Τὸ σπιτάκι (μου.. σου… του… μας…)

Τὸ σπιτάκι (μου.. σου... του... μας...)1Την ώρα του σεισμού, τελευταία Κυριακή του Γενάρη, η μάνα μου, τρομαγμένη, έλεγε συνέχεια μία και μόνο κουβέντα. «Το σπίτι μας… Πάει το σπίτι μας…». Το σπίτι μας, στα ανεμοδαρμένα ύψη του Αγκώνος (ως τούτη τη στιγμή που μιλάμε, διότι εγκέλαδος είναι αυτός) δεν πήγε πουθενά. Εντάξει, ας εξαιρέσουμε κάποια σπασμένα γυαλικά, κάποια βιβλία και σιντί που εκτοξεύθηκαν από τη θέση τους (πάντα ο σεισμός κυνηγάει τον πιο τσαπατσούλη, δηλαδή εμένα) και ένα μοροφίντο που ήταν από λόγου του και πιτσικάρισε λίγο παραπάνω, όπως και μια παράγκα και κάτι ξερολιθιές που μάλλον αποφάσισαν ότι ο επί γης βίος τους έχει πλέον τερματιστεί. Την καταλαβαίνω τη μάνα μου όμως. Όταν είχε γίνει ο μεγάλος σεισμός του 1953, ήταν κοριτσάκι 15 χρόνων. Είδε το σπίτι της στο Κάστρο της Άσσου να γκρεμίζεται μπροστά στα μάτια της, όπως σχεδόν όλοι οι Κεφαλονίτες τότε. Κι όχι μόνο αυτό.  Μέχρι να φτιάξουν το καινούριο τους σπίτι, κάτω, στον οικισμό της Άσσου, σήκωσαν μια πρόχειρη παράγκα από πισσόχαρτο, λίγα μέτρα πέρα από το γκρεμισμένο τους σπίτι. Κι εκεί, στο πισσόχαρτο, πλάι στα ερείπια του σπιτιού της, έζησε από το 1953 μέχρι το 1968. Δεκαπέντε χρόνια. Μπήκε στο πισσόχαρτο δεκαπέντε χρόνων κι έφυγε τριάντα. Η αδελφή της έφυγε νυφούλα από τη παράγκα, εκεί έχει βγάλει τη νυφική της φωτογραφία. Γι’ αυτό ποτέ δε νευριάζω με τη μάνα μου που φοβάται τους σεισμούς.
Κι εκείνη, κι ο πατέρας μου είχανε πάντα ιστορίες πολλές να μας λένε από εκείνες τις μέρες. Το σπίτι του πατέρα μου, στον Αγκώνα, ένα ωραίο διώροφο, το πλάκωσαν τα σπίτια που ήταν κολλητά χτισμένα. Δεν τους έμεινε απολύτως τίποτα, ο παππούς έχασε ακόμα και τα παπούτσια του. Ο πατέρας μου ήταν τότε τριάντα τριών, μικρότερος από μένα, και μου περιέγραψε πώς μέσα στις επόμενες μέρες ξανάφτιαξαν τα βασικά. Παράγκες για να κοιμηθούν, φούρνο για να ψήνουν ψωμί, τι κόπο τράβηξαν για να βρούνε νερό, μια και όλες οι στέρνες είχανε σπάσει, πράγματα που, τώρα που τα σκέφτομαι, εγώ ο άχρηστος δεν θα ήμουν σε θέση όχι να φέρω εις πέρας, αλλά ούτε καλά καλά να τα σκεφτώ. Οι παλιότεροι, «ψημένοι» από τη φτώχεια και όλες τις άλλες κακουχίες που είχαν περάσει, μαθημένοι μαστόροι από τα παιδικά τους χρόνια, μπορούσαν ευκολότερα να τα βγάλουν πέρα. Ο πατέρας μου μαζί με τον παππού έχτισαν μόνοι τους, με τα χέρια τους κυριολεκτικά, με τα απολύτως βασικά εργαλεία, το σπίτι που ζούμε μέχρι σήμερα, από πάνω μέχρι κάτω… Εγώ δεν είμαι ικανός ούτε καρφί να καρφώσω, χαμένο όλο το μαστορικό ταλέντο της οικογένειας.
