Οἱ Γεφυραῖοι.

Ἀπαγορεύεται ἡ ἀναδημοσίευσις τῶν κειμένων τοῦ κυρίου Μιχαὴλ Ἀλεξανδρῆ δίχως ἀναφορὰ τῆς πηγῆς, τοῦ ὀνόματός του καὶ τοῦ ἐπαγγέλματός του ὡς ἔχει!!!
Παρακαλῶ πολὺ σεβαστεῖτε το…
Εὐχαριστῶ.

Φιλονόη

  1. Οἱ Γεφυραῖοι.
  2. Τὸ οὐσιαστικὸ γέφυρα καὶ τὸ ρῆμα γεφυρόω εἶναι λέξεις γνωστὲς στὸν Ὅμηρο, ὁ ὁποῖος τὴν μὲν πρώτη ἀναφέρει ἑπτὰ φορές (Δ 371, Ε 88, Ε 89, Θ 378, Θ 553, Λ 160, Υ 427), τὴν δὲ δεύτερη δύο (Ο 357, Φ 245). Τὸ οὐσιαστικὸ στὸν ἑνικὸ σημαίνει τὸ ἐγειρόμενο πρόχωμα, προκειμένου νὰ ἐμποδίσει τὴν πλημμύρα ποταμοῦ, καὶ στὸν πληθυντικὸ τὴν μεταξὺ τῶν φαλάγγων δίοδο, διὰ τῆς ὁποίας μποροῦσε κάποιος νὰ διαφύγει. Τὸ ρῆμα σημαίνει ἐγείρω πρόχωμα ἢ κατασκευάζω γέφυρα ἢ ζευγνύω μὲ γέφυρα. Ἀπὸ τὸ γέφυρα προῆλθαν τὸ ὑποκοριστικὸ γεφύριον (Αἰλιανός) καὶ τὰ σύνθετα γεφυροποιῶ (Πολύβιος), γεφυροποιός (Πλούταρχος). Τὰ γεφυροποιία (Ἰουστινίανειος Κώδικας), γεφυρεργάτης (Τζέτζης) καὶ γεφυρουργία (Τζέτζης) εἶναι μεσαιωνικά. Ἀπὸ τὸ γεφυρόω προῆλθαν τὸ γεφύρωσις (Στράβων), τὸ γεφυρωτής (Πλούταρχος), τὸ γεφύρωμα (Ἰώσηπος).
  3. Μὲ τὴ λέξη Γέφυρα ὀνομάζονται δύο ἀρχαῖα πολίσματα, ἕνα στὴ Μακεδονία ἐπὶ τῆς Ἐγνατίας ὁδοῦ καὶ ἕνα στὴν Ταναγραία τῆς Βοιωτίας πλησίον τοῦ Ἀσωποῦ ποταμοῦ.  Τὸ ἐκ τῆς γεφύρας παραχθὲν ἐπίθετο γεφυραῖος σημαίνει τὸν σχετιζὸμενο μὲ τὴ γέφυρα (γεφυραῖα ξύλα), τὸν κατασκευαστὴ γεφύρας, ὅπως ἦσαν οἱ Γεφυραῖοι, καὶ τὸν κάτοικο τῆς πολίχνης Γεφύρας.
  4. Οἱ Γεφυραῖοι, ὡς λέξη καὶ ὡς ἱστορία, θὰ ἔμεναν στὴ ἀφάνεια καὶ θὰ περιέπιπταν στὴ λήθη, ἂν δὲ σχετίζονταν πολὺ ἀργότερα μὲ τοὺς Ἀφιδναίους Ἁρμόδιο καὶ Ἀριστογείτονα, οἱ ὁποῖοι «δι’ ἐρωτικὴν ξυντυχίαν», κατὰ τὸν Θουκυδίδη, ἐφόνευσαν τὸν Ἵππαρχο, τὸν ἀδελφὸ τοῦ τυράννου Ἱππία.
