Συμφωνία τῆς ΕΤΕ μὲ τὴν Κατοχικὴ Κυβέρνηση τὸ 1941, γιὰ νὰ εἰσπράξῃ δάνειο …ξεχασμένο!!! (μέρος α΄)

Συμφωνία της ΕΤΕ με την Κατοχική Κυβέρνηση των Ναζί για να εισπράξει δάνειο της Τράπεζας Ανατολής το 1941 – Μέρος Α

Γράφει ὁ Ἐλευθέριος Ῥῆνος

Δύο από τα πολλά δάνεια της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας έχουν μείνει στο σκοτάδι, δάνεια που είναι πιθανόν να έχουν μετακυληθεί μέχρι το σημερινό χρέος της χώρας. Το πρώτο είναι το κρυφό δάνειο των Γερμανών προς την ελληνική κυβέρνηση το 1915, έτσι ώστε η Ελλάδα να διατηρήσει την ουδετερότητα της στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το δεύτερο είναι το ομολογιακό δάνειο του 1915, στο οποίο συμμετείχε σε μεγάλο βαθμό η Τράπεζα Ανατολής, χρηματοδοτώντας το Ελληνικό Δημόσιο, για να καλυφθούν οι ανάγκες της ίδιας περιόδου.

Αυτά τα δύο δάνεια, τα οποία προσπαθούν κάποιοι να αποκρύψουν από τον Ελληνικό Λαό μέχρι σήμερα, περιέχουν τα συστατικά της προδοσίας, της αφερεγγυότητας, της πολιτικής συγκάλυψης και της οπορτουνιστικής συμμαχίας με όποιον δίνει τα περισσότερα. Κεντρικό ρόλο και στα δύο έπαιξε η Εθνική Τράπεζα, που και την εποχή εκείνη συμμετείχε, μέσω των κεφαλαίων της, στην πολιτική ζωή της χώρας, ουσιαστικά αντικαθιστώντας πολλάκις ακόμη και τον Υπουργό Οικονομικών στο εξωτερικό.

Από τα δύο δάνεια, ο ρόλος του πρώτου δεν αναλύεται ιδιαίτερα στη σύγχρονη ιστορία, αν και αποτελεί ένα από τα συστατικά του Εθνικού Διχασμού, ο οποίος ουσιαστικά επέτρεψε στις ξένες δυνάμεις να κυριαρχούν στο πολιτικό σύστημα μέχρι σήμερα, εκμεταλλευόμενες τον διαρκή, υποβολιμαίο, διχασμό, μέσα από την αιώνια τακτική του «διαίρει και βασίλευε». Ο Εθνικός Διχασμός χώρισε την Ελλάδα σε δύο στρατόπεδα, αυτό των Φιλοβασιλικών και εκείνο των Βενιζελικών.

Το δεύτερο δάνειο του 1915, αυτό στο οποίο συμμετείχε και η Τράπεζα Ανατολής, έρχεται σήμερα να «κατεδαφίσει» την υπερασπιστική γραμμή της Εθνικής Τράπεζας και να αποκαλύψει ότι η εκκαθάριση της Τραπέζης Ανατολής δεν είναι δυνατόν να ολοκληρώθηκε το 1936, όπως τολμά να επιμένει μέχρι σήμερα η νομική ομάδα της ΕΤΕ.

Παράλληλα, θα εξετάσουμε τον ρόλο της ΕΤΕ και την συνεργασία της με τους Ναζί, μέσα από μυστικά έγγραφα της στρατιωτικής υπηρεσίας OMGUS (Office of Military Government, United States), που ως διοικητική δύναμη του αμερικανοκρατούμενου τομέα της Γερμανίας μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ερεύνησε την διαπλοκή με τους Ναζί σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Ο ΚΡΥΦΟΣ ΔΑΝΕΙΣΜΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΤΟ 1915-1916

Ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος ξεκίνησε τον Αύγουστο του 1914 και διήρκεσε τέσσερα χρόνια. Η μια πλευρά ήταν αυτή των Κεντρικών Δυνάμεων (Γερμανία, Αυστροουγγαρία, Οθωμανική Αυτοκρατορία και Βουλγαρία) και η άλλη πλευρά αυτή των Ηνωμένων Δυνάμεων ή Δυνάμεων της Αντάντ (από το γαλλικό Entente που σημαίνει «συμφωνία» και περιέγραφε αρχικά την συμμαχία Βρετανίας και Γαλλίας, στις οποίες προστέθηκε η Ρωσία το 1918 και οι ΗΠΑ το 1917). Η Ελλάδα παρά το γεγονός ότι έκλεινε προς την πλευρά της Αντάντ, ήταν διστακτική αναφορικά με την συμμετοχή της στο Μεγάλο Πόλεμο, λόγω των συνεχόμενων πολέμων των προηγουμένων ετών.