Ο πατέρας μου είχε και μια άλλη συνήθεια. Όταν ήμασταν μικροί, μας έλεγε, «πάμε μια βόλτα στα ερείπια». Μετά την καταστροφή του χωριού το 1953, το χωριό μετακινήθηκε χαμηλότερα. Το καινούριο χωριό χτίστηκε ακριβώς από κάτω, με μεγάλα οικόπεδα μισού στρέμματος που μοιράστηκαν στους κατοίκους, και το παλιό έμεινε σαν φάντασμα από πάνω να θυμίζει τη μεγάλη καταστροφή. Έπαιρνε λοιπόν ο κυρ Αλέξανδρος (ο πατέρας μου) τα πιτσιρίκια (τουτέστιν, την αδελφή μου κι εμένα) και ανηφόριζαν στα ερείπια. Μας έδειχνε το χώρο που ήταν το σπίτι του, πραγματικά δεν είχε μείνει ούτε μια πέτρα πάνω στην άλλη. Μας έλεγε και για ένα καραβάκι που είχε κερδίσει σ’ ένα μαθητικό διαγωνισμό και μ’ αυτό έλεγε τα κάλαντα, και το πλάκωσε κι αυτό ο σεισμός. Για κάποιο λόγο, ήταν το μόνο πράγμα που φαινόταν να αποζητάει. Ίσως, στα δύστυχα εκείνα χρόνια, ήταν το μόνο παιχνίδι που είχε ποτέ. Μία φορά μάλιστα προσφέρθηκα ηρωικά να ψάξω μέσα στα ερείπια μήπως και του το βρω κάπου πλακωμένο μετά από τριάντα χρόνια. Ο πατέρας, βλέποντας το μάταιον του εγχειρήματος και γνωρίζοντας το ποιόν του ακαμάτη γιου, που κάποιο πόδι θα τσάκιζε στις κοτρώνες, αρνήθηκε ευγενικά. Η βόλτα συνεχιζόταν και ο κυρ Αλέξανδρος μας έδειχνε πού ήταν τα παλιά σπίτια των χωριανών, τα ερείπια της εκκλησίας του Αγίου Δημητρίου, που ο βράχος πέρασε κάποτε από δίπλα της και δεν τη γκρέμισε, μας αποκάλυψε πού κοιμόταν τα καλοκαίρια έξω (σε μια ντραγάτα, κάτω από μια πικροδάφνη, πλάι σε μια στέρνα με ολόδροσο νερό), πού ήταν ο κήπος τους, πού ήταν η σπηλιά που ήταν το σπίτι του γαϊδάρου. Η σπηλιά του γαϊδάρου ήταν στη θέση της,  και μπροστά της είχε κυλήσει ένας μεγάλος βράχος.
«Αν κάνει σεισμό πατέρα, θα πέσει το σπίτι μας;» ρώταγε πάντα ο φοβητσιάρης της παρέας (δηλαδή εγώ). Ο πατέρας μας εξηγούσε πόσο κόπο είχαν κάνει, πόσα σίδερα είχαν ρίξει, φοβούμενοι την οργή του στοιχείου. «Το σπίτι μας είναι γερό. Αλλά πάντα το στοιχείο είναι πιο δυνατό από τον άνθρωπο». Και συνεχίζαμε τη βόλτα στα ερείπια. Τώρα σκέφτομαι ότι κατά βάθος ο πατέρας αυτό ήθελε να μας πει μ’ αυτές τις βόλτες, ήταν κάτι σαν «εκπαιδευτικές εκδρομές», που είχαν πάντα αυτό το ηθικό δίδαγμα. «Το στοιχείο είναι πιο δυνατό από τον άνθρωπο» και γι’ αυτό δεν θα πρέπει να το υποτιμάμε. Και, όπως κι εκείνοι τα έχασαν όλα και τα ξανάφτιαξαν, με πολύ κόπο, έτσι κι εμείς, πρέπει να είμαστε έτοιμοι να τα ξαναχάσουμε όλα και να τα χτίσουμε από την αρχή.  Και να τα χτίσουμε ακόμα καλύτερα από τα προηγούμενα, για να μην τα ξαναχάσουμε τόσο εύκολα. Τώρα που το σκέφτομαι, ο πατέρας μου έλεγε μεγάλη κουβέντα εκείνη την ώρα. Αλλά  είχε κάθε δικαίωμα να την πει. Γιατί αυτό που έλεγε το είχε κάνει.
 Όπως το είχαν κάνει και χιλιάδες άλλοι  Κεφαλονίτες που βρέθηκαν ξένοι στον ίδιο τους τον τόπο, πεινασμένοι, διψασμένοι, κουρελιασμένοι, πλάι στα γκρεμισμένα τους σπίτια, λίγα χρόνια μετά τον πόλεμο και τον εμφύλιο. Όλοι τους τα έχασαν όλα. Και τα ξανάφτιαξαν. Κι εκείνοι που έφυγαν, κι έπιασαν τις άκρες του κόσμου. Κι εκείνοι που διάλεξαν να μείνουν. Δύσκολοι και οι δυο δρόμοι. Όμως τους τράβηξαν, κι ο καθένας κατάφερε το δικό του, μικρό θαύμα.