  5. Πρῶτος ὁ Ἡρόδοτος (Ε 55-61), πραγματευόμενος τὸ θέμα τῶν τυραννοκτόνων, γράφει γιὰ τὴν καταγωγὴ καὶ τὴν ἱστορία τῶν Γεφυραίων. Ὁ ἱστορικὸς παρόλο ποὺ σημειώνει ὅτι οἱ ἴδιοι οἱ Γεφυραῖοι λένε ὅτι εἶναι Ἐρετριεῖς,  «ἀναπυνθανόμενος» (= ρωτῶντας πάλι καὶ πληροφορούμενος), βρίσκει ὅτι αὐτοὶ εἶναι Φοίνικες, χωρὶς βέβαια νὰ ὀνομάζει τὶς πηγές του. Ὀρθῶς ὁ Πλούταρχος (περὶ τῶν τοῦ Ἡροδότου κακοηθειῶν, 860E) ἐλέγχει τὸν Ἡρόδοτο γιὰ τὴν ἀξιοπιστία του ὡς πρὸς τὴν καταγωγὴ τῶν Γεφυραίων, διότι ὁ ἱστορικὸς ἀπορρίπτει τὸν ἰσχυρισμὸ περὶ τῆς ἐρετρικῆς καταγωγῆς τῶν ἴδιων τῶν Γεφυραίων. Ἀκολούθως ὁ Ἡρόδοτος γράφει ὅτι οἱ «Φοίνικες» Γεφυραῖοι εἶχαν ἐγκασταθεῖ στὴν Ταναγραία τῆς Βοιωτίας καὶ ἀναγκάστηκαν νὰ στραφοῦν πρὸς τὴν Ἀθήνα, ὅταν οἱ Ἀργεῖοι προτύτερα ἐκδίωξαν τοὺς Καδμείους καὶ ἀργότερα οἱ Βοιωτοὶ τοὺς Γεφυραίους. Ἀκολούθως ὑποστηρίζει τὰ περὶ τῆς φοινικικῆς προελεύσεως τοῦ ἑλληνικοῦ ἀλφαβήτου.
  6. Γιὰ τὴν ἐγκατάσταση τῶν Γεφυραίων στὴν Ἀττική (σ.σ., στὸν δῆμο τῶν Ἀφιδνῶν) καὶ τὴν ἀπόκτηση τοῦ δικαιώματος τοῦ Ἀθηναίου πολίτη ὁ Ἡρόδοτος γράφει ὅτι αὐτὴ ἔγινε μὲ ὅρους, ἕνας ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἦταν ἡ ἐκτέλεση ἔργων ἐκ μέρους τῶν Γεφυραίων, τὰ ὁποῖα δὲν κρίνει ἀξιαγάπητα. Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς πολιτικὲς ἐλευθερίες οἱ Γεφυραῖοι στὴ νέα πατρίδα ἀπολάμβαναν καὶ πλήρεις θρησκευτικὲς ἐλευθερίες μὲ τὴν ἵδρυση χωριστῶν ἱερῶν, μὲ τὴ λατρεία τῆς Δήμητρας τῆς Ἀχαιίας καὶ τῆς Γεφυραίας Δηοῦς  καὶ μὲ τὴν τέλεση ὀργίων.
  7. Δεχόμενοι τὸν ἰσχυρισμὸ τῶν ἴδιων τῶν Γεφυραίων ὅτι ἦσαν Ἐρετριεῖς, καταλήγουμε στὴ γνώμη ὅτι αὐτοὶ ἦσαν μία φυλετικὴ ὁμάδα τῶν Ἰώνων, ἐπιδέξιοι τεχνῖτες γεφυροποιοὶ καὶ μύστες πολλῶν γνώσεων, οἱ ὁποῖοι γιὰ ἀγνώστους λόγους περαιώθησαν στὶς ἀκτὲς τῆς Βοιωτίας, ἐκμεταλλευόμενοι ἴσως τὴν εἰσβολὴ τῶν Φοινίκων, καὶ ἐγκαστάθησαν στὴν Ταναγραία χώρα πλησίον τοῦ Ἀσωποῦ ποταμοῦ, ὅπου κατασκεύασαν γέφυρα (ἐξ οὗ καὶ ἡ ὁμώνυμος πολίχνη). Μετὰ πολλὰ χρόνια οἱ Ἀργεῖοι ἐξεδίωξαν τοὺς Φοίνικες καὶ ἀργότερα τὸ ἴδιο ἔκαναν οἱ Βοιωτοὶ τῆς Ταναγραίας στοὺς Γεφυραίους, τοὺς ὁποίους θεωροῦσαν μὴ γηγενεῖς.
