Σὲ περίπτωσιν συμμαχίας Ῥωσσίας Ἰσραήλ.

Σὲ περίπτωσιν συμμαχίας Ῥωσσίας Ἰσραήλ.Θα μας επιτρέψετε να ευλογήσουμε τα γένια μας, καθώς ειδικά για το θέμα Ισραήλ και Ρωσσίας, το έχουμε αναφέρει εδώ και πολύ μεγάλο διάστημα.
Έχει μεγάλη σημασία λοιπόν όταν επιβεβαιωνόμαστε μετά από περίπου 6 μήνες από ένα έγκυρο διπλωματικό έντυπο όπως είναι το Γαλλικό περιοδικό διπλωματίας και πολιτικής «Monde».

Ἀλέξανδρος Νίκλαν

το κείμενο μας σχετικά είναι εδώ:

ISCA think tank: Σε περίπτωση συμμαχίας Ρωσίας Ισραήλ.

 

15.3.2014

Η ανάλυση έχει προκύψει από την δική μας ομάδα στο IISCA και μπορεί να είναι μεν λιτή αλλά είναι αρκούντως περιεκτική και έχει σαφώς μια σημασία πράξης κλειδί που θα ανέτρεπε ριζικά και ολοκληρωτικά το σκηνικό σε όλη την περιοχή της Μ.Ανατολής και όχι μόνο.

Θέμα:

Μια πιθανή συμμαχία της Ρωσσίας με το Ισραήλ.

Εδώ και αρκετό καιρό έχουμε δει μια απομόνωση των κύκλων των Σημιτικών πράξεων στις ΗΠΑ και μια πολύ έντονη άρνηση και αντίδραση από το Ισραήλ σε πάρα πολλά θέματα που δεν βρήκε στήριξη από ΗΠΑ.

Το θέμα του Ιράν, το θέμα της Τουρκίας, στο θέμα της Συρίας κτλ.. είναι μόνο μερικά από τα σημεία ανίχνευσης προβλημάτων με το Ισραήλ και την εξωτερική πολιτική της κυβερνήσεως του Ομπάμα στις ΗΠΑ.

Φυσικά, υπήρξε μια μεγάλη επιδότηση από πλευράς ΗΠΑ για να αναπτυχθεί το rocket DOME που προστατεύει το Τελ Αβίβ και έχει περάσει σε μια καλή κατάσταση, όσον αφορά το εξοπλιστικό, αλλά παραμένει το γεγονός πως το Ισραήλ είναι σε προβληματισμό σχετικά με τις προθέσεις του Ομπάμα.

Και εδώ έρχεται το ερώτημα-θεωρία.

Αν πούμε πως το διπλωματικό σώμα της Ρωσσίας είναι τόσο ικανό όσο δείχνει και αν ως αντίδραση στα μέτρα που θα επιβληθούν θελήσει να βρει οικονομικό άνοιγμα προς τα Νότια.. προς την Μ.Ανατολή (όπου και ήδη αναλυτές σε ΗΠΑ ανησυχούν για την στάση της Ρωσσίας σε Ιράν), θα μπορούσε να συνάψει συμφωνία οικονομική και στρατιωτική φύσεως με το Ισραήλ;

Τα σημεία κλειδιά θα ήταν πως:

1. Ο υπολογισμός από το Ισραήλ στο παρόν χρονικό διάστημα στο πόσο συμφέρει μια συμμαχία συμφερόντων με Ρωσσία (όχι εξαρτἠσεως όπως αυτή με τις ΗΠΑ) όπου θα έχει και την αντίστοιχη συμμαχία θέσεων σε διπλωματικό επίπεδο σε Συρία, Ιράν κτλ. Τι κέρδος θα είχε αυτό από την κατάσταση αλλά και πως θα λειτουργούσε πλέον ως μοχλός πίεσης προς τις ΗΠΑ.

2. Η Ρωσσία θα είχε ένα πρόσκαιρο μεν, αλλά μεγάλο κέρδος που θα στρίμωχνε πολύ άσχημα την πολιτική των ΗΠΑ στην περιοχή και συνάμα θα είχε ένα τεράστιο σημείο πρόσβασης στην Μεσόγειο, ενώ ταυτόχρονα θα συνοδευόταν και μια ιδιαίτερη πολιτική αποδεικνύοντας πως έχει ανοχή σε πολυπολικότητες και ανεξιθρησκεία όπως ευαγγελίζεται ο Πούτιν και η διπλωματική του ομάδα. Είναι γνωστό άλλωστε πως η Ορθόδοξη εκκλησία σήμερα είναι σε καλό σημείο επαφών με τους Ραβίνους του Ισραήλ. Πρόσκαιρα και εκεί.

