Τὸ σπίτι τοῦ παπποῦ μου…

Τὸ σπίτι τοῦ παπποῦ μου...Γεννήθηκα καὶ μεγάλωσα σ’ ἕνα ἀκριτικὸ χωριό, στὸν Ἕβρο. Τὸ Ἀσημένιο.
Οἱ παπποῦδες μας ἦλθαν πρόσφυγες ἀπὸ Πέρα, μ’ ἐκείνη τὴν ἀνταλλαγὴ πληθυσμῶν τὸ 1922. Οἱ περισσότεροι βολεύτηκαν σὲ κάτι πλινθόκτιστα σπίτια, γιατί νόμισαν πὼς ὁ ξεριζωμὸς ἦταν προσωρινός. Γιατί πίστευαν πὼς κάποτε θὰ ἐπέστρεφαν στὰ σπίτια τους, στὰ χωράφια τους, στὴν γῆ τους, σὲ μία ζωὴ ποὺ διεκόπη ἀπότομα. Κάποιοι μάλιστα οὔτε τὰ ὑπάρχοντά τους δὲν πῆραν. Τόσο βέβαιοι ἦταν γιὰ τὴν ἐπιστροφή. Ὅμως, ποτὲ ὁ ξεριζωμὸς δὲν εἶναι προσωρινός. Εἶναι μόνιμος, πανάθεμά τον….
Ἐκεῖνα τὰ πλινθόκτιστα σπίτια, ἄρχισαν νὰ τὰ γκρεμίζουν ἐκεῖ, στὶς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ ’60. Νὰ κτίζουν νέα, πιὸ ἄνετα καὶ εὑρύχωρα. Μὲ πέτρες καὶ τούβλα καὶ «πλάκες» ἀπό μπετόν.

Τὸ ὄνειρο τῆς ἐπιστροφῆς στὰ πάτρια, ξεθώριαζε. Φύτρωσαν καινούριες ῥίζες, μεγάλωναν νέες γενιές, παιδιά ποὺ τὴν προσφυγιὰ τὴν ἄκουγαν ὡς μία λυπητερὴ ἱστορία. Ὡς παραμύθι, ἀνακατεμένο μὲ θρύλους γιὰ τὸν Μαρμαρωμένο Βασιλιὰ καὶ τὴν Κόκκινη Μηλιά….

Θυμάμαι, σὰν νὰ εἶναι χθές, τὸν πατέρα μου, μόλις εἶχε ἀπολυθεὶ ἀπ’ τὸν στρατό, νὰ πηγαίνῃ στὰ νταμάρια, μαζὶ μὲ τ’ ἄλλα παλληκάρια τοῦ χωριοῦ, καὶ νὰ σπᾶνε πέτρες. Ὑστέρα νὰ τὶς κουβαλοῦν στὸ σπίτι. Ἄλλοτε μὲ τὸ κάρο, ποὺ τὸ ἔσερναν δύο γεροδεμένα βουβάλια. Καὶ ἄλλοτε, τὶς μικρότερες, στὸν ὦμο τους. Μουσκίδι στὸν ἱδρῶτα. Μόλις ἀπίθωναν τὶς πέτρες, ἔψαχναν ἀπεγνωσμένα τὸ λαγήνι, μὲ τὸ δροσερὸ νερό, γιὰ νὰ σβήσουν τὴν κούραση καὶ τὴν δίψα.

Ἔπειτα, ἔρχονταν οἱ τεχνίτες καὶ πελεκοῦσαν, μὲ μαεστρία τὶς πέτρες, λὲς καὶ ἦταν μαθητὲς τοῦ Φειδία, γιὰ νὰ τὶς ταιριάξουν, ἁρμονικά, στὸν βόρειο τοῖχο. Γιατὶ ὁ βόρειος τοῖχος ἔπρεπε νὰ εἶναι πέτρινος. Νὰ κρατάει τὸν βορηά.

Καὶ τὰ θεμέλια τ’ ἄνοιγαν βαθειά. Πρὶν ἀρχίσει τὸ κτίσιμο, ἡ γιαγιά μου ἔριξε κάτι χρυσᾶ φλουριά, ποὺ εἶχε κρατήσει ἀπ΄ τὴν προῖκα της. Γιὰ νὰ στεριώσει τὸ σπίτι. Καὶ ὕστερα ἔβαζαν γιὰ βάση κάτι τεράστιες πέτρες, ποὺ πολλὲς φορὲς χρειάζονταν δύο καὶ τρεῖς ἄντρες, γιὰ νὰ τὶς τοποθετήσουν. Μοῦ φαίνονταν σὰν νὰ εἴχαν τὴν δύναμη Τιτάνων. Μὲ τέτοια εὐκολία καὶ ἐπιδεξιότητα, τὶς ἔφερναν βόλτα…