Το 1915 οι ανάγκες του Ελληνικού Κράτους ήταν επιτακτικές. Ο ανταγωνισμός με την Τουρκία για την ναυτική κυριαρχία στο Αιγαίο, κατά τα προηγούμενα χρόνια, αλλά και η επιστράτευση έφεραν σε ακόμη δυσκολότερη θέση την οικονομία. Η κυβέρνηση Βενιζέλου από το 1914 προσπαθούσε να πετύχει εξωτερικό δανεισμό μέσω των Δυνάμεων της Αντάντ, χωρίς όμως επιτυχία. Αντίθετα, η Γερμανία ήθελε απεγνωσμένα να δανείσει στην Ελλάδα, με αντάλλαγμα την ουδετερότητα μας στον πόλεμο, κάτι που ο Βενιζέλος αρνιόταν κατηγορηματικά.

Ο Βενιζέλος και ο Κωνσταντίνος συνομιλούν (1913).
Φωτογραφία στο ελληνικό Γενικό Στρατηγείο στο Χατζή-Μπεηλίκ, πρό της Συνδιασκέψεως του Βουκουρεστίου, 1913. Από αριστερά: αρχηγός επιτελείου, Βίκτωρ Δούσμανης, Βασιλεύς Κωνσταντίνος, πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος. Ο Ιωάννης Μεταξάς φαίνεται δεύτερος από δεξιά.

 
Ο Βενιζέλος είχε τοποθετηθεί ανοικτά υπέρ της Αντάντ, ενώ ακόμη και τα Ανάκτορα, παρά τις διασυνδέσεις τους με τους Γερμανούς, αναγνώριζαν την διάθεση του λαού υπέρ των Ηνωμένων Δυνάμεων και κατά της Γερμανίας. Ωστόσο, το παλάτι δεν ήθελε η Ελλάδα να μπει στον πόλεμο, αλλά να παραμείνει ουδέτερη, μια και η πλευρά της Γερμανίας προσέφερε εγγυημένα εδάφη, κύρια στην περιοχή της Βορείου Ηπείρου, ενώ η άλλη πλευρά δεν ήθελε να εγγυηθεί ούτε καν την εδαφική ακεραιότητα του ελληνικού κράτους. Ο Βενιζέλος με τη σειρά του υποστήριζε την παραχώρηση εδαφών της Ανατολικής Μακεδονίας στη Βουλγαρία, με αντάλλαγμα εδάφη στη Μικρά Ασία, έτσι ώστε να προχωρήσει μια ενδεχόμενη συνεργασία με Βουλγαρία, Τουρκία και Σερβία, υπέρ της Αντάντ. Στη στρατηγική του Βενιζέλου ήταν κάθετα αντίθετος ο Βασιλιάς και μαζί του και ο Ιωάννης Μεταξάς, ο οποίος θεωρείτο ο μεγάλος στρατιωτικός νους της εποχής. Ο Μεταξάς πίστευε ότι οποιαδήποτε εμπλοκή του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία θα ήταν καταστροφική.

Η διαφωνία μεταξύ Βασιλιά και Πρωθυπουργού οδήγησε στην παραίτηση της Κυβέρνησης Βενιζέλου την 21η Φεβρουαρίου 1915. Ο Βενιζέλος κέρδισε και πάλι στις εκλογές του Μαΐου, οπότε επαναδιατύπωσε την δέσμευση του υπέρ της Σερβίας, εάν εκείνη δεχόταν επίθεση από την Βουλγαρία. Η προσπάθεια της Αντάντ να συμφιλιώσει Σερβία, Βουλγαρία, Τουρκία και Ελλάδα απέτυχε. Η Βουλγαρία ενώθηκε με τις δυνάμεις των Γερμανών και των Τούρκων κατά της Σερβίας. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1915, η Βουλγαρία κήρυξε επιστράτευση και η Ελλάδα αναγκάστηκε να ακολουθήσει. Ο Κωνσταντίνος επέμενε στις θέσεις του για ουδετερότητα, πιεζόμενος να αποδεχθεί τελικά την επιστράτευση 18.000 εφέδρων, για το ενδεχόμενο βουλγαρικής επιθέσεως, ενώ η γενική διοίκηση των γαλλοβρετανικών δυνάμεων, που είχαν στο ενδιάμεσο αποβιβαστεί στην Θεσσαλονίκη, ανατέθηκε στο Γάλλο Στρατηγό Sarail.