  8. Ἀντιστρέφοντας τὴν ἄποψη τοῦ Ἡροδότου περὶ φοινικικῆς καταγωγῆς τοῦ ἑλληνικοῦ ἀλφαβήτου θέτουμε τὸ ἐρώτημα: μήπως οἱ Φοίνικες βρῆκαν καὶ πῆραν τὸ ἐρετρικὸ ἀλφάβητο τῶν Γεφυραίων; Μᾶλλον αὐτὸ ἰσχύει, διότι οἱ Ἐρετριεῖς Γεφυραῖοι εἶχαν προηγμένες γνώσεις στὴν κατασκευὴ γεφυρῶν καὶ συνεχῶς ἐπινοοῦσαν νέες. Εὔκολο ἦταν ἀπὸ τὶς παραστάσεις τῶν γεφυρῶν νὰ φτάσουν καὶ στὶς ἐπινοήσεις παραστάσεων γραμμάτων. Ἕνα δεύτερο διμελὲς ἐρώτημα: τὰ ἑλληνικὰ γράμματα μοιάζουν μὲ τὰ φοινικικά, ὅπως διατείνεται ὁ Ἡρόδοτος, ἢ τὰ φοινικικὰ μὲ τὰ ἑλληνικά, ποὺ φαντάζει πιθανότερο; Καὶ ἕνα τρίτο ἐρώτημα: οἱ Καδμεῖοι ἦσαν Ἑλληνοφοίνικες ποὺ ἐκδιώχθησαν ἀπὸ τὴ Φοινίκη ἢ Σημιτοφοίνικες; Σύμφωνα μὲ ἱστορικὲς ἔρευνες ἰσχύει τὸ πρῶτο.
  9. Ὅσον ἀφορᾶ στὴν πολιτογράφηση ἐκ μέρους τῶν Ἀθηναίων ἑνὸς ἀτόμου ὡς Ἀθηναίου πολίτη, στὰ κλασσικὰ καὶ μετακλασσικὰ χρόνια, αὐτὴ βασιζόταν σὲ δύο συγκεκριμένα κριτήρια: πρῶτον, ἕνα ἄτομο ἔπρεπε νὰ ἔχει προσφέρει ἀποδεδειγμένα πολύτιμες ὑπηρεσίες στὴν ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τῶν Ἀθηνῶν, δεύτερον, ἕνα ἄτομο ἔπρεπε νὰ ἔχει εὐεργετἠσει τὸν Ἀθηναϊκὸ δῆμο μὲ χρηματικὲς δωρεὲς ἢ μὲ ἐπιτέλεση ἔργων εὐποιίας στὸ ἄστυ. Γιὰ τὴν πρώτη περίπτωση ἀναφέρουμε τοὺς Πλαταιεῖς, τοὺς πιστοὺς συμμάχους τῶν Ἀθηνῶν, ποὺ πολιτογραφήθησαν Ἀθηναῖοι πολῖτες μετὰ τὴν καταστροφὴ τῆς πόλης τους κατὰ τὸν Πελοποννησιακὸ πόλεμο. Στὴν ἴδια περίπτωση ὑπάγεται ὁ Χαρίδημος ὁ Ὠρείτης (Χαρίδημος Φιλοξένου Ἀχαρνεύς). Γιὰ τὴ δεύτερη περίπτωση ἀναφέρουμε τὸν ἀπελεύθερο δοῦλο Πασίωνα (Πασίων Ἀχαρνεύς), ἰδιοκτήτη ἀσπιδοπηγείου καὶ τράπεζας, ὁ ὁποῖος πολιτογραφήθηκε Ἀθηναῖος πολίτης, διότι πρόσφερε πολλὲς ἀσπίδες στὸν Ἀθηναϊκὸ στρατὸ καὶ ἀνέλαβε ἑκουσίως τὸ δαπανηρὸ λειτούργημα τῆς τριηραρχίας. Μὲ τὰ δύο αὐτὰ κριτήρια ἔγινε Ἀθηναῖος πολίτης ὁ Ἄτταλος ὁ Β΄, ὁ βασιλιὰς τῆς Περγάμου (Ἄτταλος Συπαλήττιος). Τὸ δικαίωμα τοῦ  «θετοῦ»  Ἀθηναίου πολίτη ἦταν πλέον κληρονομικό, χωρὶς καμία