Ἀπὸ τὸν θαυμαστὸ κόσμο τοῦ Ὁμήρου: Γεωργικὰ ἐργαλεῖα-Δερματουργία

Ἀπὸ τὸν θαυμαστὸ κόσμο τοῦ Ὁμήρου Γεωργικὰ ἐργαλεῖα-Δερματουργία

 

Ἀπαγορεύεται ἡ ἀναδημοσίευσις τῶν κειμένων τοῦ κυρίου Μιχαὴλ Ἀλεξανδρῆ δίχως ἀναφορὰ τῆς πηγῆς, τοῦ ὀνόματός του καὶ τοῦ ἐπαγγέλματός του ὡς ἔχει!!!
Παρακαλῶ πολὺ σεβαστεῖτε το…
Εὐχαριστῶ.

Φιλονόη

 

 

Α. ΓΕΩΡΓΙΚΑ ΕΡΓΑΛΕΙΑ:

    Ὁ γεωργικὸς βίος στὰ ὁμηρικὰ χρόνια εἶναι ἀρκούντως ἀνεπτυγμένος, καθὼς γίνεται φανερὴ  ἀπὸ τὰ ἐργαλεῖα, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦνταν καὶ τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν καὶ σήμερα μὲ τὶς ἴδιες σχεδὸν λέξεις.

    Ἡ ἄρουρα, πέραν τῶν ἰδιαιτέρων σημασιῶν (χώρας, πατρίδας) εἶναι ὁ γεωργήσιμος τόπος καὶ ταυτίζεται μὲ τὴν ὁμόρριζη λέξη ἄροσις. Ὁ γεωργός, ἀροτήρ, ὀργώνει/καλιεργεῖ, ἀρο τὴν ἄρουρα, μὲ τὸ ἀλέτρι, τὸ ἄροτρον, τὸ ὁποῖο περιγράφεται συμπαγές, πηκτόν. Τὸ ἀλέτρι σύρεται ἀπὸ μουλάρια, ἡμιόνους, καὶ βόδια, βοῦς. Οἱ ἡμίονοι παρακινοῦνται μὲ τὸ μαστίγιο, τὴν μάστιγα ἢ τὴν ἱμάσθη (= δερμάτινος ἱμάντας), καὶ τὰ βόδια μὲ τὴ βουκέντρα, τὴν βουπλῆγα, ἡ ὁποία εἶναι μία μακρὰ ῥάβδος καταλήγουσα σὲ σιδερένια αἰχμή, τὴν ἀκωκή.

    Οἱ καλλιεργητὲς χρησιμοποιοῦν μία σειρὰ ἀπὸ σκαπτικά, κοπτικά, θεριστικὰ καὶ λικμηστικὰ ἐργαλεῖα, τὰ ὁποῖα παρατίθενται ὡς ἑξῆς:

  1. μάκελλα εἶναι σκαπτικὸ ἐργαλεῖο, εἶδος σκαπάνης. Ἐξ αὐτῆς τῆς λέξης τὰ λατινικὰ macellarius/ macellarium= κρεοπώλης/κρεοπωλεῖο καὶ ἐκ τῆς λατινικῆς τὰ δάνει τῆς ἑλληνικῆς μακελλεύω μακελλάρης μακελλειό.
  2. Τὸ λίστρον, ἐκ τοῦ λίς, συγγενὲς τοῦ λισγάριον> λισγάρι, εἶναι εἶδος σκαλιστηριοῦ ἢ ξύστρας πρὸς ἐξομάλυνση τοῦ ἐδάφους.
  3. Τὸ φάσγανον, ἐκ τοῦ σφάττω μὲ μετάθεση γραμμάτων, ὡς γεωργικὸ ὄργανο εἶναι μαχαίρι γιὰ τὴν κοπὴ κλάδων.
  4. δρεπάνη ἢ τὸ δρέπανον, ἐκ τοῦ δρέπω, εἶναι τὸ γνωστὸ θεριστικὸ ὄργανο γιὰ τὴν κοπὴ τῶν σιτηρῶν.
  5. ῥαιστήρ, ἐκ τοῦ ῥαίω= συντρίβω, καὶ ἡ σφῦρα εἶναι εἶδος σφυριῶν.
  6. μοχλὸς μὲ ῥῆμα μοχλέω ἦταν ξύλινο παχὺ κοντάρι γιὰ ἐκβραχισμὸ καὶ μετακίνηση ὑλικῶν μεγάλου ὄγκου.
  7. Τὰ θερισμένα σιτηρὰ μεταφέρονταν στὰ ἁλώνια, ἁλωὴἁλῳή, τοποθετοῦνταν σὲ θημωνιές, θημῶνας, ἁλωνίζονταν καὶ ἀκολούθως ξανεμίζονταν, ὥστε νὰ καθαρίζεται τὸ σιτάρι ἀπὸ τὸ ἄχυρο καὶ τὴν ἀνεμίδα, τὴν ἄχνη. Γιὰ τὸ ξανέμισμα χρησιμοποιοῦνταν τὸ πτῦον, ὁ ἀθηρηλοιγός (= ὁ καταστρέφων τοὺς ἀθέρας τοῦ στάχυος) καὶ ὁ λικμηστήρ.