Μέσα σε όλα αυτά και ενώ οι Έλληνες πολιτικοί διαπραγματεύονται με όλους, η Γερμανία πρότεινε στις 30 Σεπτεμβρίου του 1915 μια συμφωνία, στην οποία η χώρα μας θα δεχόταν μια de facto ουδετερότητα, με αντίδωρα την προστασία του ελληνικού στοιχείου του Πόντου και της Ιωνίας, την παραχώρηση της Βορείου Ηπείρου, την ρύθμιση των συνοριακών διαφορών με την Βουλγαρία και μια υπόσχεση παραχωρήσεως της Δωδεκανήσου και της Κύπρου στο μέλλον. Σε αντίθεση η Αντάντ δεν προσέφερε οποιαδήποτε εγγύηση προς το παρόν, κάτι που έμελλε να αλλάξει όσο ο καιρός περνούσε.

Η πρόταση της Γερμανίας απορρίφθηκε από τον Βενιζέλο. Τα Ανάκτορα εξαγριωμένα εμμένουν στην θέση τους, ο πρωθυπουργός παραιτείται ξανά και διεξάγονται εκ νέου εκλογές, στις οποίες ο Βενιζέλος απέχει και έτσι νικούν οι φιλοβασιλικοί. Οι φιλοβασιλικές κυβερνήσεις που διορίζονται στη συνέχεια, διατηρούν την πολιτική «ουδετερότητας», αποδεχόμενες την οικονομική βοήθεια της Γερμανίας, η οποία έμεινε κρυφή ακόμη και από την Βουλή.

(Πατῆστε στὴν εἰκόνα)
Η απάντηση του Πρωθυπουργού Σκουλούδη προς την εφημερίδα Σκρίπ για τα δάνεια από τη Γερμανία το 1915 και το 1916, δάνεια που δόθηκαν μέσω της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.

Η Γερμανία στην προσπάθεια της να κρατήσει την Ελλάδα εκτός του πολέμου, προσέγγισε στις 7 Νοεμβρίου 1915 την φιλοβασιλική, ελληνική κυβέρνηση, που συνεδρίαζε στο σπίτι του πρωθυπουργού Σκουλούδη, προσφέροντας δάνειο 40 εκατομμυρίων μάρκων, χωρίς αυτό πλέον να συνοδεύεται από πολιτικές προϋποθέσεις. Για σχεδόν ένα μήνα οι Ελληνικές αρχές διαπραγματεύτηκαν μυστικά τους όρους του δανείου, το οποίο δόθηκε από την τράπεζα Bleichröeder του Βερολίνου, στις αρχές Ιανουαρίου, σε μάρκα και με επιτόκιο 6%,.

Η Τράπεζα Bleichröeder, μετά από τις διαπραγματεύσεις με την ελληνική πλευρά, παρείχε μια πίστωση στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, στο όνομα της ελληνικής κυβερνήσεως, μέσω της οποίας η Εθνική Τράπεζα εξέδωσε τραπεζογραμμάτια σταθερής αξίας, για να χρησιμοποιηθούν από την κυβέρνηση Σκουλούδη.

Οι δυνάμεις της Αντάντ μετά την ήττα του Βενιζέλου και τις επαφές της Ελλάδας με την Γερμανία, άρχισαν να προτείνουν ανταλλάγματα. Η πίεση των Γάλλων και των Βρετανών αυξήθηκε, φτάνοντας σε εμπορικό αποκλεισμό του λιμανιού του Πειραιά, απόβαση στη Θεσσαλονίκη και στρατιωτικές επιχειρήσεις σε ελληνικό έδαφος, με βομβαρδισμούς της Αθήνας από τους Γάλλους. Η εύθραυστη ελληνική οικονομία κατέρρεε και ο κόσμος άρχισε να πεινάει. Η πολιορκία έληξε με την εθελούσια απομάκρυσή του Βασιλιά και την αντικατάσταση του με το δευτερότοκο γιο του Αλέξανδρο, οπότε και ο Βενιζέλος επέστρεψε στην Ελλάδα, σχημάτισε κυβέρνηση στις 13 Ιουνίου χωρίς εκλογές και στις 15 Ιουνίου η Ελλάδα κήρυξε τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις.

