Ὁ Πόλεμος.

Ὁ Πόλεμος.
Φοβούμενη ἡ Πηνελόπη ὅτι οἱ μνηστῆρες
θὰ θανατώσουν τὸν Τηλέμαχο ἄρχισε, γοερά,
νὰ τοὺς κακολογῇ καὶ νὰ τοὺς καταριέται. Τότε
ὁ Εὐρύμαχος τὴν ἐπλησίασε κι ἤρεμα
τῆς εἶπε· «Πηνελόπη, σὺ ποὺ εἶσαι φρόνιμη
κι ὁ νοῦς σὲ κυβερνᾶ, μὴ σὲ φοβίζουν τέτοιες σκέψεις.
Ὅσο ἐγὼ θὰ ζῶ καὶ θὰ μὲ βλέπῃ τῆς ἡμέρας
τὸ φῶς δὲ θὰ βρεθῇ ὁ ἄντρας ποὺ στὸν γιό σου θ’ ἀγγίξῃ
τὸ χέρι του, τὶ ἀλλοιῶς ἀπ’ τὸ σπαθί μου θ’ ἀναβλύσῃ
τὸ μαῦρο γαῖμα του ἂν τολμήσῃ κακεντρέχειες.
Μικρὸς σὰν ἤμουνα μὲ φρόντιζ’ ὁ Δυσσέας,
τοῦ λιβαδιοῦ του τ’ ἀγαθὰ γευόμουνα συχνὰ
καὶ τὸ κρασί του, μαῦρο καὶ πολύτιμο, μοῦ ἔδινε
ἁπλόχερα. Γιὰ τοῦτο καὶ στὸν γιό του δείχνω ἀγάπη
περίσσια καὶ κανένας ἀπὸ τοὺς μνηστῆρες
δὲν πρόκειται νὰ τὸν πειράξῃ. Μὸν’ ἕνα πράγμα
νὰ θυμᾶσαι: Τὸν Θεὸ ἐμεῖς ἐμπιστευόμαστε
καὶ ὅ,τι ἔχει γράψει δὲν ξεγράφει πλέον.»

Αὐτὰ σὰν εἶπε ὁ Εὐρύμαχος, ἡ Πηνελόπη
ξεθάρρεψε καί, δίχως νὰ μιλήσῃ, χάθηκε
μὲς στὰ βάθη τῶν σκοτεινῶν διαδρόμων τοῦ σπιτιοῦ . . . .
Ἀλλὰ σὰν πῆρε ἡ νύχτα ἀκοῦσαν οἱ βοσκοὶ νὰ σπᾶνε
οἱ θύρες τοῦ σπιτιοῦ κι ὕστερα κραυγὲς καὶ οὐρλιαχτὰ
νὰ ἐξατμίζονται στοῦ ἐβένινου οὐρανοῦ τὰ πλάτη.
«Μετ’ ἀπὸ λίγο ἀφήναμε τὸ σπίτι μας ξοπίσω
καὶ παίρνοντας ἐννιὰ πῆχες πανί, καθὼς τὸ παίρνει
ὁ πιὸ μικρὸς φτωχός, κινήσαμε γιὰ μέρη
ποὺ ὁ ἄνθρωπος δὲν ματαφαίνεται. Κανεὶς ἀπὸ ἐμᾶς
δὲν εἶδε, ὅμως, ποιός ἀντάριασε τὸν βίο μας.»

Τὴν ἄλλη μέρα ἦρθε ὁ κήρυκας καὶ εἶπε
ὅτι ἦταν ὁ Εὐρύμαχος αὐτὸς ποὺ μπῆκε μὲς στὸ σπίτι.
Κωνσταντῖνος Χατούπης
Ἀπὸ τὴ συλλογὴ «Ποιήματα 1999-2003», Ἐκδόσεις «Τὰ Ἑλληνικά μου»

φωτογραφία

(Visited 33 times, 1 visits today)




Leave a Reply