Το μικρό θαύμα του πατέρα μου είναι το σπιτάκι μας. 65 ολόκληρα τετραγωνικά, της αρωγής, με κήπο και αυλή. Ισόγειο – ποτέ δεν ήθελε να βάλει πλάκα πάνω από τα κεφάλια των παιδιών του –  και μάλλον φτωχικό, όμως για μας αυτό το σπιτάκι ήταν και παραμένει το μεγαλύτερο παλάτι. Μπορεί να μην είχε ποτέ τις ανέσεις που είχαν τα σπίτια της πόλης, αλλά εμάς έφτανε και περίσσευε για να είμαστε κάτι περισσότερο από ευτυχισμένα παιδάκια. Νιώθαμε ότι τίποτα δε μας λείπει. Οι παλιές λιθιές της αυλής ήταν τα απόκρημνα βουνά που σκαρφάλωναν τα πλέιμομπιλ (και αν έσκαγε μύτη από τη λιθιά και καμιά αράχνη, είχαμε και αληθινά τέρατα για να πολεμήσουν, με τα σχετικά ουρλιαχτά από την πλευρά μας να διανθίζουν το σκηνικό). Μια κατηφορική σκάλα που οδηγούσε στον κήπο ήταν το Μόντε Κάρλο όπου έτρεχαν ράλι τα αυτοκινητάκια μου, ο σωλήνας του νερού ήταν το φιλέ του βόλεϊ, ενώ η διχάλα που έκανε ο κορμός της παλιάς ελιάς ήταν το γκισέ του «μαγαζιού» μας όταν αποφασίζαμε να παίξουμε το σχετικό παιχνίδι.
 Και μέσα σ’ όλα αυτά, μάθαμε να μεγαλώνουμε με την ιδέα και τις ιστορίες του σεισμού. Για όσους τον έζησαν, φαίνεται πως εκείνος ο σεισμός είχε κάνει μια μεγάλη ραγισματιά στη ζωή τους, που την χώριζε στο «πριν» και το «μετά». Οι ιστορίες από το σεισμό έρχονταν πολύ συχνά στις κουβέντες των μεγάλων, ένα τραύμα που για μας ίσως ήταν λίγο ακατανόητο, μια και δε μπορούσαμε να συλλάβουμε τι σημαίνει να το ζεις, ώσπου, στο Δημοτικό ακόμα, αρχίσαμε και οι ίδιοι να το ζούμε. Ο πρώτος μεγάλος σεισμός που θυμάμαι ήταν του 1983, Τετάρτη Δημοτικού ήμουν, και μας είχαν πει κάθε φορά που κουνάει να μπαίνουμε κάτω από το τραπέζι με τα απολύτως απαραίτητα. Η αδελφή μου κι εγώ, επειδή το πήγαινε έλα ήταν κάπως κουραστικό, σκεφτήκαμε να κατοικοεδρεύσουμε προσωρινώς (δηλαδή επί μονίμου βάσεως) κάτω από το τραπέζι με τα απολύτως απαραίτητα: εκείνη τις κούκλες της, κι εγώ τα πλέιμομπιλ και τα αυτοκινητάκια μου, και επίσης τα αρκουδάκια που είχαμε στο κρεβάτι μας, για να μη νιώθουν μοναξιά. Η αλήθεια είναι ότι στριμωχτήκαμε κάπως τόσοι νοματαίοι κάτω από το τραπέζι, αλλά χωρέσαμε. Φέτος που αποπειράθηκα να χωθώ κάτω από το τραπέζι σε κάποιο κούνημα, διαπίστωσα, αφού κοπάνησα το ξεροκέφαλό μου, ότι μάλλον έχω κάπως μεγαλώσει για τέτοιου είδους αντισεισμικές πρακτικές. Ο σεισμός είχε εμπεδωθεί τόσο στα παιδικά μας μυαλουδάκια που μια από τις αγαπημένες μου συνήθειες ήταν να φτιάχνω σπιτάκια με λέγκο και μετά να τα κουνάω ή να τα πετάω κάτω για να δω αν θα τσακιστούν φωνάζοντας «σεισμός!». Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τις πολλές δονήσεις, μικρές και μεγάλες που αναστάτωναν κατά καιρούς το νησί μας, ήταν αντανακλάσεις του φόβου ότι κάποτε θα χάναμε το σπιτάκι μας. Όσο γερό κι αν ήταν, ίσως κάποτε ο κακός λύκος θα κατάφερνε και θα μας το γκρέμιζε, όπως εκείνο των τριών γουρουνακίων.