Το δάνειο μπορεί να υπογράφηκε μυστικά, χωρίς να ενημερωθεί η βουλή, αλλά στα επόμενα χρόνια συμπεριελήφθη κανονικά στους ελληνικούς προϋπολογισμούς. Όταν όλα αυτά έγιναν γνωστά, με την λήξη του πολέμου, ο πρωθυπουργός Σκουλούδης διώχθηκε με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, μέχρι το 1920 και την ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές, οπότε η Εθνική Συνέλευση κήρυξε επίσημα άκυρη την κατηγορία και όλη την διαδικασία το 1921.
ΤΟ ΔΑΝΕΙΟ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ

Μέσα στα πλαίσια αυτά, το Ελληνικό Δημόσιο προχώρησε σε μια δανειοδότηση μέσω της Εθνικής Τραπέζης και των συνεργαζόμενων με αυτήν τραπεζών. Για να καλύψει τις ανάγκες της επιστράτευσης και για να μην καταρρεύσει η Ελληνική οικονομία, εκδόθηκαν διάφορα ομολογιακά δάνεια, στα οποία συμμετείχαν οι τράπεζες.

Ένα από αυτά είναι το Ομολογιακό Δάνειο 15.000.000 χρυσών δραχμών, με επιτόκιο 6% και εγγύηση σε χρυσό, που συμφωνήθηκε ως μέρος της από 14/27 Σεπτεμβρίου 1915 σύμβασης του Ελληνικού Δημοσίου με την Εθνική Τράπεζα (δεν είχε επιβληθεί στην Ελλάδα ακόμη το νέο ημερολόγιο και οι δύο ημερομηνίες αφορούν το παλαιό και νέο ημερολόγιο που ακολουθούσε η υπόλοιπη Ευρώπη). Σε αυτό έμελλε να συμμετέχει τελικά η Τράπεζα Ανατολής σε πολύ μεγάλο ποσοστό. Η συμφωνία προέβλεπε αποπληρωμή σε 15 έτη και παραγραφή εντός 30 ετών, επομένως θα έπρεπε να είχε εισπραχθεί έως το 1930 και θα παραγραφόταν το 1945.

Η αρχική γενική συμφωνία έγινε στις 13 Φεβρουαρίου 1915 ανάμεσα στον Υπουργό Οικονομικών της εποχής Αλέξανδρο Διομήδη και τον Διοικητή της Εθνικής Τραπέζης Αλέξανδρο Ζαΐμη. Αυτή αφορούσε σε ένα δάνειο 40.000.000 χρυσών φράγκων, μέρος ενός μεγαλύτερου δανείου 500 εκατομμυρίων φράγκων που θα έπαιρνε το κράτος μέσω της Εθνικής Τραπέζης, «ἐνεργούσης δι’ ἰδίον λογαριασμὸν καὶ διὰ λογαριασμὸν ὁμάδος Τραπεζῶν καὶ τραπεζιτῶν τοῦ ἐσωτερικοῦ», όπως ανέφερε χαρακτηριστικά η σχετική συμφωνία.

Ο Αλέξανδρος Διομήδης, ο εμπνευστής της συμφωνίας για το ελληνικό δημόσιο, έγινε συνδιοικητής της Εθνικής Τραπέζης το 1918, ενώ το 1923 διορίστηκε μόνος διοικητής της Εθνικής Τραπέζης με την οποία ασχολήθηκε, με κάποιες διακοπές, έως το 1949. Από το 1928 μέχρι το 1931 ήταν ο πρώτος διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος. Ωστόσο, από το 1941 έως το 1943 υπήρξε πρόεδρος της Ανωνύμου Ελληνικής Τηλεφωνικής Εταιρείας (ΑΕΤΕ), προδρόμου του σημερινού ΟΤΕ και προπολεμικό άντρο Γερμανών κατασκόπων, μένοντας στην θέση του και εκπροσωπώντας ουσιαστικά την Εθνική Τράπεζα στην ΑΕΤΕ, μια και η συνεργασία των δύο ήταν ιδιαίτερα στενή.

ΕΙΚΟΝΑ 3
Η έγκριση του δανείου των 15.000.000 χρυσών φράγκων στο ΦΕΚ 416 της 7ης Νομβρίου 1915 με το οποίο η Ελληνική Κυβέρνηση έλαβε ομολογιακό δάνειο που πωλήθηκε από την ΕΤΕ στις υπόλοιπες τράπεζες και στο κοινό.

ΕΙΚΟΝΑ 4
Η έγκριση του δανείου των 15.000.000 χρυσών φράγκων στο ΦΕΚ 416 της 7ης Νομβρίου 1915 με το οποίο η Ελληνική Κυβέρνηση έλαβε ομολογιακό δάνειο που πωλήθηκε από την ΕΤΕ στις υπόλοιπες τράπεζες και στο κοινό.