Στὸ χωριό, τὸ κτίσιμο ἑνὸς σπιτιού, ἦταν ὑπόθεση ὅλων. Καὶ μπορεῖ τὰ ἴδια συνεργεῖα νὰ ἔκτιζαν τρία καὶ τέσσερα σπίτια ταυτοχρόνως. Τὴν μιὰ ἑβδομάδα ἔσκαβαν, ἔβαζαν θεμέλια, ὕστερα ἔπιαναν δουλειὰ οἱ κτίστες, μετὰ οἱ σοβατζῆδες, ἀκολουθοῦσαν οἱ μάστορες γιὰ τὴν στέγη καὶ τὰ κεραμίδια. Ἐμπειροτέχνες ὅλοι τους, ἀλλὰ μάστορες πρώτης γραμμῆς, μὲ τέχνη ἀξεπέραστη.

Καὶ δούλευαν γρήγορα καὶ ἀκατάπαυστα! Ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἡλίου, μέχρι τὸ δείλι! Μὲ ἐνδιάμεσες στάσεις για φαγητό, ποὺ ἐπιμελοῦνταν ἡ γιαγιά μου, μὲ τὴν μάννα μου! Ἐργασίες, βέβαια, ὑπῆρχαν γιὰ ὅλους! Ἄκομα καὶ για τὰ μικρὰ παιδιά! Γιατὶ στὸ κτίσιμο συμμετεῖχαν ὅλοι!

Θυμᾶμαι τὸν παπποῦ μου μὲ τὶ καμάρι ἔβλεπε τοὺς τοίχους νὰ ὑψώνονται, ὕστερα νὰ διαμορφώνονται τὰ δωμάτια. Τὰ ἤθελε εὑρύχωρα καὶ τὸ σαλόνι μεγάλο! Ἤθελε καὶ ξεχωριστὰ δωμάτια γιὰ ἐμᾶς τὰ παιδιά! Ὄχι σὰν τὸ πλινθόκτιστο σπίτι, ποὺ στριμωχνόμασταν ὅλοι!

Γιὰ τὰ δοκάρια καὶ τὴν στέγη ἔκοψε κάτι βαλανιδιές, ποὺ φροντίζε ὁ ἴδιος. Γιατὶ καὶ τὰ δέντρα εἴχαν ψυχὴ καὶ τὴν ἤθελαν τὴν φροντίδα τοὺς. Ἀλλοιῶς μαράζωναν. Δέντρα θεόρατα! Καὶ τὸ ξύλο τους γερό. Γιὰ μιὰ ζωή! Ἀθάνατο! Ὅταν εἶχαν βάλει τὸν κορμὸ τῆς βαλανιδιὰς ἐπάνω στὴν πριονοκορδέλα, τὸν χάϊδεψε γιὰ λίγο, σὰν νὰ ζητοῦσε συγγνώμη γιὰ τὸ τέλος ποὺ τῆς ἐπεφύλαξε. Σκούπισε καὶ ἔνα δάκρυ. Ὅμως, τί στό καλό; Σκέπη στὸ κεφάλι του τὴν ἔβαζε! Τί ἅλλῃ τύχη νά τῆς ἐπιφυλάξῃ; Θά ἦταν καλλίτερα να γίνῃ στάκτη στό τζάκι, ἂν πλάκωνε κανένας βαρύς χειμώνας;

Ὅταν στέριωσε τὰ δοκάρια ὁ Κάλφας, ὕψωσε καὶ ἔνα σταυρὸ στὸ σημεῖο ποὺ τὰ ἕνωσε. Στὸ κέντρο ἀκριβῶς. Στὸ ὑψηλότερο σημεῖο τοῦ σπιτιού. Στὴν κορυφή! Ἡ γιαγιά μου, ἀπὸ καιρό, εἶχε ἀγοράσει ἀπὸ τὸ Διδυμότειχο, ὡς δῶρο γιὰ τὸν Κάλφα, τὸ καλλίτερο πουκάμισό που εἶχε βρεί! Ἔτσι ἔλεγε τὸ ἔθιμο! Τὸ δῶρο τῆς νοικοκυρὰς τοῦ σπιτιοὺ πρὸς τὸν Πρωτομάστορα! Ποὺ ἐφτιαχνε τὸ σπιτικό της.

Ὁ Κάλφας εἶπε ἔνα τραγούδι, κρεμασμένος ἐπάνω στὰ δοκάρια καὶ ἄρχισε τὰ παινέματα καί τὶς εὐχὲς γιὰ τὸ σπίτι καὶ τὸ νοικοκυριό. Παίνευε καὶ τὸν ἑαυτό του, τὰ καλφόπουλα καὶ τοὺς μάστορες! Ἤταν χαρὰ μεγάλη για ὅλους!