Δεύτερο μέρος εδώ και η ολοκληρωτική παρέμβαση σε ενεργειακά πεδία, σκεπτόμενος πως το Ισραήλ έχει λόγο στα αέρια της Κύπρου.

Για την δε Ευρώπη κάτι τέτοιο θα ήταν απίστευτα ενοχλητικό που θα έβλεπε πλέον να αποκόπτεται και από περιοχές με πετρελαϊκή παροχή, έχοντας την Ρωσσία να στηρίζει Ισραήλ (Κύπρος, Αέριο)… την Αίγυπτο, την Συρία, το Ιράν.

Για την Τουρκία το να έχει μια συμμαχία αντιπάλων από Βορρά και Νότο με τεράστια διπλωματική και στρατιωτική ισχύ, θα ήταν το τελειωτικό χτύπημα. Ενώ για εμάς θα ήταν το υπέρτατο πλεονέκτημα δεδομένου πως έχουμε συμμαχία με Ισραήλ και θα μπορούσαμε να πλησιάσουμε πολύ γρήγορα την Ρωσσία.

Ποία τα μειονεκτήματα.

Το πρόσκαιρο μιας τέτοιας πράξεως. Δεδομένου πως το κλειδί μιας τέτοιας στάσεως θα είναι το Ισραήλ και τα θέλω του, η ημερομηνία λήξεως μια τέτοιας καταστάσεως θα ήταν άγνωστη αλλά σίγουρα όχι μακροπρόθεσμη. Κυρίως διότι η σχέση εξάρτησης που έχει η χώρα αυτή με τις ΗΠΑ είναι μακροπρόθεσμη και έχει διαταραχθεί λόγω της κυβέρνησης Ομπάμα και της στάσης γενικότερα των Δημοκρατικών εκεί. Παρόλα αυτά το Ισραήλ φαίνεται θετικά προσκείμενο σε μια τέτοια κατάσταση ( δηλώσεις Lieberman , δηλώσεις Νετανάχιου)

Εκτός αυτού, η Ρωσσία έχει διατυπωμένες αντίθετες απόψεις με κάποιες θέσεις του Ισραήλ και αυτό θα έντεινε σημεία τριβής.

Το δεύτερο σημείο είναι η πόλωση που θα υπήρχε με τον Ισλαμικό κόσμο. Με τους Τζιχαντιστές δηλαδή που έτσι και αλλιώς έχουν στήριξη από την κυβέρνηση Ομπάμα (έστω και μερικώς) και σε μια τέτοια συμμαχία (κυρίως στο θρησκευτικό κομμάτι) θα έδινε τροφή στο σενάριο της «συγκρούσεως πολιτισμών», με αναφλέξεις τόσο σε Μ.Ανατολή, όσο και στον Καύκασο. Το πόσο αυτό θα ήταν επικίνδυνο έχει να κάνει με το πόσο θα έχει χτυπηθεί και εξασθενίσει από τις πράξεις της Ρωσσίας εντός χώρας και στο εγγύς εξωτερικό της.. αλλά και στο πόσο το Ισραήλ θα μπορεί να συνεργαστεί περισσότερο με Σ.Αραβία και Αίγυπτο που έχουν αποκηρύξει την Μουσουλμανική αδελφότητα.

Έχοντας τα παραπάνω στο μυαλό, υπενθυμίζω πως είναι μια ανάλυση που στηρίζεται σε υποθετικά σημεία διπλωματίας και δεδομένα δράσεως-αντιδράσεως που πάντα επηρεάζονται από εξωγενείς παράγοντες. Παρόλα αυτά όμως, είναι ένα σενάριο που έχει δοθεί και επίσημα από το IISCA σε μια αναλυτική θέση, τόσο για τα παραπάνω όσο και για το τι σημαίνει για την Ελλάδα αν συμβεί κάτι τέτοιο.

Τα δεδομένα στον πλανήτη αλλάζουν και τίποτα δεν μπορεί να αποκλειστεί εφόσον έχει έστω και μερική λογική βάση και μπορεί να έχει μια φυσική εξέλιξη με τα θετικά και τα αρνητικά του.

Για το Geopolitics.com.gr

Αλέξανδρος Νίκλαν

Σύμβουλος Θεμάτων Ασφαλείας

Ιδιοκτήτης IISCA group/think tank.