Η υπογραφή της συμφωνίας για το δάνειο των 15.000.000 χρυσών δραχμών έγινε ανάμεσα στον νέο Υπουργό Οικονομικών Εμμ. Ρέπουλη και τον Διοικητή της ΕΤΕ Αλέξανδρο Ζαΐμη στις 14/27 Σεπτεμβρίου 1915, ενώ η έγκριση του δανείου πραγματοποιήθηκε με το ΦΕΚ 416 της 7ης Νοεμβρίου 1915, το οποίο υπέγραφε ο επόμενος Υπουργός Οικονομικών Στ. Δραγούμης.

Αυτό το δάνειο μπορεί να το χορήγησε φαινομενικά η Εθνική Τράπεζα, ωστόσο οι ομολογίες ήταν πληρωτέες στον κομιστή και το πρώτο πράγμα που έκανε η ΕΤΕ ήταν να τις μοιράσει στις υπόλοιπες τράπεζες και στο επενδυτικό κοινό, μέσω του Χρηματιστηρίου. Μάλιστα, το μεγαλύτερο τμήμα του δανείου κατάφερε να το ξεφορτωθεί πριν την επόμενη κατάρρευση της Ελληνικής οικονομίας το 1930. Λόγω της συμμετοχής στελεχών του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΤΕ στην Τράπεζα Ανατολής και του άμεσου ελέγχου της τελευταίας, η Τράπεζα Ανατολής βρέθηκε να κρατάει ένα «τοξικό ομόλογο» με άμεση ημερομηνία «καταστροφής».

Κατά το 1930 το ομολογιακό αυτό δάνειο των 15.000.000 χρυσών δραχμών, με επιτόκιο 6% δεν εξυπηρετούνταν. Το Ελληνικό Δημόσιο προχώρησε σε στάση πληρωμών, μέχρι την οριστική του χρεοκοπία το 1932 και σταμάτησε να αποπληρώνει τόσο το δάνειο, όσο και τα τοκομερίδια. Το 1931 η Τράπεζα Ανατολής, εκπροσωπούμενη από τον Γενικό Διευθυντή της Εμμανουήλ Καμάρα, κατέθεσε αγωγές κατά του Ελληνικού Δημοσίου.

Ήδη από το 1930 είχαν ξεκινήσει οι συνομιλίες της Τραπέζης Ανατολής με την Εθνική Τράπεζα, ωστόσο οι μέτοχοι της πρώτης δεν δέχονταν τις προσφορές εξαγοράς της τράπεζας τους, παρά το γεγονός ότι η ΕΤΕ ήλεγχε μεγάλο μέρος των μετοχών και του διοικητικού συμβουλίου της Τραπέζης Ανατολής. Μετά την επίτευξη της συμφωνίας και την συγχώνευση της Τραπέζης Ανατολής από την Εθνική Τράπεζα, η δεύτερη υποκατέστησε την πρώτη από την 31η Δεκεμβρίου 1932, ημέρα δημοσίευσης της συμφωνίας συγχωνεύσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.


ΕΙΚΟΝΑ 5
Εσωτερικό έγγραφο του Δικαστικού Τμήματος της Εθνικής Τράπεζας την 30.1.1936 το οποίο αναφέρεται στον κίνδυνο παραγραφής του δανείου

ΕΙΚΟΝΑ 6
Μια από τις δικαστικές κλήσεις κατά του Ελληνικού Δημοσίου (8.10.1936), ενώ η εκκαθάριση ήταν στον τέταρτο χρόνο της.

Η Εθνική Τράπεζα λοιπόν, σαν απορροφούσα τράπεζα, συνέχισε τους δικαστικούς αγώνες της Τραπέζης Ανατολής κατά του Δημοσίου. Μαζί με την συγχώνευση, στις 31 Δεκεμβρίου 1932, ξεκίνησε η ειδική εκκαθάριση της Τραπέζης Ανατολής, με στόχο να εξακριβωθεί η περιουσία της τράπεζας και να μοιραστεί στους μετόχους η αξία της τράπεζας τους, ως τίμημα για την πώληση. Το δάνειο του 1915 θα έπρεπε να συμπεριληφθεί στην εκκαθάριση και οι εκκαθαριστές να επιδιώξουν την είσπραξη του από το Ελληνικό Δημόσιο, κάτι όμως που δεν προχωρούσε.