παρέκκλιση. Ὁ θετὸς Ἀθηναῖος πολίτης εἶχε ὅλα τὰ δικαιώματα τοῦ γνησίου: συμμετεῖχε στὴ λήψη ἀποφάσεων, κληρωνόταν δικαστής, κληρωνόταν ἄρχοντας ἀπὸ τοὺς ἐννέα (πλὴν τοῦ βασιλέως) καὶ ἔπαιρνε μέρος σὲ ὅλες τὶς θρησκευτικὲς τελετές (μόνο ἡ γυναίκα δὲ μποροῦσε νὰ λάβει μέρος ὡς Ἀρρηφόρος καὶ νὰ γίνει βασίλισσα).
  10. Ὅμως, γιὰ τὴν προκλασσικὴ περίοδο καὶ μάλιστα ἐκείνη τὴν περιβαλλομένη μὲ τὴν ἀχλὺ τοῦ μύθου ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποία πολιτογραφήθηκαν οἱ Γεφυραῖοι, λείπουν οἱ πηγές. Εἰκάζεται ὅτι ἐτηρεῖτο τὸ βασικὸ κριτήριο τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς εὐεργεσίας. Οἱ Γεφυραῖοι, ἱκανότατοι τεχνῖτες, κατόπιν συμφωνίας μὲ τοὺς ντόπιους Ἀθηναίους σὲ ἀντάλλαγμα τῆς πολιτογράφησής τους ἀνέλαβαν τὴν εὐθύνη γιὰ τὴν κατασκευὴ προχωμάτων, ὑδατοφρακτῶν καὶ γεφυρῶν σ’ ὅλη τὴν Ἀττική. Γι’ αὐτὸ ὁ Ἡρόδοτος γράφει «περὶ οὐκ ἀξιαγαπήτων» ἔργων, διότι τὰ χειρωνακτικὰ ἐπαγγέλματα στὴν ἐποχὴ ἐκείνη (καὶ ἀργότερα) σύμφωνα μὲ τὶς ἀντιλήψεις τῆς ἀριστοκρατίας ἐθεωροῦντο βάναυσα ὡς ἁρμόζοντα σὲ κατώτερους ἀνθρώπους καὶ ὄχι σὲ εὐγενεῖς.
  11. Οἱ Γεφυραῖοι, κατόπιν συμφωνιῶν, εἶχαν πλήρεις θρησκευτικὲς ἐλευθερίες (βλέπε τὴν περίπτωση 5). Σημειωτέον ὅτι μὲ βάση τὶς πολιτικὲς ἐλευθερίες εἶχαν τὸ δικαίωμα νὰ παρακολουθοῦν καὶ νὰ συμμετέχουν σ’ ὅλες τὶς θρησκευτικὲς ἐκδηλώσεις τῶν Ἀθηναίων πολιτῶν. Ἡ λατρεία τῆς Δήμητρας, κοινῆς θεότητας μεταξὺ Ἀττικῶν καὶ Γεφυραίων, ἔπαιξε τὸ δικό της ρόλο στὰ Ἐλευσίνια μυστήρια, διότι οἱ Γεφυραῖοι ἐμπλούτισαν τὴ λατρεία ὡς πραγματικοὶ μύστες. Τὸν ἴδιο ρόλο ἔπαιξαν οἱ Γεφυραῖοι στὴν τέλεση τῶν ὀργίων (= μυστηριακῶν τελετῶν). Οἱ ὀργεῶνες ἦσαν θρησκευτικοὶ σύλλογοι πολιτῶν ἐκλεγμένων ἀπὸ κάθε φυλή, τῶν ὁποίων ἔργο ἦταν νὰ τελοῦν θυσίες καὶ τελετές. Ἡ ὀργεώνη ἢ ὀργιστὶς ἦταν θηλυκὸ πρόσωπο, ἡ ἱέρεια. Οἱ ὀργεῶνες ταυτίζονται μὲ τοὺς θιασῶτες καὶ τοὺς ἐρανιστές, μὲ τὴ διαφορὰ ὅτι οἱ τελευταῖοι πλήρωναν εἰσιτήριο τέλος.
