Βραβεύσεις μὲ θέμα τὴν Ζωοφιλίαν.

Βραβεύσεις μὲ θέμα τὴν Ζωοφιλίαν.Ετυχία Αμιλία   Γ΄ Βραβεῖον  Ποιήσεως

 

Τὴν πρώτην ἄκουσες κραυγήν της,
μόλις ποὺ σὲ ξέβραζε τὸ πέλαος·
ἀμήχανα ἐγελοῦσες…
Ἔκλαιε…
ἐγύρευε ζωήν,
ἄφθονος γύρω της ποὺ κυλοῦσε,
μ’ ἀδιάφορη προσπέρναε,
ἀνάμεσα σ’ ἅρμυρη πέτρα καὶ παγωμένες ψυχές.
Τυφλὴ ζωή!
καὶ μόλις ἐπρόλαβες…
τὸ ἕνα σου γόνυ ἄγγιξεν γῆν
καὶ μέσα ἦταν εἰς τὰ μάτια της,
τῆς γῆς ἁπλωμένα τὰ πράσινα.
Μὲ τὸ ᾿να χέρι ποὺ ἔλαμπε,
ἔγινες Ἥλιος Θεός,
μὲ τ’ ἄλλον τὸν θάνατόν της ἐνικοῦσες.
Κι ὕστερις,
ἐτρύπωσε εἰς τὰ χέρια σου μέσα,
ὅλον τὸ κλάμμα της, ἡ βρεγμένη της γοῦνα,
ἐμάγεψαν τὰ στήθια σου.
Κι ἔφυε ὁ θάνατος,
ἔφυε τὸ χθές,
νύκτες ἐκύλησαν καὶ ἦλθαν ξημερώματα
καὶ τὸ Φῶς τὴν ἐκάλεσεν Εὐτυχίαν,
καθὼς τὰ πρῶτα βήματα, τὰ χάδια
καὶ τὸ μικρὸν κορμάκι της,
ἔρωταν ἔβγανε!
Ὅλος μιὰ χνουδωτὴ ἀγκαλιά,
ὅλος γουργούρημα Θέ μου καὶ νάζι, ἀληθινόν!
Καὶ ἰδοῦ ὁ Ἔρως!
Ἕν τὸ Ζῶον κι ἐσύ Ἁγνή!
Ἐσὺ Ἄλφα τοῦ Ἀνθρώπου Πρῶτον,
Αὐτὴ Εὐτυχία Αἰμιλία Γαλῆ…
Δεσποτάκης τς Δαμητρς
λλην
14-1-2013

Ἡ καρδερινιὼ        Γ΄ Βραβεῖον  Ποιήσεως
 
Πρωτομαρτιὰ εἶπε ἡ γεννήτρα ἦταν

κι’ ὅλη ἡ ἀνθοβολιά,

μέσα ἀπὸ χιονιὲς

καὶ ξημερώματα ὡραῖα,

μέσα ἀπὸ δειλινὰ βυθίσματα

Φοίβων βασιλεμένων,

ἦλθεν καὶ ἐμπρὸς ἐστάθη

ἀπὸ τὴν γειτονιὰ τῆς Καρδερινιώς.


Ἡ ὡραία μικρή μας

μὲ κόκκινα καὶ κίτρινα καλλωπισμένη,

ἀπάνω σὲ κλαρὶ μοσχάτον

κατασπρισμένης μυγδαλιᾶς,

καμαρωτὴ κελαϊδοῦσε,

ἔρωταν ἀναζητοῦσε.

Ἦταν ἡ κλάρα της λαμπρὴ

σὰν πασχαλιὰ μὲσ’ τὴν αὐγή·

καὶ μέσα ἀπ’ τὴν ἀνθοβολιὰ

ἐκείνης τῆς πρωτομαρτιᾶς,

φλώρια εἶδα καὶ λούγαρα

κι ὡραίους καρδερίνους.

Καρδερινιὼ καρδερινιώ,

μικρή μας πουπουλένια,

γέμισε ἡ γειτονιὰ κελάιδισμα

κι ἡ κλάρα σου μνηστῆρες·

εἶναι ἐμπρός σου ἡ ἄνοιξις

καὶ πίσω σου χειμῶνες.

ΥΓ: Ἀφιερωμένον εἰς τὴν μικρὴν μας Μίνα.

Δεσποτάκης τῆς Δαμητρὸς

Ἕλλην

11-1-2012


Ὁ λύκος   Γ΄ Βραβεῖον  Ποιήσεως
 
Ἀπὸ μετάξι χρώματα

καὶ μάλαμα κι ἀσήμι

ἡ πανσέληνος ἐπῆρε καὶ ἐκέντησε

ἡ ἴδια τὸ κορμί του·

ἡ φύσις μέσα του·

ἡ φύσις γύρω του·

κι ὁποὺ αὐτὸς, σιγή…

καὶ φλόγα καὶ δύναμις καὶ φόβος

ἡ κραυγή του.

Καὶ ὁ ἥλιος,

ἀκουμπῶντας εἰς τ’ ἀντίκρυ βουνά,

ἀρνήθηκε τὸ βασίλεμά του νὰ παραδώσῃ,

ἀφήνοντας τοῦ λύκου τὶς ἀνταύγιες

μὲ τὶς ἰδικές του νὰ φλερτάρουν.

Καὶ αὐτός,

τῆς νυκτὸς ἡγέτης, φοβερός,

σὲ πέτρινους ἀπάνω θρόνους τῶν βουνῶν,

μὲ μίαν μονάχα κραυγήν,

τὸν κόσμον ἔσκιζε

ἀποχαιρετῶντας τον·

καὶ τὴν νύκτα προσκαλῶντας,

πῆρε τὸ μισὸν βυθισμένον του φῶς,

καὶ μὲ τόλμην

εἰς τὰ μάτια του μέσα τὸ σφάλισε.

Γύρισε ἀργὰ τὸ βλέμμα του γύρω,

καὶ τὴν ζωὴν ἐκύτταξε·

ἄφησε λεύτερα τοὺς ἀνέμους

τὸ κάλεσμά του νὰ ταξιδέψουν,

τ’ ἀστέρια μὲ ζήλεια νὰ ζοῦν

ἀπάνω ἀπὸ τὶς λάμψεις τῆς γούνας του

κι ἔπειτα,

τὸ βῆμα του πρὸς τὸ δάσος ἐγύρισεν,

χαϊδεύοντας μὲ τὴν καυτήν του ἀνάσα,

τῆς λύκαινας τὸν λαιμό…
(Visited 16 times, 1 visits today)




Leave a Reply