Η άλλη λύση θα ήταν, το συγκεκριμένο δάνειο του 1915 να περάσει μέσα από την εκκαθάριση και να εξαγοραστεί λογιστικά από την Εθνική Τράπεζα, στην οποία θα ανήκε από εκείνη την στιγμή και μετά. Πιθανώς επειδή το ομολογιακό δάνειο αυτό ήταν «τοξικό» και κρίθηκε ασύμφορη η εξαγορά του, δεν έγινε ποτέ η μεταβίβαση του στην Εθνική Τράπεζα, αφού δεν έχει καταγραφεί καν στα πρακτικά των εκκαθαριστών της Τραπέζης Ανατολής, αλλά ούτε έχει συνταχθεί και δημοσιευθεί ποτέ από την Εθνική Τράπεζα και τους εκκαθαριστές ο τελικός συγκεντρωτικός, ισολογισμός της ειδικής εκκαθάρισης.

Ωστόσο, κατά το 1936 γίνονται προσπάθειες από το δικαστικό τμήμα της Εθνικής Τραπέζης να επιλυθεί το θέμα του δανείου του 1915, αφού πια ήταν ορατός ο κίνδυνος της παραγραφής. Αρχίζουν να αποστέλλονται κλήσεις προς το Δημόσιο και να αυξάνονται οι νομικές κινήσεις για την είσπραξη του μέσω των δικαστηρίων. Μερικά χρόνια και κάποιες αναβολές αργότερα, στις 4 Ιουλίου 1941, το Υπουργείο Οικονομικών απαντάει σε επιστολή της Εθνικής Τράπεζας που είχε αποσταλεί στις 23 Ιουνίου 1941 και καλεί την τράπεζα να του κοινοποιήσει τις απαιτήσεις της Τράπέζης Ανατολής.

ΕΙΚΟΝΑ 7
Στην εικόνα, το Υπουργείο Οικονομικών με επιστολή του την 4η Ιουλίου 1941 καλεί την Εθνική Τράπεζα να του κοινοποιήσει αντίγραφα των αγωγών κατά του Δημοσίου για την υπόθεση του δανείου του 1915 που οφειλόταν στην Τράπεζα Ανατολής.

 

ΕΙΚΟΝΑ 8
Στη εικόνα το εσωτερικό έγγραφο με το οποίο προωθούνται τρεις φάκελοι με δάνεια που ανήκουν στην Τράπεζα Ανατολής.

Στη συνέχεια με έναν σχεδόν «μαγικό» τρόπο, η Εθνική Τράπεζα εισπράττει τα χρήματα του δανείου του 1915, μαζί με όλους τους τόκους που όφειλε το Ελληνικό Δημόσιο, οι αγωγές δεν εκδικάζονται και η υπόθεση μπαίνει στο αρχείο. Σύμφωνα με την ίδια την ΕΤΕ, όπως σημειώνεται σε εσωτερική επιστολή της προς το νομικό τμήμα, «Ἡ  Τράπεζα θεωρεῖ ἑαυτὴν ἰκανοποιηθείσαν ἐξ ὁλοκλήρου διὰ τὴν ὡς ἄνῳ ἀπαίτησίν της καὶ παρακαλοῦμεν, ὅπως θεωρήσετε ἀποπερατωθείσαν τὴν σχετικὴν δίκην.»

 

ΕΙΚΟΝΑ 9
Η Εθνική Τράπεζα εισέπραξε το δάνειο που ανήκε στην Τράπεζα Ανατολής και την 6η Δεκεμβρίου 1941 κλείνει την υπόθεση.

 

Βέβαια, οι Γερμανοί εισήλθαν στην Αθήνα στις 27 Απριλίου και ολοκλήρωσαν την κατάληψη του συνόλου της Ελλάδας την 1η Ιουνίου 1941, μετά την κατάληψη της Κρήτης. Η κατάσταση του κατεχόμενου πληθυσμού ήταν τραγική, ιδιαίτερα στις μεγάλες πόλεις. Η έλλειψη ειδών πρώτης ανάγκης είχε ως αποτέλεσμα το ξέσπασμα του λιμού τον χειμώνα του 1941-42, οπότε και υπολογίζεται πως 300.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, γεγονός που χαρακτηρίζεται ως μία από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές τραγωδίες κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η επικοινωνία λοιπόν της Εθνικής Τραπέζης, για να εισπράξει το δάνειο του 1915, έγινε με την Κατοχική Κυβέρνηση, η οποία συμφώνησε να πληρώσει αυτή την υποχρέωση 26 χρόνια μετά την συμφωνία δανεισμού. Επρόκειτο για την κυβέρνηση του Γεωργίου Τσολάκογλου, η οποία ήταν η πρώτη διορισμένη κυβέρνηση της Ελληνικής Πολιτείας από τις Γερμανικές δυνάμεις Κατοχής. Ανέλαβε καθήκοντα στις 29 Απριλίου 1941, δυο ημέρες μετά την κατάληψη της Αθήνας από τους Γερμανούς, ενώ η νόμιμη κυβέρνηση Τσουδερού είχε ήδη καταφύγει στην Κρήτη.

