« Α Ε Ρ Α Σ »

_5865410_orig

Ν.Πετιμεζᾶς (Λαύρας)

Λέξη μαγική, ποὺ δὲν σημαίνει σχεδὸν τίποπε καὶ ὅμως τὰ σημαίνει ὅλα. Τρεῖς συλλαβὲς ποὺ βγῆκαν μιὰν ἡμέρα ἀπὸ τὰ χείλη ἑνὸς ἀπλοϊκοῦ, ἐκεῖ στὰ βουνὰ τῆς ᾽Ηπείρου, ὅταν εἶδε νὰ σκάζουν οἱ ὀβίδες ἐπάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι του καὶ νὰ μὴν παθαίνη τίποτε κανείς καὶ ἔκαμαν ἔπειτα τὸ γύρω τους ὅπου συμπλοκή, ὅπου μάχη, ὅπου θάνατος!
Τὴν πῆρε ἡ δόξα μαζὶ μὲ τὰ φτερά της καὶ γύρισε ὅλους τοὺς κάμπους καὶ ὅλα τὰ βουνὰ καὶ τὰ λαγκάδια. ῞Οπου αἷμα,ἐκεῖ κι αὐτή·ὅπου μάχη,θ’ ἀντηχοῦσε κι αὐτή· ὅπου νίκη, βροντόφωνη θὰ ἓβγαινε ἀπὸ τὰ στήθη τῶν πολεμιστῶν καὶ θ’ ἀνέβαινε ψηλὰ σὰν ὕμνος ἐπινίκιος.
Σήμερα δὲν ὑπάρχει χωριό, δὲν βρίσκεται σπίτι ἢ καλύβι ποὺ νὰ μὴν ἀντηχῆ μέσα.

Γιὰ τὸν πολὺ κόσμον δὲν ἔχει καθαρὸ νόημα, καὶ ὅμως εἶναι γεμάτη ἀπὸ νόημα γιὰ ὅσους ἔζησαν τοὺς δυὸ πολέμους,καὶ ὅμως ἔχει νόημα γιὰ κάθε περίσταση ποὺ ἐλέγετο,καὶ ἄλλαζε σημασία γιὰ τὸ καθετί.
Επεφταν οἵ ὀβίδες καὶ περνοῦσαν ἀπάνω ἀπ’ τὰ κεφάλια τους:«᾽Αέρας!» τοὺς φώναζαν.
Πήγαιναν λίγο μακριὰ ἀπ’ ὅ,τι ἔπρεπε, καὶ χτυποῦσαν πίσω ἐκεῖ στὰ μετόπισθεν κοὶ ἔκαναν ἄνω κάτω τὰ ἀσυνήθιστα ἐπιτελεῖα;
Γύριζαν οἱ μαχηταὶ μὲ ἕνα μειδίαμα εἰρωνείας, καὶ βλέποντας τὴν ταραχή, τὸ σκόρπισμα καὶ τὴ φυγή, «᾽Αέρας!» πάλι τοὺς ἐφώναζαν.
Καμιὰ,ἀπ’ ἐκεῖνες ποὺ φεύγουν παραπλανημένες ἔπεφτε στὴν δευτέρα γραμμή,ἐκεῖ ποὺ κάθονταν οἱ ἄλλοι ξένοιαστοι μακριὰ ἀπὸ τὸν κίνδυνο.Αὐτοὶ σκόρπιζαν ἀπ’ ἐδῶ καὶ ἀπ’ ἐκεῖ ἀσυνήθιστοι,τρομαγμένοι. Τότε μ’ ἕνα χαμόγελο εἰρωνικὸ στὰ χείλη ἐκεῖνοι ποὺ πολεμοῦσαν στὴν πρώτη γραμμὴ ἄφηναν νὰ τοὺς ξεφύγη ἕνα βροντόφωνο : «᾽Αέρας!».
Μιὰ φορὰ ἕνας ταγματάρχης,ἀπ’ ἐκείνους τοὺς λίγους, ποὺ ὅταν βροντοῦσε τὸ κανόνι γινόταν ἄφαντος,καὶ μόλις ἔπαυε ἔβγαινε ἐμπρὸς καὶ ἄρχιζε λόγια καὶ συμβουλές,πῆρε κι αὐτὸς τὸ μερίδιό του ἀπὸ τὸν «᾽Αέρα», γεμάτο ἀπὸ καυστικὴ εἰρωνεία. ῞Ενας «᾽Αέρας!» δυνατὸς τὸν ἀκολουθοῦσε κάθε φορὰ ποὺ ἄνοιγε τὸ στόμα του, ὥσπου ἐξαφανίσθηκε πιὰ γιὰ πάντα.