το κείμενο από Monde είναι εδώ

Το μεγάλο παιχνίδι των συμμαχιών

Ένας παράξενος μήνας του μέλιτος ανάμεσα στη Μόσχα και το Τελ-ΑβίβΣὲ περίπτωσιν συμμαχίας Ῥωσσίας Ἰσραήλ.2

Από την κατάρρευση του σοβιετικού μπλοκ και έπειτα, οι διεθνείς σχέσεις ανασυντίθενται γύρω από συμφέροντα που δεν είναι πάντα ξεκάθαρα. Οι στρατηγικές συμμαχίες γίνονται πιο χαλαρές, νέα τοπία διαμορφώνονται, σύμμαχοι συγκρούονται για συγκεκριμένα ζητήματα, ενώ εχθροί συνεργάζονται σε μεμονωμένες περιπτώσεις. Πώς ερμηνεύεται μια τέτοια ρευστότητα; Η σειρά μας για τους γεωπολιτικούς μετασχηματισμούς ανοίγει με τη διακριτική συνεννόηση μεταξύ Ρωσσίας και Ισραήλ.

Το επεισόδιο δεν πέρασε απαρατήρητο. Κατά την διάρκεια της Γενικής Συνελεύσεως του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) στις 27 Μαρτίου 2014, η οποία αποσκοπούσε στην καταδίκη της Μόσχας για την προσάρτηση της Κριμαίας, ο Ισραηλινός εκπρόσωπος έλαμψε δια της απουσίας του. Προς μεγάλη λύπη των Ηνωμένων Πολιτειών, το Τελ-Αβίβ προτίμησε να μην ψηφίσει μια απόφαση που καλούσε στην μη αναγνώριση της προσαρτήσεως της χερσονήσου στην Ρωσσική Ομοσπονδία. Το επεισόδιο αυτό ήρθε να επιβεβαιώσει την πολυπλοκότητα των ρωσσο-ισραηλινών σχέσεων. Γιατί, παρά τις αποκλίσεις τους στο συριακό ζήτημα και τις θεμελιώδεις διαφορές τους στο θέμα του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, Ισραήλ και Ρωσσία διατηρούν εποικοδομητικό διάλογο.

Μοιάζοντας όλο και περισσότερο με οχυρό που πολιορκείται στην Μέση Ανατολή, το Ισραήλ αντιλήφθηκε την διάβρωση της αμερικανικής επιρροής στην περιοχή, εξέλιξη που, αυτόματα, αφήνει πρόσφορο έδαφος στο Κρεμλίνο. Η συριακή διένεξη κατοχύρωσε την επιστροφή της Μόσχας στη μεσανατολική σκακιέρα και ενίσχυσε τον ρόλο της στη γεωπολιτική ανασύνθεση της περιοχής μετά τις διάφορες εκδοχές της «αραβικής ανοίξεως ». Η αντίθεση ανάμεσα στην πραγματιστική στάση της Ρωσσίας και τους δισταγμούς της δυτικής διπλωματίας ήταν έντονη, ενώ η σταθερότητα και η επιμονή της στη διελκυστίνδα με την Ουάσινγκτον αναλύθηκαν πολύ προσεκτικά, όχι μόνον από τις πρωτεύουσες των κρατών του Κόλπου, αλλά και από το Τελ-Αβίβ, όπου η Ρωσσία θεωρείται ανερχόμενη δύναμη [1].

Ανθρώπινη γέφυρα

Ισραηλινοί και Ρώσσοι μπορούν να υπερηφανεύονται ότι διατηρούν καλές σχέσεις, οι οποίες στηρίζονται στις πυκνές οικονομικές συναλλαγές και σε μια « ανθρώπινη γέφυρα » : σχεδόν ένα εκατομμύριο Ισραηλινοί πολίτες έχουν έρθει στη χώρα από ρωσσικό ή πρώην σοβιετικό έδαφος -και πολλοί συνεχίζουν να πηγαινοέρχονται [2]. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, οι πολίτες διπλής εθνικότητας αποτελούν περίπου το ένα έβδομο του πληθυσμού του εβραϊκού κράτους –μάλιστα, ο Ρώσσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν χαρακτήρισε το Ισραήλ « ρωσσόφωνο κράτος ». Οι πολίτες αυτοί αποτελούν μια κοινότητα αυτόνομη και, ταυτόχρονα, ενσωματωμένη στην πολιτιστική, πολιτική και οικονομική ζωή. Από την εποχή των ιδρυτών του Ισραήλ, η ισραηλινή πολιτική ελίτ πάντοτε αριθμούσε στις τάξεις της ρωσσόφωνους, που, πολύ συχνά, είχαν γεννηθεί στην πρώην Ρωσσική Αυτοκρατορία -όπως η Γκόλντα Μέιρ (πρωθυπουργός από το 1969 έως το 1974), η οποία είχε γεννηθεί το 1898 στο Κίεβο- ή προέρχονταν από τον σοβιετικό χώρο, όπως ο σημερινός υπουργός Εξωτερικών, Άβιγκντορ Λίμπερμαν, ο οποίος γεννήθηκε το 1958 στο Τσισινάου, στη σοβιετική Μολδαβία.