Β. ΔΕΡΜΑΤΟΥΡΓΙΑ:

    Στὸν Ὅμηρο δὲν γίνονται ἀναφορὲς σχετικὲς μὲ τὴν κατεργασία τῶν δερμάτων, τὴν βυρσοδεψία ἢ τὴν σκυτοτομία. Ὡστόσο ἡ τέχνη, ἔστω καὶ ὑποτυπώδης, ἦταν γνωστή, ὅπως συνάγεται ἀπὸ τὴ χρήση τῆς λέξης σκυτοτόμος (Η 221). Τὸ σκῦτος εἶναι τὸ κατεργασμένο δέρμα, τὸ ὁποῖο λέγεται καὶ ῥινός. Χρησιμοποιούταν ὅμως καὶ μαλλωτὸ δέρμα, ἡ νάκη, ἡ προβειά, ποὺ λέγεται καὶ κῶας καὶ στρωνόταν κατὰ γῆς καὶ πάνω σὲ καθίσματα καὶ κλίνες, γιὰ νὰ κάθεται ἢ νὰ κατακλίνεται κάποιος μαλακά. Τέτοια δερμάτινα εἴδη κατασκευάζονταν καὶ ἀπὸ δέρματα γίδας, ἡ αἰγείη, βοδιοῦ, ἡ βοείη, ταύρου, ἡ ταυρείη, ἰκτίδας, ἡ κτιδέη, σκύλου, ἡ κυνέη, λύκου, ἡ λυκέη, τῆς λεοπάρδαλης, ἡ παρδαλέη. Ὅλα αὐτὰ τὰ δερμάτινα εἴδη φοριόντουσαν καὶ ὡς περικεφαλαῖες. Ἀπὸ δέρμα βοδιοῦ κατασκευάζονταν ἱμάντες κάθε εἴδους, μαστίγια (ἱμάσθη) καὶ ἡ χορδὴ τοῦ τόξου, ἡ νευρή. Τὸ νεῦρον ἦταν χορδὴ τόξου κατασκευασμένη ἀπὸ ἔντερα.

Γιὰ τὴν κατασκευὴ τοῦ ἀσκοῦ:

  1. Ἡ ὁμηρικὴ λέξη ἀσκὸς ἔφθασε στὴν Κοινὴ Νέα Ἑλληνικὴ μέσω τῆς καθαρεύουσας καὶ ὡς ἀσκί (ἀπὸ τὸ παράγωγο ὑποκοριστικὸ ἀσκίον) μέσω τῆς λαϊκῆς γλώσσας. Ἡ ἐτυμολογικὴ ρίζα εἶναι ἀβέβαιη καὶ κατὰ τὴν πιθανότερη ἐκδοχὴ συσχετίζεται μὲ τὴν τοῦ ρήματος ἀσκῶ= ἐπεξεργάζομαι μὲ ἐπιμέλεια, μὲ τεχνική. Ἂν εἶναι ἔτσι, τότε ἀσκὸς σημαίνει τὴν τεχνικὴ ἐπεξεργασία καὶ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς.
  2. Οἱ σύγχρονοι Νεοέλληνες, καὶ ἰδιαίτερα οἱ νεώτεροι ἐμοῦ, ἴσως δὲ γνωρίζουν τὴν κατασκευὴ καὶ τὴ χρήση τοῦ ἀσκιοῦ, γνωρίζουν ὅμως ὅλοι τὸ σχῆμα καὶ τὴ μορφή του ἀπὸ τὸ λαϊκὸ μουσικὸ ὄργανο, τὴν γκάιντα. Ἡ ἱστορία τῆς χρήσης τοῦ ἀσκοῦ ἔχει ἀφετηρία τὸν Ὅμηρο, ὁ ὁποῖος δὲν μᾶς περιγράφει τὴν κατασκευή του (τέτοια ὑποχρέωση δὲν εἶχε ὡς ποιητής), δίνει ὅμως τὴν πληροφορία γιὰ τὴν ὕλη, μὲ τὴν ὁποία κατασκευαζόταν. Ὁ ποιητὴς ἀναφέρει τὸν «αἴγειον ἀσκόν» (Γ 247, ζ 78, ι 196), ἀπὸ δέρμα γίδας ἢ τράγου, καὶ τὸν ἐκ «βοός» (κ 19), ἀπὸ δέρμα βοδιοῦ. Ὁ δεύτερος εἶναι ὁ εἰδικὸς ἀσκὸς τοῦ Αἰόλου, τοῦ ταμία τῶν ἀνέμων, ὁ ὁποῖος τὸν ἔδωσε στὸν ἐπὶ μήνα φιλοξενούμενό του περιπλανώμενο Ὀδυσσέα, ἀφοῦ ἔκλεισε μέσα του ὅλους τοὺς ἀνέμους (κ 25 καὶ ἑξῆς). Τὸ ὅτι ὁ ἀσκὸς τοῦ Αἰόλου εἶναι ἀπὸ βοϊδοτόμαρο δίνει μία ἄλλη διάσταση στὸ μέγεθος καὶ στὴν ἀντοχὴ τοῦ δέρματος: τόσοι πολλοὶ ἄνεμοι πρέπει νὰ κλείνονται σὲ πολὺ μεγάλο σάκο καὶ ὄχι σὲ μικρό, ὅπως ὁ γιδήσιος! τόσοι ἰσχυροὶ ἄνεμοι πρέπει νὰ κλείνονται σὲ ἀνθεκτικότερο παντὸς ἄλλου σάκο,  λόγω τῶν τρομακτικῶν πιέσεων ποὺ ἀσκοῦν οἱ ἄνεμοι στὰ ἐσωτερικὰ τοιχώματα! Θαυμάσια καὶ εὐφυὴς ἡ ἐπινόηση τοῦ ποιητῆ, διότι ἕνα τέτοιο ὑπέρογκο δοχεῖο μόνο ὁ θεὸς μπορεῖ νὰ τὸ κρατεῖ καὶ ἕνας ἥρωας, ὅπως ἦταν ὁ Ὀδυσσέας! Ἡ χρήση τοῦ μικρότερου (γίδινου) ἀσκοῦ περιορίζεται στὴν ἀπόθεση καὶ στὴ μεταφορὰ τοῦ κρασιοῦ. Στὰ μεθομηρικὰ χρόνια μέχρι καὶ σήμερα ὁ ἀσκὸς χρησίμευσε ὄχι μόνο ὡς δοχεῖο κρασιοῦ ἀλλὰ καὶ λαδιοῦ, τυριοῦ καὶ νεροῦ καὶ ἴσως καὶ ἄλλων ὑγρῶν καὶ φαγώσιμων ὑλικῶν.
  3. Προσθέτω δύο ἀκόμη χρήσεις τοῦ ἀσκοῦ. Τὸ φουσκωμένο ἀσκὶ μὲ προσαρμοσμένο στὸ στόμιο αὐλὸ καθίσταται μουσικὸ ὄργανο, ἄσκαυλος, κοινῶς γκάιντα. Πάνω σὲ φουσκωμένα ἀσκιά, τὰ ἀσκώλια, χόρευαν (ρῆμα ἀσκωλιάζω) οἱ πανηγυριστὲς κατὰ τὴ δεύτερη ἡμέρα τῆς τέλεσης τῶν ἀγροτικῶν Διονυσίων, ὅθεν καὶ ἡ ἰδιαίτερη αὐτὴ ἑορτὴ ἔλαβε τὸ ὄνομα Ἀσκώλια, ὅπως ἀκριβῶς περιγράφουν οἱ σχολιαστὲς τοῦ Ἀριστοφάνους (Πλοῦτος, 1129).