Τὸ τραγούδι τοῦ Κάλφα ἀκούστηκε σ’ ὅλο τὸ χωριό. Καὶ πλημμύρισαν οἱ δρόμοι ἀπὸ ἄντρες καὶ νοικοκυρές που ἔρχονταν καὶ ἐκεῖνοι να φέρουν τὸ δῶρο τοὺς στον Κάλφα! Ὅ,τι μποροῦσε ὁ καθένας. Κανένα δῶρο, ἄκομα καὶ τὸ πιὸ ἀσήμαντο, ντροπὴ δεν ἦταν. Γιατὶ ἤταν τῆς καρδιᾶς, τῆς καλοσύνης καὶ τῆς ἀλληλεγγύης. Γιὰ νὰ τιμήσουν τὸν Κάλφα, ποὺ κατάφερε να ὑψώσῃ ἄκομα ἔνα σπίτι! Καὶ ἐκεῖνος, σὲ κάθε δῶρο ποὺ ἔπαιρνε, ἔπιανε πάλι τὰ τραγούδια καὶ τὰ παινέματα! Ἀναλόγως μὲ τὸ δῶρο, ἐννοεῖται!

Στὸ σπίτι αὐτὸ μεγάλωσα. Στὸ σπίτι αὐτὸ ἄφησε τὴν τελευταία του πνοὴ ὁ πάππους μου καὶ ἡ γιαγιά μου. Χωρὶς νὰ προλάβουν, δυστυχῶς, να ἐπιστρέψουν Πέρα. Γιατὶ γιὰ τὸν πάππου μου καὶ τὴν γιαγιά μου, Πέρα ἤταν τὸ σπίτι τους. Αὐτὸ ἔδω, ἤταν για ἐμᾶς….

Κάθε γωνία αὐτοῦ τοῦ σπιτιοῦ, κάθε πέτρα, κάθε τοῦβλο, κάθε σπιθαμή, ἔχει καὶ ἔνα κομμάτι ἀπὸ τὴν ζωή μας. Κάτι νὰ μᾶς διηγηθῇ καὶ κάτι νὰ μᾶς θυμίζῃ.

Ὕστερα μπήκαμε στὸ Πανεπιστήμιο… Ἤρθαμε στὴν Ἀθήνα. Ἀφήσαμε τὴν γῆ, τὰ ζωντανὰ καὶ τὰ χωράφια μας. Οἱ γονεῖς μου ἔγιναν ἐργάτες καὶ ἐμεὶς σπουδάσαμε γιὰ νὰ γίνουμε ….ἐπιστήμονες. Ἡ αὐλὴ χορτάριασε, τὰ δωμάτια ἀράχνιασαν, ὁ κῆπος ξεράθηκε, τὰ δέντρα μαράζωσαν, τὸ χωριὸ ἄρχισε νὰ ἐρημώνῃ. Ἔμειναν μοναχὰ οἱ ἀναμνήσεις νὰ φυλᾶνε, σὰν τὸν Ἄργο, τὰ ἔρημα….Καὶ κάποιοι γενναῖοι ἀκρίτες ποὺ δὲν τοὺς ξεκολλᾶς ἀπὸ ἐκεῖ, οὔτε μὲ γερανό….

Κάθε Καλοκαίρι, ἐκεῖ πρὸς τὸ τέλος Ἰουλίου, ποὺ εἶναι ἡ γιορτὴ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς καὶ ἔχουμε τὸ Πανήγυρι, πηγαίνουν οἱ γονεῖς μου, ἀνοίγουν τὶς πόρτες νὰ ξαναμπῇ φῶς. Κάνουν καὶ ὅ,τι μερεμέτια προλαβαίνουν! Κάποιες χρονιές, ὅταν οἱ φθορὲς εἶναι μεγάλες, ἀπαιτοῦνται περισσότερες ἐργασίες.

Δὲν πέρασέ ποτὲ ἀπὸ τὸ μυαλὸ κανενὸς μας, νὰ πουλήσουμε αὐτὸ τὸ σπίτι ἢ νὰ τ’ ἀφήσουμε νὰ καταρρεύσῃ. Ἤταν καὶ ἐπιθυμία τοῦ πάππου μας. Σεβαστὴ γιὰ πάντα ἡ τελευταία του ἐπιθυμία. Ποιός θὰ τολμήσῃ να τὴν παραβῇ;

Πέρσι μοῦ ἦλθε νὰ πληρώσω χαράτσι γιὰ τὸ σπίτι αὐτό.

Γιὰ τὸ σπίτι τοῦ πάππου μου….