  12. Οἱ Γεφυραῖοι πολιτογραφημένοι Ἀθηναῖοι πολῖτες ἀπὸ τὰ πανάρχαια χρόνια καὶ ἀφομοιωμένοι πλέον μὲ τοὺς Ἀττικοὺς κατοίκους μὲ τὴν ἐγκαθίδρυση τῆς δημοκρατίας τοῦ Κλεισθένους φέρονται πολῖτες τοῦ δήμου Ἀφιδναίων, ὁ ὁποῖος ὑπήχθη στὴν Αἰαντίδα φυλή (τῆς τριττύος τῆς Μεσογαίας). Αὐτὸ μαρτυροῦν οἱ σωζόμενες ἐπιγραφὲς γιὰ τοὺς τυραννοκτόνους Ἁρμόδιο καὶ Ἀριστογείτονα, ὅπως ἀναφέρονται στὸ ἔργο τοῦ I.Kirchner Prosopographia Attika (P.A). Δὲν γνωρίζουμε ἂν οἱ Ἀφιδναῖοι Καλλίμαχος, ὁ περίφημος Πολέμαρχος Μαραθωνομάχος, ὁ πολλάκις ἐκλεγεὶς στρατηγὸς Δημοσθένης καὶ ὁ δεινὸς ρήτορας Καλλίστρατος κατάγονταν ἀπὸ τὴν ἴδια γενιὰ τῶν Γεφυραίων.
  13. Ὅλως διάφορο σημασία, ἀλλὰ ὁμόρριζα παράγωγα μὲ τὸ γέφυρα, ἔχουν τὸ ρῆμα γεφυρίζω καὶ τὰ οὐσιαστικὰ γεφυριστὴς καὶ γεφυρισμός. Ἐπὶ τοῦ τοῦ Κηφισοῦ ποταμοῦ στὴν ἱερὰ ὁδὸ ὑπῆρχε γέφυρα (ἐξοῦ τὸ Γεφυρεῖς= οἱ κάτοικοι πλησίον καὶ ἑκατέρωθεν τῆς γεφύρας), τὴν ὁποίαν περνοῦσαν οἱ ἐπισκεπτόμεοι τὸ Ἐλευσίνιο ἱερό. Ὅταν οἱ ἐπισκέπτες ἐπέστρεφαν πάνω σὲ ἅρματα σὲ σεμνὴ πομπή, οἱ Γεφυρεῖς εἶχαν τὴ συνήθεια νὰ λοιδοροῦν (γεφυρίζειν) ἐλεύθερα καὶ ἀκώλυτα ὅποιον ἤθελαν μὲ λόγια σκωπτικὰ καὶ σατυρικά (γεφυρισμούς). Οἱ κωμαστὲς ὀνομάστηκαν γεφυριστές. Ἀπὸ τὰ τοιαῦτα δρώμενα καὶ χλευαστικὰ λόγια προῆλθαν τὰ ἑξ ἁμάξης καὶ μετέπειτα τὸ δεύτερο εἶδος τοῦ δράματος, ἡ κωμωδία, ὅπως μαρτυρεῖται καὶ στὸν Ἀριστοφάνη (Βάτραχοι, 410 καὶ 416) «Ἴακχε φιλοχορευτὰ συμπρόπεμπέ με».

Μιχαὴλ Χρ. Ἀλεξανδρῆς
Φιλόλογος

(ἡ σελίδα τοῦ Μιχαῆλ ἐδῶ)

φωτογραφία

(Visited 274 times, 1 visits today)




Leave a Reply