Την δεκαετία του 2000, το Ισραήλ έγινε ένας όλο και πιο δημοφιλής προορισμός για τους Ρώσσους τουρίστες, οι οποίοι, εξάλλου, επωφελήθηκαν από την κατάργηση του καθεστώτος βίζας μεταξύ των δύο χωρών, τον Σεπτέμβριο του 2008. Οι Ρώσσοι αποτελούν την δεύτερη σημαντικότερη κατηγορία ξένων επισκεπτών μετά τους Αμερικανούς και σοβαρή πηγή εσόδων για την ισραηλινή οικονομία: το 2012, πάνω από 380.000 Ρώσσοι επισκέφθηκαν το Ισραήλ, αριθμός που αντιστοιχεί στο 13,2% της τουριστικής κίνησης (20,2% για τους Αμερικανούς τουρίστες) [3]. Οι δεσμοί αυτοί συμβάλλουν στην καλλίτερη αμοιβαία κατανόηση, καθιστώντας, ταυτόχρονα, το Ισραήλ έναν «ρωσσικό κόσμο » στην καρδιά της ανατολικής Μεσογείου και στις πύλες της Μέσης Ανατολής.

Το1991, οι εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των δύο χωρών έφταναν τα 12 εκατομμύρια δολάρια, αλλά, το 2013, διέσχισαν άλλο ένα κατώφλι, αγγίζοντας τα 3,5 δισεκατομμύρια δολάρια, σημειώνοντας αύξηση 20% σε σχέση με το 2012. Έτσι, η κάμψη που είχε παρατηρηθεί το 2009, μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσεως, απορροφήθηκε σε μεγάλο βαθμό: το 2013, οι ρωσσικές εξαγωγές προς το Ισραήλ έφθασαν ξανά στα επίπεδα του 2008. Ξεπέρασαν πάλι το φράγμα των 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ενώ οι εξαγωγές του Ισραήλ προς τη Ρωσσία αυξάνονται διαρκώς, αγγίζοντας το 1,5 δισεκατομμύριο δολάρια [4].

Το Ισραήλ εισάγει κυρίως ακατέργαστα διαμάντια και ορυκτά καύσιμα (46,5% της εμπορικής αξίας των εισαγωγών), ενώ οι ρωσσικές εισαγωγές μοιάζουν πιο ισορροπημένες: αγροτικά προϊόντα (περίπου 16%), μεταποιημένα ηλεκτρονικά προϊόντα (σχεδόν 10%) και ιατρικό υλικό (8,5%).

Θέλοντας να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο τις σχέσεις τους, οι δύο χώρες αποφάσισαν, τον Δεκέμβριο του 2013, στο περιθώριο της συνόδου κορυφής του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), στο Μπαλί, την δημιουργία ζώνης ελευθέρου εμπορίου. Από τον Μάρτιο του 2014, ομάδα εργασίας μελετά πώς θα υλοποιηθεί μια τέτοια συμφωνία μεταξύ του Ισραήλ και της Τελωνειακής Ενώσεως (περιλαμβάνει την Ρωσσία, τη Λευκορωσσία και το Καζακστάν). Οι κινήσεις αυτές μαρτυρούν ότι οι διμερείς οικονομικές σχέσεις έχουν αναπτύξει στεγανά σε σχέση με τις κρίσεις σε Συρία, Ουκρανία και Ιράν, οι οποίες δεν φαίνεται να ανακόπτουν την δυναμική μιας συνεργασίας που, μακροπρόθεσμα, υπόσχεται πολλά.