Τίποτα δὲν μ’ ἔκανε νὰ θυμώσω περισσότερο, ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια…

Χαράτσι γιὰ τὸ σπίτι τοῦ πάππου μου…

Ποῦ τὸ ἔκτισε μὲ τὰ χέρια του, μὲ τὸν ἱδρῶτα του, μὲ τὸν κόπο του…

Τώρα διαβάζω ὅτι μὲ τὸν νέο, ἐνιαῖο φόρο, γιὰ τὰ ἀκίνητα δὲν θὰ πληρώνω μόνο χαράτσι, ἀλλὰ καὶ φόρο γιὰ τὸ οἰκόπεδο, ποὺ εἶναι κτισμένο τὸ σπίτι…

Τὸ σπίτι τοῦ πάππου μου, μπορεῖ γιὰ ἐμᾶς νὰ ἔχει τεράστια συναισθηματικὴ ἀξία, γιατὶ ἀποτελεῖ μιὰ κιβωτὸ μνήμης, ποὺ φυλάει τὶς ῥίζες μας, ὅμως ἡ ἐμπορική του ἀξία εἶναι ἀσημάντη. Σχεδὸν μηδενική. Δύο-τρία χρόνια νὰ πληρώσουμε αὐτοὺς τοὺς φόρους καὶ θὰ εἶναι σὰν νὰ τ’ ἀγοράζουμε! Καὶ καλὰ ἐμείς, ἀντέχουμε να τὸ κρατήσουμε. Τοὺς ἄλλους, ὅμως, ποῦ μενοῦν ἐκεῖ, τούς ῥώτησαν, ἄν μποροῦν; Θὰ τοὺς τιμωρήσουμε ἐπειδὴ ἔμειναν στίς πατρογονικές Ἑστίες νά φυλάγουν Θερμοπύλες;

Θὰ βάλλουν, λέει, φόρο καὶ στὰ χωράφια. Ὄχι μὲ βάση  τὴν σοδειά, ἀλλὰ τὰ στρέμματα! Ξέρετε ὠρὲ θεομπαῖχτες, ποὺ ἀμφιβάλλω ἂν ἔχετε πατήσει ποτὲ στὴν ζωή σας  σὲ χωράφι, ὅτι μιὰ κακὴ χρονιά ἡ σοδειά μπορεῖ νά μήν φτάνῃ οὔτε γιά τά λιπάσματα; Καί πῶς θά ζήσουν αὐτοί οἱ φουκαράδες; Μέ τόν ἀέρα;

Δὲν γνωρίζω ποιοὶ τὰ σκέφτονται ὅλα αὐτὰ καί τὶ ἐπιδιώκουν….Πολὺ φοβοῦμαι ὅτι σὲ λίγο θ΄ ἀρχίσουν νὰ φορολογοῦν καί τὶς ἀναμνήσεις μας. Καί τὶς ψυχὲς μας.

Εἶμαι βέβαιος, πὼς ἂν σήμερα ζοῦσε ὁ πάππους μου, θὰ τοὺς ἔτριβε κατάμουτρα τὸ χαρτὶ μὲ τὸ χαράτσι. Καὶ ἂν κάποιοι πήγαιναν νὰ τὸν συλλάβουν, γιὰ τὴν ἀνυπακοή του αὐτή, ἀφοῦ πρῶτα τοὺς ἔδειχνε ἐκεῖνο τὸ διαμπερὲς τραῦμα, λίγο ἐπάνω ἀπὸ τὸ μέρος τῆς καρδιᾶς, ποὺ τὸ ἀπέκτησε πολεμῶντας στὸ Ἀφιὸν Καραχισάρ, θὰ τοὺς φώναζε:

«Κάτω τὰ ξερὰ σᾶς ἀπὸ τὸ βίος μου, μὴν σᾶς τὰ κόψω…

Ὄξω, ἀπ΄ἐδῶ ῥε κερατάδες! Ὄξω, ἀπ’ ἐδῶ…»

Μπορεὶ καὶ να τοὺς μπουμπούνιζε καὶ μερικὲς στὰ πόδια, μ’ ἐκείνη τὴν ἀπαρχαιωμένη καραμπίνα του….

Ἔτσι θ’ ἀντιδροῦσε ὁ πάππους μου, ἂν ἔρχονταν νὰ τοῦ πάρουν τὸ βιός του. Γιατὶ εἶναι ἄλλο πρᾶγμα νὰ πληρώνῃς τοὺς φόρους ποὺ μπορεῖς καὶ ἄλλο νὰ σοῦ παίρνουν τὸ βιός σου.

Κωνσταντῖνος Τριανταφυλλάκης

(Visited 55 times, 1 visits today)




Leave a Reply