστο του ΄44 ετοιμαζόταν να φύγει από το σπίτι. Την ώρα που άλλαζε τα ρούχα του, ο μικρός –τότε- αδελφός του, ο Λευτέρης, άνοιξε έναν φάκελο που κρατούσε και τον διάβασε. Ακόμη και μετά από εβδομήντα χρόνια, θυμάται τι έγραφε: ‘’Ντροπή στον κρητικό λαό να τον κρατούν στην σκλαβιά μερικές χιλιάδες Γερμανοί στρατιώτες’’.
Λίγα λεπτά αργότερα ο Σταύρος έφευγε από το σπίτι. Έπρεπε να φέρει σε πέρας την αποστολή που του είχαν εμπιστευτεί: να μεταφέρει ένα μήνυμα από το ΕΑΜ του Σοκαρά στα βουνά, στα Αστερούσια, στο χωριό Αχεντριάς, σε κάποιον Παπαδάκη.
Ο Σταύρος παρέδωσε το μήνυμα και πήρε τον δρόμο του γυρισμού. Κατηφόρισε από τα μονοπάτια των Αστερουσίων, έφτασε στα πρώτα χωριά του κάμπου. Περνώντας από το Μεσοχωριό βρέθηκε να περπατά μέσα στην κοίτη του ποταμού Αναποδάρη. Έσερνε ένα μουλάρι φορτωμένο και προχωρούσε.
Μερικές φορές όμως η τύχη παίζει παράξενα παιχνίδια. Οι Γερμανοί είχαν κάμποσους χωρικούς και τους είχαν ζέψει στην αγγαρεία. Δούλευαν εκεί κοντά. Οι κατακτητές, αξιωματικοί και στρατιώτες τους επιτηρούσαν.
Τον Σταύρο τον είδε ένας δικός μας, ένας άλλος Πήλιος Γούσης και λέει στον Γερμανό: ‘’αυτός με το μουλάρι είναι ύποπτος’’. Περικύκλωσε ο στρατός το παιδί, το έπιασαν. Είχε φορτωμένα δυο δεμάτια σφάκες στο μουλάρι. Πήρε ο αξιωματικός ένα μαχαίρι και έκοψε τα δεματικά. Οι σφάκες σκορπίστηκαν στη γη κι από μέσα τους πετάχτηκε ένα όπλο, καμπόσα φυσίγγια και μερικά γράμματα. Το όπλο του το είχε δώσει ο Παπαδάκης να το φέρει στο χωριό, στο ΕΑΜ. Τον συνέλαβαν αμέσως, τον πήγαν στον Πύργο στο Φρουραρχείο, μετά τον πήγαν στον Χάρακα, πάλι στο Φρουραρχείο, κι από κει στις Μοίρες.
Όταν ήταν στο Χάρακα φώναξαν τον πατέρα του, ήταν γέρος άνθρωπος και δεν ήξερε τίποτα. ‘’Που είναι οι γιοί σου;’’ Τον ρώτησαν. ’’Στο χωριό είναι’’, τους απάντησε. ‘’Και ο Σταύρος;’’ Τον ξαναρωτούν. Πάγωσε ο γέρος γιατί κατάλαβε ότι τον είχαν πιάσει. Τους απάντησε ότι ο Σταύρος βόσκει τα πρόβατα…
Πάνω από τις Μοίρες στα ψηλώματα, κοντά στον μικρό οικισμό Βρέλη, είχαν εγκαταστήσει φυλάκια οι κατακτητές. Εκεί πήγαν τον Σταύρο. Τον έκλεισαν σε ένα παλιό πετρόχτιστο καλύβι και άρχισαν να τον βασανίζουν. Γερμανοί και γερμανοπροσκυνημένοι προδότες εξάντλησαν την αγριότητα και το μένος τους. Άκουγαν οι κάτοικοι τις βρισιές και τα ουρλιαχτά των κατακτητών, άκουγαν και τα βογκητά του παλικαριού. Κάποιοι προσπάθησαν να πλησιάσουν, να βοηθήσουν. Το μόνο που κατάφεραν ήταν να του δώσουν ένα ποτήρι νερό.
Οι βασανιστές προσπαθούσαν να τον κάνουν να μιλήσει, κι όσο κρατούσε το στόμα του κλειστό, τόσο θύμωναν, σκύλιαζαν.
Στο μεταξύ ο γέρο Σταμάτης, ο πατέρας, είχε αρχίσει τον αγώνα της αναζήτησης. Πήγε παντού, έψαχνε το παιδί του. Ήθελε να παρακαλέσει τον κατακτητή, ίσως να μαλάκωνε την καρδιά του. Τελικά έμαθε ότι τον είχαν στο Βρέλη. Δεν τον πρόλαβε όμως ζωντανό τον γιο του, ο γέρο Σταμάτης.