῞Ενας ἄλλος, ἀπὸ ἐκείνους τοὺς πολλοὺς ποὺ ζοῦσαν νύχτα μέρα μαζὶ μὲ τὰ παλικάρια, ποὺ μοίραζε τὴν γαλέτα μαζί τους, καὶ κοιμόταν πλάγι πλάγι μ’ αὐτοὺς μέσα στὸν κίνδυνο, χτυπήθηκε μιὰ μέρα βαριά. Τὸν κουβάλησαν μὲ τὸ πόδι σπασμένο. Μερικοί, ἀνήσυχοι,τὸν περιτριγύρισαν. Ἀλλ’ αὐτὸς σφίγγοντας τὰ χείλη του γιὰ νὰ μὴ φωνάξη ἀπὸ τὸν πόνο, χαμογέλασε καὶ τοὺς φώναξε δυνατά:
– Δὲν εἶναι τίποτα, παιδιά. «᾽Αέρας!».
– «᾽Αέρας!» τοῦ φώναξαν κι ἐκεῖνοι, καὶ τράβηξαν πηδώντας πάλι στὴν πρώτη γραμμή.
῎Αλλη μιὰ μέρα, ἕνας ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ἡρωικοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ πεζικοῦ, ποὺ βρίσκονταν πάντοτε μὲ τὸ σπαθὶ στὸ χέρι μπροστά,ἄφησε νὰ τοῦ ξεφύγη ἡ ἴδια λέξη. ῏Ηταν μία ἀπὸ τὶς μέρες ἐκεῖνες τὶς λίγες, ποὺ ἀντικρίσαμε μερικὰ ἀτυχήματα. ῞Ολοι οἱ στρατοί, καὶ οἱ πιὸ ἔνδοξοι, ἔχουν πάθει ὅμοια σὲ μερικὲς στιγμές.
῾Ολόγυρα μετροῦσαν τοὺς νεκρούς,μάζευαν τοὺς πληγωμένους.Τὸ αἶμα εἶχε χυθῆ ἄφθονα καὶ ἀνώφελα.Δὲν εἴχαμε ἐπιτύχει ἐκεῖνο ποὺ ζητούσαμε· δὲν εἴχαμε κατορθώσει τίποτε.Τὸ παλικάρι ἐκεῖνο γύρισε καὶ εἶδε τὸ τάγμα του ἐξαντλημένο,μισό.Εἶδε ὅλη τὴν πομπὴ ἀπὸ τοὺς νεκρούς, ὅλη τὴ σωρεία ἀπὸ τοὺς τραυματίες, ὅλο τὸ πλῆθος ἀπὸ τοὺς ζωντανοὺς ποὺ ἀκολουθοῦσαν ἀπὸ πίσω,μὲ τὸ κεφάλι σκυφτὸ καὶ τὰ μάτια χαμηλά.Εἶδε τὰ αἵματα, τοὺς χαμένους κόπους, τὶς μάταιες ἡρωικὲς προσπάθειες, εἶδε τὸν ἐχθρὸ ἐκεῖ ἀντίκρυ νὰ κρατῆ τὶς θέσεις του,περήφανος καὶ ἐπίμονος, καὶ τότε, ἀφοῦ χτύπησε τὸ σπαθί του δυὸ – τρεῖς φορὲς μὲ λύσσα ἐπάνω σ’ ένα βράχο, κοίταξε τὰ παλικάρια του μὲ μάτια φλογισμένα ἀπὸ μανία καὶ λύπη μαζὶ καὶ τοὺς φώναξε:
– «᾽Αέρας» σήμερα! «᾽Αέρας» καὶ σὲ μένα καὶ σὲ σᾶς καὶ σ’ ὅλους μας!

