Νὰ ψάξουμε στὸν οὐρανὸ γιὰ τὸ δικό μας ἀστέρι, καὶ νὰ τὸ ἀκολουθήσουμε.

Νὰ ψάξουμε στὸν οὐρανὸ γιὰ τὸ δικό μας ἀστέρι, καὶ νὰ τὸ ἀκολουθήσουμε.Χθὲς ξενύκτησα καὶ πάλι γιὰ χάριν τῶν ἀστεριῶν.
Ἕνα φανταστικὸ θέαμα, ἀπὸ μεγάλες φωτεινὲς μπάλες, ποὺ καθὼς τὶς ἔβλεπα νὰ πέφτουν αἰσθανόμουν μιὰν ἀθῴα χαρὰ καὶ μιὰν οὐράνια γαλήνη, σὰν ὅλα ὅσα ἤθελα να εἴχαν ἐκπληρωθεῖ.

Ἀπὸ τότε ποὺ ἀποχαιρέτησα τὴν μανά μου, τὸν πατέρα μου καὶ τὸν ἀδερφό μου, καθὼς φίλησα αὐτὸ τὸ παγωμένο πρόσωπο τοῦ θανάτου, πήρα μιὰν ἀπόφαση, ὄχι μὲ τὸ νοῦ μου ἀλλὰ μὲ τὴν ψυχή μου καὶ ὅλη μου τὴν ὑπάρξη. Ἀποφάσισα να ζῶ τὴν κάθε μου ἡμέρα σὰν να εἶναι μιὰ σπάνια ἡμέρα, ποὺ δὲν θὰ ἐπαναληφθεῖ ποτέ.
Ἔτσι κάνω πιὸ συχνὰ περιπάτους στὸ κέντρο τῆς Ἀθήνας, σὰν νὰ εἶναι μιὰ πόλη ποὺ δὲν ξέρω καθόλου, κυνηγάω μὲ τὴν φωτογραφική μου μηχανή τις παραξενιὲς τῶν σύννεφων, βγάζω πιὸ συχνὰ τὰ καλά μου τραπεζομάντηλα καὶ τὰ καλά μου πιάτα καὶ πίνω ἀπὸ τὰ ποτήρια, ποὺ ἂν τὸ ἤξερε ἡ μάνα μου… αὐτά πού μοῦ ἔδωσε νὰ τὰ ἔχω γιὰ γιορτινά.
Πηγαίνω πιὸ συχνὰ βόλτες στὴ θάλασσα περπατώντας ξυπόλητη στὴν ἄμμο καὶ βουτῶντας τὰ πόδιά μου στὸ νερό.
Δεν ἀναζητὼ πιὰ ὑπόστεγο, οὔτε χρησιμοποιῶ ὀμπρέλα ὅταν βρέχει….
Στὴν ἀπέραντη σιωπὴ τῆς νύκτας, σ΄ αὐτὸ τὸ ἐξωπραγματικὸ φῶς τῶν ἀστεριῶν ποὺ ἔπεφταν, προσευχόμουν ἀφήνοντας αὐτὴ τὴν μαγεία νὰ μὲ διαπεράσει καὶ σκεφτόμουν πόσο εἶναι σημαντικὸ νὰ πιστέψουμε, νὰ πιστέψουμε στὸν ἑαυτό μας καὶ νὰ προχωρήσουμε. Νὰ πιστέψουμε στὸν Ἕνα ποὺ ἔχει ἐμπιστοσύνη καὶ πιστεύει σὲ μᾶς.
Νὰ ὁδηγηθοῦμε ἀπὸ τὰ ἀστέρια.
Νὰ ψάξουμε στὸν οὐρανὸ γιὰ τὸ δικό μας ἀστέρι, καὶ νὰ τὸ ἀκολουθήσουμε.
Νὰ κοιτάξουμε νὰ βροῦμε τὰ σημάδια τῆς ψυχῆς ποὺ εἶναι παντοῦ ὁλόγυρα μας.
Τὸ ξύπνημα τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ χαρὰ καὶ ἡ οὐσία της εἶναι ἡ ἁπλότητα.
 Ἡ γαλήνη τῆς ψυχῆς εἶναι ἀγάπη καὶ ὁ σκοπὸς τῆς νὰ ἀπλωθεῖ…

Γιῶτα Σούσουλα

φωτογραφία

(Visited 16 times, 1 visits today)




Leave a Reply