Εξάλλου, Μόσχα και Τελ-Αβίβ προωθούν στενή στρατιωτικο-τεχνική συνεργασία στον κλάδο των μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Η Ρωσσία θέλει να καλύψει το χαμένο έδαφος στις τεχνολογίες αιχμής και το Ισραήλ διαθέτει μια από τις πιο αναπτυγμένες βιομηχανίες στον συγκεκριμένο κλάδο. Τον Απρίλιο του 2009, η Μόσχα υπέγραψε με την Israel Aerospace Industry (IAI) σύμβαση αγοράς δώδεκα μη επανδρωμένων αεροσκαφών επιτήρησης, έναντι 53 εκατομμυρίων δολαρίων. Στην συνέχεια, τον Οκτώβριο του 2010, η ΙΑΙ και η ρωσσική βιομηχανία Oboronprom υπέγραψαν νέα σύμβαση, ύψους 400 εκατομμυρίων δολαρίων. Η σύμβαση αφορούσε στην αγορά, σε βάθος τριετίας, μη επανδρωμένων αεροσκαφών Searcher Mk-II και Bird Eye-400, καθώς και στην κατασκευή εργοστασίου συναρμολογήσεως στο Εκατερίνμπουργκ της Ρωσσίας, το οποίο, το 2012, άρχισε να παραδίδει τα πρώτα μη επανδρωμένα αεροσκάφη στον ρωσσικό στρατό.

Στον κλάδο της ενέργειας, οι διμερείς σχέσεις έχουν ωφεληθεί από την ανακάλυψη στα ανοιχτά των ισραηλινών ακτών τεραστίιων κοιτασμάτων φυσικού αερίου, με αποθέματα που θα μπορούσαν να ανέρχονται σε 1,4 τρισεκατομμύρια κυβικά μέτρα. Μέχρι το 2010, μόνο αμερικανικές εταιρείες συμμετείχαν στις σχετικές εξορύξεις. Το Τελ-Αβίβ, όμως, επιθυμούσε να διαφοροποιήσει τις πηγές χρηματοδοτήσεώς του και να μην στηρίζεται αποκλειστικά στην Ουάσινγκτον. Έτσι, η Gazprom απέσπασε ορισμένες συμβάσεις. Με τον τρόπο αυτό, ο ρωσσικός γίγαντας πήρε θέση στην αγορά του υγροποιημένου φυσικού αερίου, η ανάπτυξη του οποίου αποτελεί μία από τις προτεραιότητες της ρωσσικής ενεργειακής στρατηγικής. Τον Φεβρουάριο του 2013, θυγατρική της Gazprom υπέγραψε σύμβαση με την ισραηλινή εταιρεία Levant LNG Marketing Corporation, με την οποία εξασφαλίζει για μια εικοσαετία την αποκλειστική αγορά υγροποιημένου φυσικού αερίου από το κοίτασμα του Ταμάρ, στα ανοιχτά της Χάιφα.

Βέβαια, οι σχέσεις της Μόσχας με την Δαμασκό εξακολουθούν να ρίχνουν την σκιά τους στην συνεργασία Ρωσσίας-Ισραήλ. Η συριακή κρίση, όμως, απέδειξε και τις σταθερές βάσεις της ρωσσο-ισραηλινής συνεργασίας και την ικανότητα των δύο πλευρών να ξεπερνούν τις αποκλίσεις τους. Όταν εκδηλώθηκε η συριακή κρίση, τον Μάρτιο του 2011, το Ισραήλ ανήκε στο στρατόπεδο των χωρών που, από κοινού με τις Ηνωμένες Πολιτείες, μετρούσαν τις ημέρες -το πολύ τις εβδομάδες- του προέδρου Μπασάρ Αλ-Άσαντ. Η πτώση του θα έσπαγε το «σιιτικό τόξο» που εκτείνεται από το Ιράν και το Ιράκ μέχρι την Συρία και τον Λίβανο, θα αποδυνάμωνε τη λιβανέζικη Χεζμπολάχ και θα απομόνωνε την Τεχεράνη, περιορίζοντας το στρατηγικό βάθος της. Όσο για τη Ρωσσία, τοποθετήθηκε από την αρχή ως ένα από τα βασικά στηρίγματα του καθεστώτος της Δαμασκού. Στο μεταξύ, όμως, η «ιρακοποίηση» της Συρίας και η απροσδόκητη επιβίωση του προέδρου της αναπροσάρμοσε τα ισραηλινά συμφέροντα [5].

Η ανατροπή του Αλ-Άσαντ δεν φαίνεται να είναι πια στην ημερήσια διάταξη. Το Τελ-Αβίβ το έχει αντιληφθεί. Η Μόσχα, όμως, επιβλέπει, την καταστροφή του συριακού χημικού οπλοστασίου, που κινδύνευε να πέσει στα χέρια ακραίων ισλαμικών ομάδων. Εξάλλου, η μάχη του συριακού στρατού και της Χεζμπολάχ κατά των τζιχαντιστών, που συνεχίζεται με την υλική υποστήριξη της Ρωσσίας, εξυπηρετεί την ασφάλεια του Ισραήλ, καθώς, μετά τη χερσόνησο του Σινά στα νοτιοδυτικά, παρεμποδίζει την ανάδυση μιας νέας ζώνης μη-δικαίου, αυτή την φορά στα βόρεια σύνορά του.

