Στὰ Ἀγριάδια

Στὰ Ἀγριάδια2Ο Μιχαήλος και ο Μηνάς, μπήκαν στην ανοιχτόκαρδη Σάντρα και ξεκινήσαν με την δύση του ήλιου για τα Αγριάδια.

Όπως όλοι οι ερασιτέχνες ψαράδες τις Καρπάθου, έτσι κι αυτοί, περίμεναν ετούτη την πρώτη γερή λαδιά του χρυσού Σεπτέμβρη, για να ξαμοληθούν με τις σαλαγγιές τους και να γεμίσουν τους κουβάδες, με τα παράξενα καλαμάρια, που είναι γνωστά σαν θράψαλα, αλλά εδώ κάτω, στον Νότο, επιμένουν να τα λένε Αγριάδια.

Τέτοια ψαρέματα πιο πολύ αξίζουν για την κουβέντα και το μικρό ταξίδι, παρά για τα κυνήγια και τα αποτελέσματα τους. Όχι βέβαια ότι δεν είναι γκουρμέ ένα πιάτο αγριάδια με φασολάκια, έλα που όλοι τα θέλουμε μαγειρεμένα!

Τέσταραν λοιπόν τις μπαταρίες και άναψαν τα λαμπάκια από τους φακούς, δοκίμασαν τις χοντρές μίχανες και βγήκαν στα ανοιχτά της Αμμοοπής, επάνω στο μουτσούνι της Πατέλας.

Δεν αρχίνησαμε καλά, φώναξε αστεία ο Μιχαήλος στον Μηνά, και συνέχισε:

 -πήρες το μικρό φωτάκι από την σαλαγγιά μου.

Έπειτα βάλθηκε να κοιτά τους βράχους και έψαχνε τα μυστικά σημάδια, εκείνα που μαρτυρούν την κρυψώνα των ψαριών.

Η ώρα περνούσε  και τα ψεύτικα δολώματα χοροπηδούσαν, φωσφόριζαν μέσα στην θάλασσα, όμως δεν πολυσυγκινούσαν τα Αγριάδια. Μα τότε, επάνω στην αλμυρή αναμονή, γίνονται οι καλλίτερες κουβέντες από τους ψαράδες.Στὰ Ἀγριάδια3

Θυμάσαι, τότε που έπιασα εκείνο το μεγάλο, το θεριό θάταν κοντά στα έξι κιλά,
λέει ο ένας στον άλλον, και δείχνει με τα χέρια και το σώμα του, το μέγεθος του παράξενου Αγριαδιού.

Πονούν τα Αγριάδια όταν πιάνονται και τραβιούνται έξω από την θάλασσα;

Η μία διαφωνία επάνω στο θέμα, έφερνε την άλλη, αφού δεν έχουν αίμα, στα σίγουρα δεν πονούν. Η ενσυναίσθηση του κυνηγού για το θήραμα του δεν είναι μετρήσιμη, παρά μόνο στο αλάτι και το μαρινάρισμα της συνταγής!

Κι όσο η ώρα κυλούσε και γέμιζε ο κουβάς, τόσο οι δυό τους χαλάρωναν και γυρνούσαν το μυαλό έξω από το σκοτεινό βυθό της Αμμοοπής, έπιαναν αστεία και καλαμπούρια με σοβαρότητα και κάθε επισημότητα.

-Έπρεπε να είχαμε γεννηθεί σαράντα χρόνια αργότερα,
λέει ο Μηνάς ένω με μαεστρία και προσεκτικές, ντελικάτες κινήσεις, τραβά ένα ακόμη Αγριάδι προς τα επάνω, το φέρνει όλο και πιο κοντά στο τσουκάλι.