῎Ετσι σὲ ὅλες τὶς στιγμὲς τῆς δόξας, μέσα σὲ ὅλες τὶς μεγάλες καὶ ἀπίστευτες ἐπιτυχίες, σύντροφος ἀχώριστος ἦταν ἡ μεγάλη λέξη, ἡ λέξη χωρίς νόημα, τὸ ποίημα τῆς μάχης καὶ τοῦ θανάτου,καὶ ἀχώριστος σύντροφος, ἐπίσης μέσα στὶς πίκρες καὶ στὶς ἀτυχίες.
Λέξη ποὺ ἀντηχεῖ ἀκόμα σὲ ὀλες τὶς χαράδρες, ποὺ πετᾶ ἀκόμα πάνω ἀπὸ τοὺς κάμπους, ποὺ τριγυρίζει ἀκόμα πάνω ἀπὸ τοὺς τάφους τῶν παλικαριῶν. Λέξη ποὺ φοβέριζε τὸν ἐχθρό, ποὺ τὸν ἀκολουθοῦσε στὴ φυγή του. Λέξη ποὺ ἀντίκρισε μὲ τὸ γέλιο κι αὐτὴ τὴ χολέρα καὶ τὴν ἔδιωξε. Πέντε γράμματα ποὺ χοροπηδοῦσαν γελαστὰ ἐμπρὸς στὶς ὀβίδες, μέσα σὲ βροχὴ ἀπὸ σφαῖρες, ποὺ κοιμόνταν μαζὶ μὲ τὴν πείνα,ποὺ ξυπνοῦσαν μὲ τὴν παγωνιά, ποὺ χαιρετοῦσαν τὸ θάνατο καὶ τοὺς νεκροὺς ποὺ περνοῦσαν, ποὺ εἰρωνεύονταν τὸν κάθε δειλὸ καὶ ἀνέβαζαν στὸν οὐρανὸ τὸ κάθε παλικάρι·αὐτὰ τὰ πέντε γράμματα δὲν θὰ λησμονηθοῦν ποτέ!

᾽Αέρας καὶ τὰ βόλια!᾽Αέρας καὶ ἡ πείνα καὶ τοῦ ἥλιου τὰ χτυπήματα καὶ ἡ παγωνιὰ καὶ οἱ πληγὲς καὶ ὁ θάνατος. ᾽Αέρας καὶ τ’ ἀδέρφια τὰ σκοτωμένα. ᾽Αέρας καὶ τὰ ὀρφανὰ καὶ τὰ σπίτια ποὺ ἐρημώθηκαν καὶ ἔκλεισαν γιὰ πάντα. ᾽Αέρας καὶ οἱ νεκροὶ καὶ τὸ αἶμα! ᾽Αέρας καὶ οἱ τάφοι! ῞Ολα γι’ αὐτοὺς ἦταν ἀέρας, ὅλα ἔγιναν ἀέρας, καὶ τὸ μόνο ποὺ δὲν ἔγινε, ἦταν ἡ πατρίδα τους, ποὺ τὴν ἔκαναν μεγάλη καὶ δυνατὴ μὲ τὸν ἀέρα τους.

Ἐφημερὶς «Ἐστία»

Πηγή

(Visited 26 times, 1 visits today)




Leave a Reply