Οι κάτοικοι του μικρού οικισμού ήταν οι μάρτυρες ενός από τα πιο φρικιαστικά εγκλήματα των Γερμανών στην Κρήτη. Ήταν αυτοί που έδωσαν πληροφορίες στην οικογένεια. Οι μαρτυρίες τους όμως δεν σώθηκαν σε κανένα επίσημο έγγραφο. Η πατρίδα δεν θεώρησε σκόπιμο να ανασκαλέψει την υπόθεση, να τιμήσει τον ήρωα και να αποκαλύψει τη θηριωδία.
Η οικογένεια όμως δεν μπορεί να ξεχάσει. Ξέρουν ότι του έβγαλαν τα νύχια, του έβγαλαν τα δόντια, του πετσόκοψαν τα πόδια και τα χέρια, τον κατακρεούργησαν. Ένα από τα μαρτύρια, όχι όμως το τελευταίο, ήταν ο σταυρός. Τόλμησαν ακόμη και να τον σταυρώσουν!
Ακρωτηριασμένο και αιμορραγούντα τον ανέβασαν στο σταυρό. Κι όταν οι γερμανοί και οι συνεργάτες τους κατάλαβαν ότι αυτό το παλικάρι δεν επρόκειτο να μιλήσει, να προδώσει, τον έβαλαν κάτω από τις ερπύστριες. Έβαλαν μπροστά την μηχανή του τάνκ. Ο Σταύρος έμεινε αμίλητος! Κράτησε το στόμα του κλειστό ακόμη και όταν άρχισε να κινείται το θηριώδες όχημα, ακόμη και όταν άρχισε να πολτοποιείται το κορμί του.
Κι ύστερα τον άφησαν εκεί. Ανακατωμένες οι σάρκες με το χώμα. Τον παράτησαν άθαφτο στο χωράφι.
Τις νύχτες που αλυχτούσαν τα σκυλιά και προσπαθούσαν να χορτάσουν την πείνα τους τρώγοντας τις ανθρώπινες σάρκες, ένας θείος της οικογένειας πήρε την απόφαση.
Στο ύψωμα οι κατακτητές είχαν στήσει το φυλάκιό τους. Κανείς δεν μπορούσε να πλησιάσει. Ο θείος όμως τόλμησε, πήρε όσα κομμάτια κατάφερε να μαζέψει και τα έθαψε στην εκκλησία του Αγίου Αντωνίου. Πέρασαν λίγες μέρες μετά την ταφή. Ο γέρο πατέρας μαζί με ένα συγγενή, ανηφόρησε στο Βρέλη. Το αίμα είχε ποτίσει βαθειά την γη, δίπλα κομμάτια από σκισμένα ρούχα και λίγο πιο κει ένα ζευγάρι στιβάνια. Ήταν του Σταύρου!
Ο συγγενής έσκυψε να τα μαζέψει. Τα υποδήματα τότε ήταν πολύτιμα, καθώς οι άνθρωποι περπατούσαν ξυπόλητοι, ήταν πολυτέλεια να τα αφήσουν εκεί.
Την ώρα που τα σήκωνε δεν άντεξε. Μια κραυγή πόνου βγήκε από τα στόμα του… Τα στιβάνια δεν ήταν άδεια! Μέσα τους είχαν μείνει κομμάτια από τα πόδια του Σταύρου. Τα πόδια που του είχαν κόψει με το τσεκούρι, και τα στιβάνια ήταν σκισμένα στο ύψος των αστραγάλων, φρικτό σημάδι της συμφοράς.
Τα στιβάνια αυτά τα πήρε άλλος συγγενής ,τα έκοψε και τα έκανε παπούτσια για να τα φορέσει το παιδί του.
Δώδεκα Αυγούστου του 1944 σκότωσαν τον Σταύρο. Στις 17 του ίδιου μήνα ο Σοκαράς έζησε άλλο ένα δράμα. Στις 16 το βράδυ πήγε ο δοσίλογος Πρόεδρος γειτονικού χωριού και είπε στους κατοίκους να μη φύγουν από τα σπίτια τους γιατί θα έρχονταν την επομένη οι Γερμανοί για γυμνάσια. Όποιος έμενε δεν είχε τίποτε να φοβηθεί, όποιος έφευγε θα πλήρωνε ακριβά την αποκοτιά του.
Το βράδυ της άλλης μέρας βρήκε το χωριό μέσα στο θρήνο. Οι Γερμανοί είχαν έρθει, όχι για γυμνάσια όπως τους είπε ο προδότης. Είχαν πάει για να σκοτώσουν! Είκοσι εφτά ήρωες ήταν τα νέα θύματα της ναζιστικής θηριωδίας. Είκοσι εφτά προγραμμένοι!
Μέσα στον θρήνο, την απελπισία και την πείνα, κάποιοι πίστεψαν ότι ο Σταύρος είχε λυγίσει. Ότι είχε αποκαλύψει τα ονόματα των οργανωμένων στην αντίσταση. Τέτοιες εποχές κανείς δεν κάθεται να σκεφτεί, να βρει αποδείξεις. Γι αυτό μια βαριά σιωπή σκέπασε για χρόνια την μνήμη του ήρωα.
Ο Γιώργος Καρτσωνάκης που έψαξε το θέμα λέει:’’ Αν είχε ομολογήσει ο Σταύρος, τότε θα είχαν πιάσει τους ιθύνοντες του ΕΑΜ. Αλλά αυτούς δεν τους έπιασαν. Όλοι σήμερα ξέρουν ποιοι ήταν αυτοί που προκάλεσαν την σφαγή στο Σοκαρά. Ο κατάλογος των προγραφών συντασσόταν μήνες πριν. Η αποκάλυψη των μαρτυρικών καταθέσεων στο δικαστήριο των δοσιλόγων έδωσε νέα δυναμική στην ιστορία’’.
Το δικαστήριο συνεδρίασε στις 14 Μαρτίου 1946, κατηγορούμενος ήταν ο συνεργάτης των Γερμανών Μαγιάσης. Το δικαστήριο τον απάλλαξε. Όχι γιατί ήταν αθώος, αλλά γιατί τάχατες δεν ήταν γνωστό το όνομα του θύματος.
Ο κ. Καρτσωνάκης αποκαλύπτει το σχετικό έγγραφο: ’’Το δικαστήριον κηρύσσει τον κατηγορούμενο Ν. Μαγιάση αθώο λόγω αμφιβολιών της κατηγορίας ότι εξετέλεσε, μετά Γερμανού στρατιώτου, κατ΄Αύγουστον 1944, μεταξύ Μοιρών και Αγίου Αντωνίου, ένα παιδί ηλικίας 18-19 ετών αγνώστου ονοματεπωνύμου, με την κατηγορία ότι απέκρυπτε όπλα…’’