-Μετά το 2050, θα έχει βγει το φάρμακο της αθανασίας, θα πηγαίνεις σε μια κλινική και θα σου αλλάζουν χέρια, πόδια και συκωταριές, έπειτα θα σου δίνουν ημερομηνία λήξεως και θα βγαίνεις ολοκαίνουριος, μόνο το κεφάλι θα κρατάς κι αυτό άμα θέλεις! Όμως τι κρίμα, εκείνα τα χρόνια εμείς θα έχουμε ψοφήσει!

Ο Μιχαήλος είχε λίγα ζόρια, αφού ο Μηνάς λίγο πιο τυχερός, τον είχε ξεπεράσει. Όμως αυτά παθαίνεις όταν βγαίνεις με ξεχωριστούς κουβάδες, ενώ αν ρίχτεις σε έναν όλα τα ψαρέματα, όλα μπερδεύονται και χάνονται οι πρωτιές.

Και να που δεν άργησε, ένοιωσε το πρώτο τσίμπημα στα χέρια του! Τράβηξε πάνω την πετονιά, όμως το θύμα του έμοιαζε νεογένητο. Το αγριάδι ίσα που έπιανε την μια παλάμη. Κι εκείνος χαμογέλασε, κι έβαλε τα πράγματα στην σωστή σειρά.

-Αυτό είναι φοβερό αγριά(δ)ι, να το κάμεις με μια σαλατίτσα…μια πατατούλα…μια μακαρονάδα…ένα παστίτσιο…

Δεν άργησε, ο καιρός γλήογα το γύρισε σε μια ελαφριά Δραμουντάνα, τόσο όσο να φέρνει τον αφρό από το θαλασσινό καϊμάκι επάνω στα ρούχα και νωτίζει τα τελευταία στραπατσαρισμένα τσιγάρα μας.

Και δεν είναι που γεννηθήκαμε νωρίς, αν το δεις αλλιώς, μονολογεί ο Μηνάς,

 -καταλαβαίνεις ότι βγήκαμε επάνω στην στροφή, στο γύρισμα, της χειρότερης εποχής! Αφού δεν προλάβαμε ούτε εκείνες τις ευλογημένες ημέρες, που οι γυναίκες δεν είχαν δικαίωμα ψήφου.

Ο Μιχαήλος συνέχισε να τραβά την πετονιά, συμφωνούσε και διαφωνούσε μόνο με νεύματα, η γκίνια είχε πια σπάσει, και τα Αγριάδια, πονούσαν ή όχι, σκορπούσαν τα μελάνια τους επάνω στην Σάντρα. Το φεγγάρι υποκλινόταν στον Γαλαξία και η Κάρπαθος έπιανε από το χέρι ένα ακόμη γλυκό φθινόπωρο.

Στην επιστροφή κάποιος άλλος, περαστικός ψαράς, ρώτησε για εκείνους, τους θαραλέους που πήραν τις βάρκες και βγήκαν πιο ανοικτά.

-Ψαράδες ήτο κι αυτοί εκιά όξω;

Ο Μηνάς απάντησε με κάθε σοβαρότητα:

-Αυτοί στα σίγουρα θα πη(γ)ένασι για αμανίτες…Στὰ Ἀγριάδια1

Τέτοιες γλυκιές νυχτιές, οι τυχεροί, οι πιο πλούσιοι του κόσμου, δεν είναι εκείνοι που νοιώνουν την απουσία των χρωμάτων μέσα στα όνειρα, τριγυρισμένοι από χρωματιστά τρυφερά γυαλιστερά σεντόνια.

Οι τυχεροί είναι σαν αυτούς του δύο φίλους. Μέσα σε μια βαρκούλα, σαν την Σάντρα, δεν έχει σημασία αν πιάσουν πολλά ή λίγα αγριάδια, συνεχίζουν και πετούν ψηλά, ευθεία μπροστά, με φανερά τα ίχνη τους μέσα στον χρόνο, ενώ ζωγραφίζουν επάνω στον μαυροπίνακα του ουρανού όλες τις μικρές ή τις μεγάλες στιγμές, από το παρόν της ζωής τους.

(Visited 25 times, 1 visits today)




Leave a Reply