Από το Κίεβο στην Γάζα

Απομένει, βέβαια, το λεπτό ζήτημα του εξοπλισμού της Συρίας. Το Ισραήλ αναγνωρίζει στην Ρωσσία ένα διόλου αμελητέο δικαίωμα: η Μόσχα έχει την δυνατότητα να πουλήσει τόσο στην Συρία όσο και στο Ιράν πολύ εξελιγμένα όπλα, μερικά από τα οποία θα μπορούσαν να καταλήγουν στα χέρια της Χεζμπολάχ. Απ’ ό,τι φαίνεται, για το Κρεμλίνο, η πώληση όπλων στην Συρία αποτελεί περισσότερο μοχλό ασκήσεως επιρροής στην Ουάσινγκτον και στο Τελ-Αβίβ, παρά αξιόπιστη πηγή εσόδων. Έτσι, το 2009, μετά από αμερικανικές και ισραηλινές πιέσεις, η Μόσχα πάγωσε την παράδοση στην Συρία οκτώ αμυντικών αεροσκαφών Mig-31 E, τα οποία είχαν παραγγελθεί το 2007 έναντι περίπου 500 εκατομμυρίων δολαρίων. Αργότερα, τον Ιανουάριο του 2012, ενώ μαινόταν ο πόλεμος, η Μόσχα διαπραγματεύτηκε με την Δαμασκό σύμβαση πωλήσεως 36 εκπαιδευτικών αεροσκαφών Yakovlev Yak-130, έναντι 550 εκατομμυρίων δολαρίων. Η παράδοση των αεροσκαφών, η οποία είχε ανασταλεί από το καλοκαίρι του 2012, φαίνεται να επανέρχεται στην ημερήσια διάταξη από τον Μάιο του 2014.

Είναι προφανές, ότι το Κρεμλίνο τροποποιεί το πρόγραμμα πωλήσεως όπλων -τόσο στην Συρία όσο και στο Ιράν- όταν επιθυμεί να αποκτήσει περιθώρια ελιγμών σε στρατηγικά ζητήματα. Στην περίπτωση των Yak-130, αμφιβάλλει κανείς εάν η χρονική στιγμή που επελέγη, με την κρίση στην Ουκρανία και τις εκεί προεδρικές εκλογές της 25ης Μαΐου, αποτελεί σύμπτωση.

Μολονότι η Μόσχα έχει κατορθώσει να αναπτύξει την συνεργασία της με την Τεχεράνη χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τους δεσμούς της με το Τελ-Αβίβ, το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα παραμένει το βασικό αγκάθι. Καμμία από τις δύο χώρες δεν επιθυμεί να αποκτήσει το Ιράν πυρηνικά όπλα, αλλά η Μόσχα συνεχίζει την συνεργασία της με την ισλαμική δημοκρατία στο πολιτικό σκέλος του πυρηνικού προγράμματός της και την χρησιμοποιεί ως διαπραγματευτικό χαρτί στις σχέσεις της με τους Δυτικούς.

Το 2010, ο Ντμίτρι Μεντβέντεφ, τότε πρόεδρος της Ρωσσικής Ομοσπονδίας, είχε ακυρώσει με προεδρικό διάταγμα την πώληση συστημάτων αντιαεροπορικής άμυνας S-300 στο Ιράν, σε εκτέλεση σύμβασης του 2007, ύψους περίπου ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων. Επίσης, το Κρεμλίνο ψήφισε τέσσερις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ που καλούσαν την Τεχεράνη να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της Διεθνούς Επιτροπής Ατομικής Ενεργείας (ΙΑΕΑ).

Η συριακή κρίση, όμως, συνέβαλε στην προσέγγιση Ρωσσίας και Ιράν. Τον Σεπτέμβριο του 2013, όταν φαινόταν ότι επίκειται αμερικανική επέμβαση, ο πρόεδρος Πούτιν συνάντησε τον Ιρανό ομόλογό του Χασάν Ροχανί στο περιθώριο συνόδου κορυφής του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης. Απεφάσισαν τότε ότι, σε περίπτωση βομβαρδισμών της Συρίας από Ηνωμένες Πολιτείες και Γαλλία, το Ιράν θα προμηθευόταν νέους εξοπλισμούς, μεταξύ τους και αντιαεροπορικά συστήματα S-300, και θα ξεκινούσε η κατασκευή δεύτερου πυρηνικού αντιδραστήρα στο Μπουσέρ [6].