Όσο για τον Μαγιάση… Αυτός καταδικάστηκε πολλές φορές σε θάνατο για άλλα αναρίθμητα εγκλήματα. Αλλά δεν πρόλαβαν να τον εκτελέσουν. Τον έσφαξε ένας Ανωγειανός, ο Βρέντζος ή Τηγανίτης, μέσα στο δικαστήριο.
Την ιστορία του Σταύρου Ανδρεαδάκη θα πρέπει να τη διδάσκονται τα παιδιά στα σχολεία. Όχι μόνο στα ελληνικά, στα σχολεία όλου του κόσμου, και κυρίως της Γερμανίας. Για να μαθαίνουν οι μελλοντικές γενιές των ανθρώπων πόση δύναμη και πόσο κουράγιο μπορεί να κρύβει η καρδιά ενός δεκαοκτάχρονου παιδιού. Για να καταλάβουν πόση αγριότητα και απανθρωπιά μπορούν να κρύβουν οι ψυχές των ναζιστικών ανδρείκελων.
Σταύρος Ανδρεαδάκης, ετών 18. Ένας ήρωας που τον αγνόησε η ιστορία, τον περιφρόνησε η κοινωνία και τον τιμώρησε η πολιτεία! Κανείς δεν θα μάθει ποτέ με πόση περιφρόνηση αντιμετώπισε εκείνους που του έβγαζαν ένα ένα τα δόντια. Του έκοβαν ένα ένα τα δάκτυλα. Του έκοψαν με τσεκούρι τα πόδια.
Κανείς δεν θα μάθει τα τελευταία λόγια ενός παλικαριού που αγαπούσε τη ζωή. Και τη λευτεριά. Μπορούμε μόνο να το μαντέψουμε.
ΣΕΒΑΣ.
Αγγελική Π.

 

πηγή

(Visited 77 times, 1 visits today)




Leave a Reply