Ο υπουργός οικονομικών, μέσω του οποίου έγινε η συμφωνία αποπληρωμής του δανείου από την Κατοχική κυβέρνηση και με τον οποίο είχε αυτή την «αγαθή συνεργασία» η Εθνική Τράπεζα, ήταν ο Σωτήριος Γκοτζαμάνης, ιατρός, πολιτικός και φυσικά δοσίλογος στην περίοδο της Κατοχής. Ο Γκοτζαμάνης διορίστηκε υπουργός οικονομικών από τον Τσολάκογλου στις 30 Απριλίου 1941 και ήταν ο μακροβιότερος υπουργός οικονομικών της Κατοχής, μια και οι προηγούμενοι παραιτούνταν μπροστά στις στοίβες με τα πτώματα, αν και προδότες.

Ο συγκεκριμένος όμως συνέχισε και μετά την παραίτηση Τσολάκογλου και παρέμεινε υπουργός και στην κυβέρνηση Λογοθετόπουλου, στην οποία μάλιστα έγινε «πανυπουργός» Οικονομικών, Γεωργίας, Εμπορίου, Βιομηχανίας, Εργασίας και Επισιτισμού μέχρι τις 30 Μαρτίου του 1943, οπότε και εξαφανίστηκε για να αποφύγει την τύχη των προδοτών. Παρά το γεγονός ότι καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο από το Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων, επέστρεψε στην Ελλάδα μετά τον πόλεμο, αφού έλαβε αμνηστία, και πολιτεύτηκε στην Θεσσαλονίκη, όπου κατέβηκε και για υποψήφιος δήμαρχος. Πέθανε τον Δεκέμβριο του 1958 και κηδεύτηκε με δαπάνες της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, όπου άφησε και την περιουσία του…
ΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ ΣΥΓΧΩΡΟΥΝ, Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΕΝ ΞΕΧΝΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΣΥΓΧΩΡΕΙ

Το Συμβούλιο της Επικρατείας με την απόφασή του 97/1942 (με πλειοψηφία 6 έναντι 5) αποφάσισε πως η κυβέρνηση Τσολάκογλου ήταν μία de facto κυβέρνηση με πλήρεις νομοθετικές αρμοδιότητες και την εξουσία να εκδίδει ακόμα και νόμους με συνταγματικό χαρακτήρα. Ο Άρειος Πάγος δύο χρόνια αργότερα με την απόφαση 68/1944 έκρινε ότι όλες οι πράξεις των κατοχικών κυβερνήσεων ήταν νομικά ισχυρές και δημιουργούσαν υποχρέωση υπακοής, εφόσον ακολουθήθηκε η ισχύουσα διαδικασία. Μετά την απελευθέρωση ο Γεώργιος Τσολάκογλου συνελήφθη, δικάστηκε από το Ειδικό Δικαστήριο Δοσίλογων και καταδικάστηκε το 1945 σε θάνατο. Η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη. Πέθανε στη φυλακή το 1948.

Όταν λοιπόν ο κόσμος πέθαινε από την πείνα, στο δύσκολο χειμώνα του 1941, λίγο πριν τα αιματοβαμμένα Χριστούγεννα της χρονιάς εκείνης, η Εθνική Τράπεζα ερχόταν σε συμφωνία με την Κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου, για να εισπράξει χρήματα που ανήκαν στην Τράπεζα Ανατολής, σε αγαστή συνεργασία και πνεύμα αγάπης με τον υπουργό οικονομικών και αρχιδοσίλογο Σωτήριο Γκοτζαμάνη.

Στις 17 Ιουνίου 1941 και μετά την εισβολή των Γερμανών η διοίκηση της Εθνικής Τραπέζης προχώρησε σε υπογραφή συμφώνου οικονομικής συνεργασίας με την Deutsche Bank, «προκειμένου να εξασφαλίσει την προστασία του εταίρου της απέναντι στις απαιτήσεις και επεμβάσεις ναζιστικών επιχειρηματικών παραγόντων», όπως παραδέχεται η ίδια η Εθνική Τράπεζα σε ιστορική της έκδοση, στην οποία πανηγυρίζει τον εθνικό, επαναστατικό της χαρακτήρα.