Το σπιτάκι μας ήταν ο παράδεισός μας, κι αυτό το καταλαβαίνουμε ακόμα τις νύχτες που ο αέρας κι η βροχή από όλη την Αδριατική λυσσάνε πάνω στο χωριό μας, πριν μετατοπιστούν στην υπόλοιπη Ελλάδα. Νιώθαμε πλούσιοι και γεμάτοι, γιατί αυτό το μικρό σπιτάκι μας παρείχε την ζεστασιά και τη θαλπωρή της ασφάλειας. Αυτό το γνωστό «το σπίτι μου είναι το κάστρο μου», που είναι το πιο ισχυρό αίσθημα που νιώθει ο άνθρωπος, γι’ αυτό κι ό,τι απειλεί το σπίτι του, ο σεισμός, η φωτιά, η θεομηνία, είναι πάντοτε ο πιο φοβερός εχθρός.
Ακόμα και τώρα, μαντράχαλος ων, αυτό το σπιτάκι είναι το μόνο μέρος που μπορώ να κοιμηθώ σαν άνθρωπος, ακούγοντας τους θορύβους της νύχτας απέξω. Τη βροχή, τις βροντές, τον αέρα, τις κουκουβάγιες και τα άλλα νυχτοπούλια. Το μικρό μας κάστρο, που και τούτη τη φορά, πάντα ως τούτη τη στιγμή, το λυπήθηκε ο θεός Ποσειδώνας και μας το άφησε όρθιο. Κι όσο το αφήνει, κι όσο μπορώ, θα ‘θελα να το συντηρώ έτσι, όπως ήταν στα παιδικά μου χρόνια, για να μπορώ πάντα να γυρίζω εκεί και να θυμάμαι.
Σκέφτηκα να γράψω αυτό το κείμενο τώρα που είναι όλα ζεστά, που δεν ξέρω αν αύριο το στοιχείο θα ηρεμήσει ή θα μας κουνήσει πιο δυνατά. Ίσως γιατί σε τέτοιες ώρες εκτιμούμε τα απλά και τα αυτονόητα. Εκτιμούμε το σκηνικό της καθημερινότητάς μας, που είναι ίσως η χειρολαβή μας για ν’ αντέξουμε τους κραδασμούς στην ξέφρενη πορεία της ζωής μας.
Δυο μέρες μετά το σεισμό, είπαμε με τη μάνα μου να πάμε στον τάφο του πατέρα. Είχαμε ακούσει ότι στο νεκροταφείο είχανε γίνει ζημιές. Το μνήμα που κοιμάται ο πατέρας ήταν εντάξει. Είπα να του πω σιωπηλά δυο κουβέντες. Να μην ανησυχεί, γιατί το σπιτάκι που μας έφτιαξε είναι ακόμα εκεί, όρθιο. Ο κόπος των χεριών του ακόμα τον παλεύει στα ίσια το σεισμό. Εντάξει πατέρα, όχι, δεν το ξεχνάω, το στοιχείο δεν μπορείς να το νικήσεις. Κοίτα όμως που εσύ ακόμα το νικάς πατέρα… Σ’ ευχαριστώ…  Αυτά τα λίγα, γιατί ο πατέρας δεν ήθελε και πολλές κουβέντες…
Τὸ σπιτάκι (μου.. σου... του... μας...)2
Φεύγοντας από το νεκροταφείο, είπα να φωτογραφίσω τις ανθισμένες αμυγδαλιές του παλιού χωριού, που στέκουν όρθιες μέσα στα ερείπια και τις διαλυμένες λιθιές, με σκόρπιους γύρω τους βράχους και κοτρώνες. Και το μυαλό μου πήγε σ’ ένα άλλο σπιτάκι.
Τα καλοκαίρια πάντα ανεβαίνουμε στο Φρούριο της Άσσου. Κι εκεί, πάμε στα μνήματα. Και μετά, η μάνα μου, ήθελε πάντα να πηγαίνουμε εκεί που ήταν το σπίτι της. Ακόμα κάποιοι τοίχοι του είναι όρθιοι. Για κάμποσα χρόνια ήταν όρθια και η παράγκα από το πισσόχαρτο που είχανε φτιάξει μετά το σεισμό. Μια από τις τελευταίες φορές, τη βρήκαμε γκρεμισμένη πια. Το μόνο που είχε απομείνει ήταν ένα κρεβάτι μέσα στη μέση του χωραφιού, και γύρω σκόρπιες οι σανίδες και τα σκισμένα και λιωμένα πισσόχαρτα. Η μάνα μου έβαλε τότε τα κλάματα, κι εγώ, που από μικρό με φωνάζει «κλαψομάρτη» την ακολούθησα. Γιατί κατάλαβα ότι το δικό της σπιτάκι δεν ήταν το σπίτι που της γκρέμισε ο σεισμός. Το δικό της σπιτάκι ήταν εκεί που είχε περάσει τα καλύτερα χρόνια της ζωής της. Ήταν εκείνη η παράγκα από πισσόχαρτο… 
Τὸ σπιτάκι (μου.. σου... του... μας...)3
(Visited 19 times, 1 visits today)




Leave a Reply