Το Ισραήλ δεν μπορεί να παραμένει απαθές απέναντι σε τέτοιες απειλές και διατηρεί διαύλους διαλόγου με τη Ρωσσία. Την 1η Ιουνίου, οι δύο κυβερνήσεις ανακοίνωσαν την καθιέρωση απόρρητης γραμμής διαρκούς επικοινωνίας. Έτσι, οι ηγέτες Ισραήλ και Ρωσσίας θα μπορούν να «συζητούν για διάφορα ζητήματα που άπτονται των στρατηγικών συμφερόντων των δύο χωρών,  χωρίς την άμεση ανάμιξη των Ηνωμένων Πολιτειών [7]». Μέχρι σήμερα, το Ισραήλ δεν χρησιμοποιούσε τέτοιο σύστημα, παρά μόνο στην επικοινωνία του με την Ουάσινγκτον.

Το Τελ-Αβίβ έχει επίγνωση του ρόλου-κλειδί που παίζει η Μόσχα στο ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα και του τρόπου που το χρησιμοποιεί όταν βρίσκεται σε δύσκολη θέση στην «στενή σφαίρα επιρροής της». Υπολογίζει, επίσης, το πολιτικό βάρος της Ρωσσίας στην περιοχή, γεγονός που εξηγεί την σιωπή του γύρω από την ουκρανική κρίση. Από την αρχή των γεγονότων, το Ισραήλ υιοθέτησε στάση ουδέτερου και σιωπηλού παρατηρητή. Απείχε από την Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, στις 27 Μαρτίου, γιατί δύσκολα θα μπορούσε να ψηφίσει απόφαση που θα καταδίκαζε την προσάρτηση εδαφών χωρίς να βρεθεί εκτεθειμένο σε σχέση με την δική του πολιτική στην Παλαιστίνη. Αλλά η καταδίκη της προσαρτήσεως της Κριμαίας στην Ρωσσία θα είχε εκθέσει το Ισραήλ και σε αντίποινα από την πλευρά του Κρεμλίνου, το οποίο θα μπορούσε να φανεί λιγότερο συνεργάσιμο στο θέμα του εξοπλισμού της Συρίας ή του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν.

Από εκεί και πέρα, η ουκρανική κρίση έχει διχάσει βαθιά την ρωσσόφωνη κοινότητα του Ισραήλ. Η κοινότητα αυτή όχι μόνο δεν είναι ομοιογενής, αλλά έχει ρίζες κυρίως στην Ουκρανία και τη Λευκορωσσία, ταυτόχρονα, όμως, και στη Ρωσσία και τον Καύκασο. Ενώ ορισμένοι ρωσσόφωνοι Ισραηλινοί εκδηλώνουν την αλληλεγγύη τους στο φιλοευρωπαϊκό κίνημα, άλλοι, ανήσυχοι από την παρουσία ακροδεξιών αντισημιτών ακτιβιστών στην κυβέρνηση του Κιέβου, υποστηρίζουν τις θέσεις της Ρωσσίας. Η γενοκτονία των εβραίων κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο παραμένει το κύριο πρίσμα μέσα από το οποίο πολλοί Ισραηλινοί αντιλαμβάνονται τα γεγονότα και, έτσι, οι Ουκρανοί δεν αντιμετωπίζονται και πολύ θετικά. Επίσης, τον Ιούνιο του 2012, στη Νετάνια του Ισραήλ, ο Πούτιν και ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου εγκαινίασαν μνημείο για τους στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού που έπεσαν στο μέτωπο για να ηττηθεί η ναζιστική Γερμανία, περιστατικό που έρχεται να θυμίσει τον κοινό αγώνα των δύο χωρών ενάντια στον ιστορικό αναθεωρητισμό.