  4. Γιὰ τὴν κατασκευὴ ἀσκοῦ προτιμᾶται τὸ γίδινο δέρμα παρὰ τὸ προβατήσιο, διότι εἶναι σκληρὸ καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀνθεκτικότερο. Ἡ τεχνικὴ τῆς ἀφαίρεσης τοῦ δέρματος ἀρχίζει ἀμέσως μὲ τὴ σφαγὴ τοῦ ζώου. Διατρυπᾶται τὸ δέρμα σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ πίσω πόδια στὸ ὕψος τοῦ γόνατος καὶ ἀκολούθως διὰ συνεχῶν φυσημάτων μὲ τὸ στόμα γεμίζει ἀέρα τὸ μεταξὺ δέρματος καὶ κρέατος δημιουργούμενο κενό, ὥστε νὰ καταστεῖ τυμπανιαῖο, ἐνῶ παράλληλα καταβάλλονται ἐπὶ τοῦ δέρματος ἰσχυρὰ κτυπήματα μὲ τὶς παλάμες, μὲ τὶς γροθιὲς καὶ μὲ βέργες. Ἔτσι καθίσταται εὐχερὴς ἡ ἐκδορὰ καὶ ἡ ἄνευ τομῆς ἀποκόλληση ὁλόκληρου τοῦ δέρματος τοῦ ζώου, ἀφοῦ πρῶτα κοποῦν τὰ πόδια στὸ ὕψος τῶν γονάτων καὶ τὸ κεφάλι στὴ βάση του. Τὸ τομάρι, ἔτσι λέγεται στὴ λαϊκὴ γλῶσσα, γυρίζεται άνάποδα (τὸ μέσα ἔξω), ἁλατίζεται ἐκ τοῦ περισσοῦ, προκειμένου νὰ ἐξοντωθοῦν ὅλοι οἱ μικροοργανισμοί, καὶ κρεμιέται σὲ ἀσφαλὲς μέρος, ὥστε νὰ ξεραθεῖ τελείως καὶ νὰ ἀποβάλει ὅσο τὸ δυνατὸ τὴ γιδίλα (τὴν ὀσμή). Ἀκολούθως ἀναστρέφεται πάλι, ξυρίζεται ὅλο τὸ τριχωτὸ μέρος, δένονται σφιχτὰ τὰ πόδια μὲ σχοινὶ ἢ μὲ δερμάτινο ἱμάντα καὶ ἀπὸ τὸ στόμιο τοῦ τραχήλου γεμίζεται μὲ ἀέρα καὶ ἔπειτα μὲ νερό, γιὰ νὰ διαπιστωθεῖ ἡ στεγανότητά του. Ἔτσι εἶναι ἕτοιμο πρὸς χρήση μὲ τὴ σημείωση ὅτι τὸ στόμιο τοῦ τραχήλου, τὸ ὁποῖο λειτουργεῖ ὡς εἴσοδος καὶ ἔξοδος τοῦ περιεχομένου, δένεται σφιχτὰ μὲ δερμάτινο ἱμάντα ἢ μὲ σχοινί. Ἰδιαίτερη προσοχὴ χρειάζεται τὸ ἀσκὶ ποὺ προορίζεται γιὰ ἀπόθεση καὶ συντήρηση τυριοῦ, διότι τὸ τυρὶ εἶναι εὐπαθὲς προϊόν. Ἂν ἀσκὸς δὲν εἶναι ἐντελῶς στεγανός, τότε ἀναπτύσσεται στὸ τυρὶ ἕνα εἶδος σκώληκα, τὸ λεγόμενο πηδούλι (λέγεται κυριολεκτικά, διότι συνεχῶς ἀναπηδᾶ).
  5. Ὁ ἀσκὸς ὡς λέξη, πλὴν τῆς ὡς ἄνω σημασίας, χρησιμοποιεῖται στὴν Ἀνατομία ὡς ὅρος δηλωτικὸς κάθε μικροῦ θυλάκου (κυστιδίου), ἐνῶ στὴ Ναυτικὴ ὁρολογία ὁ ναυτικὸς σάκος κατασκευάζεται ἀπὸ παχὺ στεγανὸ πανὶ πρὸς ἀπόθεση ὕδατος.
  6. Γνωστότατες καὶ παροιμιώδεις εἶναι οἱ λαϊκὲς φράσεις «φουσκωμένο ἀσκί», ἡ ὁποία λέγεται γιὰ τοὺς ἀλαζόνες, «βρέχει μὲ τ’ ἀσκί» = βρέχει πολὺ καὶ ραγδαία.

Μιχαὴλ Χρ. Ἀλεξανδρῆς
Φιλόλογος

(ἡ σελίδα τοῦ Μιχαῆλ ἐδῶ)

φωτογραφία

(Visited 305 times, 1 visits today)




Leave a Reply