Τον Διοικητή της ΕΤΕ Αλέξανδρο Κορυζή, που αυτοκτόνησε το 1941, λίγες ημέρες μετά την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα, αντικατέστησε την περίοδο 1941-1943 ο Κωνσταντίνος Ζαβιτσιάνος, ο οποίος εξελέγη σύμβουλος και συνδιοικητής της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, ενώ στο παρελθόν είχε διατελέσει υπουργός σε κυβερνήσεις του Βενιζέλου και του Μεταξά. Μαζί του διοικητικό ρόλο είχε ο φιλογερμανός Κωνσταντίνος Γουμαράκης, ο οποίος ήταν η επαφή της ΕΤΕ με τους Ναζί σε διάφορες συμφωνίες. Τον Ιανουάριο του 1943, ο Ζαβιτσιάνος παραιτήθηκε από την θέση του και αντικαταστάθηκε από τον Γεώργιο Μερκούρη, θείο της Μελίνας Μερκούρη, που όμως πέθανε στο τέλος του 1943.

Το τραγικό σε αυτή την ιστορία, που βάφτηκε με αίμα και σκιαγραφεί την σύγχρονη πολιτική της αρπαχτής και της ρεμούλας, είναι ότι τα συγκεκριμένα χρήματα που πήρε η Εθνική Τράπεζα από την Κατοχική Κυβέρνηση δεν ήταν καν δικά της! Θα μου πείτε, αυτά είναι ψιλά γράμματα μπροστά στη συνεργασία με τη ναζιστική κυβέρνηση των Αθηνών και τους Τσολάκογλου και Κοτζαμάνη, ειδικά όταν κάποιοι με δημοσιεύματα αγιοποιούν την Εθνική Τράπεζα και την εμφανίζουν ακόμη και «αντιστασιακή» (ελπίζω το capital.gr να μην αξιώνει και αντιστασιακή σύνταξη για την ΕΤΕ…).

Τα χρήματα από δάνειο του 1915, για το οποία κατετέθη αγωγή το 1931, ανήκαν στην Τράπεζα Ανατολής και δεν πέρασαν ποτέ μέσα από την εκκαθάριση. Δεν ήταν χρήματα που ανήκαν στην Εθνική Τράπεζα, για να τα βάλει στην τσέπη και να τα «εξαφανίσει» κατά την πάγια τακτική της. Είναι λοιπόν ξεκάθαρο πως η Εθνική Τράπεζα, εκμεταλλευόμενη τις συνθήκες, εισέπραξε το δάνειο του 1915 και το σφετερίστηκε, αποκρύπτοντας τα χρήματα από τους μετόχους και τους απογόνους τους.

Όταν όμως τουλάχιστον ένα περιουσιακό στοιχείο μιας εκκαθάρισης δεν έχει διανεμηθεί στους μετόχους της ανώνυμης εταιρείας, η εκκαθάριση δεν μπορεί να θεωρηθεί ποτέ ότι έχει λήξει, σύμφωνα με τους ισχύοντες νόμους και την νομολογία των τελευταίων ογδόντα ετών. Το δάνειο του 1915 είναι ένα από τα πολλά δάνεια που δεν πέρασαν ποτέ μέσα από την ειδική εκκαθάριση της Τραπέζης Ανατολής και οφείλονται στους μετόχους της μέχρι σήμερα.

Στο δεύτερο μέρος αυτού του άρθρου, που θα δημοσιευτεί σύντομα, θα δούμε τους λόγους που αυτό το δάνειο πληρώθηκε από την Κατοχική Κυβέρνηση προς την Εθνική Τράπεζα, αλλά και τις ειδικές συμφωνίες με τους Ναζί μέσα από τα μυστικά έγγραφα της OMGUS. Θα εξετάσουμε την σύνδεση του Γερμανικού δανείου του 1915 προς τον πρωθυπουργό Σκουλούδη και θα αποκαλύψουμε τη σύνδεση που έχει με την Τράπεζα Ανατολής!

Γιατί τελικά η Ιστορία μπορεί να αργεί, αλλά πάντα τιμωρεί…

Πηγές – Παραπομπές

Λίγο πρὶν ξεκινήσῃ ἡ χειραγώγησις μέσῳ τῆς τηλεοράσεως. 

Εθνικός Διχασμός

Αλέξανδρος Διομήδης

Το μυστικο δάνειο της κυβερνήσεως Σκουλούδη από την Γερμανία κατά τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο και οι πολιτικές του επιπτώσεις (1915-1917)

Ελευθέριος Βενιζέλος 

1915: Ο προηγούμενος “μηχανισμός στήριξης” από τους Γερμανούς, που οδήγησε στην Εθνική τραγωδία.

τράπεζα Ἀνατολῆς

 

(Visited 42 times, 1 visits today)




Leave a Reply