Μερίδα των ρωσσόφωνων Ισραηλινών, ξεκινώντας από όσους έχουν ακόμη συγγενείς εκεί, ανησυχεί για την ασφάλεια της εβραϊκής μειονότητας στην Ουκρανία, η οποία αριθμεί περίπου 200.000 ανθρώπους, κυρίως στο Κίεβο και την γύρω περιοχή. Και η προσάρτηση στην Ρωσσία της Κριμαίας, όπου ζουν 10.000 εβραίοι, όξυνε ακόμη περισσότερο τις εσωτερικές διαιρέσεις στο Ισραήλ, παραπέμποντας, ταυτόχρονα, και στο ζήτημα της κατοχής των παλαιστινιακών εδαφών. Απέναντι στον διχασμό της ρωσσόφωνης κοινότητας, ο Νετανιάχου δεν είχε τίποτε να κερδίσει από μια ανοικτή κριτική στον Πούτιν. Το αντίθετο, μάλιστα : θα απομονωνόταν από μερίδα των ρωσσο-ισραηλινών ψηφοφόρων, οι οποίοι παίζουν αποφασιστικό ρόλο στην πολιτική σκηνή από το 1991 και μετά [8]. Οι λακωνικές δηλώσεις του Λίμπερμαν για την ανάγκη εξομαλύνσεως των σχέσεων με το Κίεβο εξηγούνται, λοιπόν, τόσο από την βούληση να μην τεθούν σε κίνδυνο οι καλές σχέσεις με τη Μόσχα, όσο και από τη φροντίδα να μη γίνει εισαγωγή των ρωσσο-ουκρανικών εντάσεων στο εσωτερικό της ισραηλινής κοινωνίας. Η επιχείρηση «Προστατευτική Αιχμή», την οποία εξαπέλυσε το εβραϊκό κράτος στην Λωρίδα της Γάζας από τις 8 Ιουλίου, επιβεβαίωσε τη θετική δυναμική των σχέσεων Ρωσσίας-Ισραήλ. Αν και ο Πούτιν κάλεσε σε τερματισμό των εχθροπραξιών για να αποφευχθεί η επιδείνωση της ανθρωπιστικής κρίσεως, δήλωσε, αμέσως μετά, ότι η Ρωσσία είναι « πραγματικά φίλη χώρα με το Ισραήλ » και ότι υποστηρίζει τον αγώνα που δίνει το Τελ-Αβίβ για την προστασία των πολιτών του [9].

Περισσότερο από μια συμμαχία με την Ρωσσία, το Ισραήλ επιθυμεί να συνάψει μαζί της μια συνεργασία που θα εξυπηρετεί το σχέδιό του για στρατηγική διαφοροποίηση. Το Τελ-Αβίβ επιδιώκει να αντισταθμίσει τις μετατοπίσεις της αμερικανικής πολιτικής στην περιοχή και να σπάσει την σχετική διπλωματική του απομόνωση. Η επιμονή της Ουάσινγκτον για επανεκκίνηση της ειρηνευτικής διαδικασίας, η συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, τον Νοέμβριο του 2013, καθώς και η στήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών στους ισλαμιστές σε Αίγυπτο και Συρία, αποτελούν σημεία διαφωνίας. Στο πλαίσιο αυτό, ο ανταγωνισμός μεταξύ Μόσχας και Ουάσινγκτον μπορεί να επιφυλάσσει ευχάριστες εκπλήξεις για το Τελ-Αβίβ, όπως έδειξε η συμφωνία του Σεπτεμβρίου 2013 για το χημικό οπλοστάσιο της Συρίας μεταξύ των υπουργών Εξωτερικών της Ρωσσίας και των Ηνωμένων Πολιτειών, Σεργκέι Λαβρόφ και Τζον Κέρι. Το Ισραήλ θα επιθυμούσε να επαναληφθεί αυτού του είδους η συνεργασία και συμφωνία και στο ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν.

Ωστόσο, η καταστροφή του χημικού οπλοστασίου της Συρίας θα μπορούσε να καταλήξει και σε διαπραγματεύσεις για την δημιουργία μιας ζώνης απαλλαγμένης από όπλα μαζικής καταστροφής στην Μέση Ανατολή. Αλλά, στο σημείο αυτό, υπάρχει διαφωνία μεταξύ Μόσχας και Τελ-Αβίβ. Τον Σεπτέμβριο του 2013, κατά την ετήσια σύνοδο της ΙΑΕΑ, ο Ρώσσος εκπρόσωπος είχε ψηφίσει σχέδιο αποφάσεως που πρότειναν οι αραβικές χώρες και καλούσε το Ισραήλ να υπογράψει την συνθήκη για την μη διάδοση των πυρηνικών όπλων και να θέσει τις πυρηνικές εγκαταστάσεις του κάτω από τον έλεγχο του ΟΗΕ. Ο Πούτιν είχε, τότε, προειδοποιήσει : «Αργά ή γρήγορα, το Ισραήλ πρέπει να δεχθεί να εγκαταλείψει τα πυρηνικά όπλα του, όπως η Συρία εγκατέλειψε τα χημικά όπλα της [10]». Παρά τον πατερναλιστικό τόνο των συγκεκριμένων δηλώσεων, ο ρεαλισμός που επιδεικνύουν μέχρι τώρα Ρώσσοι και Ισραηλινοί φαίνεται ότι θα τους επιτρέψει να εμβαθύνουν τις σχέσεις τους τα επόμενα χρόνια.

 monde

(Visited 40 times, 1 visits today)




Leave a Reply