Ἡ ἀνθρωπιὰ στὸ σκαλοπάτι ἑνὸς ἀστέγου

Ἡ ἀνθρωπιὰ στὸ σκαλοπάτι ἑνὸς ἀστέγουΌλοι το τελευταίο διάστημα περπατώντας στους δρόμους – ειδικά αργά το βράδυ ή νωρίς το πρωί – συναντάμε καθημερινά δίπλα μας αστέγους, που ταλαιπωρημένοι και πεινασμένοι, αλλά παράλληλα με μια ευδιάκριτη υπερηφάνεια, κλείνουν για λίγο τα μάτια τους, όπου βρουν λίγο απάγκιο, μη μπορώντας να βλέπουν αυτό το απάνθρωπο και εν τέλει απαράδεκτο κράτος, αλλά δυστυχώς και αυτή την υποκριτική κοινωνία μας.

Μια κοινωνία που έχει γαλουχηθεί για πολλά χρόνια τώρα με επιστημονικό τρόπο στην αδιαφορία για τον συνάνθρωπο, με αντάλλαγμα λίγες σταγόνες αυτάρκειας και μια τζούρα εξηρτημένης ευτυχίας, που δεν μας δίνει πλέον το δικαίωμα να σκεφτούμε και πολύ.

Γιατί, αν μπορούσαμε τελικά να αντισταθούμε για λίγο στην δοτή και εύθραυστη αυτονομία μας, θα καταλαβαίναμε πως με μαθηματική ακρίβεια πορευόμαστε όλοι προς το προγραμματισμένο, από καιρό, ξεγύμνωμα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας μας, όπως αυτό εξυπηρετεί το σύστημα που το έστησε έτσι από την αρχή. Και αν είναι έτσι όντως, τότε τι μπορούμε να κάνουμε;

Μήπως να τρέξουμε να σωθούμε; Μήπως να σκοτώσουμε, να κλέψουμε, να ψάξουμε για θησαυρό, μήπως, μήπως, τι, πως; Όχι, τίποτα από αυτά που μας έχουν φυτέψει στο μυαλό σαν λύση, γιατί αυτά μόνο λύση δεν είναι. Αν επιθυμούμε πραγματικά να είμαστε άνθρωποι ας αποφασίσουμε να ζήσουμε και σαν άνθρωποι.

Γιατί ξέρεις για να είσαι άνθρωπος δεν χρειάζεσαι λεφτά. Δεν χρειάζεσαι γούνες. Ούτε ελικόπτερα και κότερα χρειάζεσαι. Ανθρώπους δίπλα σου χρειάζεσαι και μια καθαρή μη εξαρτώμενη σκέψη. Το μόνο επίσης που χρειάζεται να κάνουμε και στην περίπτωση αυτών των ανθρώπων που προσπερνάμε, και μάλιστα μερικές φορές και με απέχθεια στο βλέμμα, είναι απλά να τους δείξουμε ότι εμείς έχουμε παραμείνει άνθρωποι.

Ναι έχουμε μείνει και λίγοι ακόμη από αυτό το σπάνιο είδος σε αυτή την αφιλόξενη πόλη, που αν θα μπορούσε ο άρχοντας της σε μια νύχτα μόνο, μαζί με τα αδέσποτα σκυλιά, θα πέταγε κι αυτούς στις χωματερές, για να μην είναι εμπόδιο στα σχέδια του. Τι θέλουν τώρα κι αυτοί και δεν πεθαίνουν να τελειώνουμε; Ανθρώπινα κουφάρια που περιφέρονται ασκόπως; Ή μήπως όχι;

Αυτά σκεφτόμουν ένα πρωινό πριν από μερικές ημέρες παρατηρώντας ένα ακόμη ταλαιπωρημένο, αλλά τελικά ανένταχτο τέτοιο άτομο, που μισοκοιμόταν στην είσοδο μιας πολυκατοικίας στον απέναντι δρόμο, όταν ξαφνικά βλέπω ένα νεαρό κορίτσι να ανοίγει την πόρτα αυτής της πολυκατοικίας, με την τσάντα του στον ώμο, για να πάει προφανώς σε κάποια σχολή.

Ρίχνει μια ματιά στον έκπτωτο αυτόν άγγελο, την κοιτάει κι αυτός με έναν νυσταγμένο, αλλά παράλληλα καθαρό βλέμμα, και αφού πάει λίγο πιο πέρα να πετάξει τα σκουπίδια που κρατούσε στον κάδο, συνέβη αυτό που πολύ θα ήθελα να βλέπω σε κάθε τέτοια περίπτωση. Το κορίτσι τον πλησίασε και αφού άνοιξε την τσάντα με τα βιβλία που είχε στον ώμο, έβγαλε ένα σακουλάκι με σάντουιτς που είχε φτιάξει για να φάει το μεσημέρι στην σχολή της – προφανώς γιατί δεν θα είχε αρκετά χρήματα για να πάρει κάτι καλλίτερο από το κυλικείο της σχολής της – και μαζί με ένα μπουκαλάκι νερό που είχε μαζί, έσκυψε και του τα έβαλε δίπλα του.

Το σημαντικότερο όμως δεν είναι αυτή η υπέροχη κίνηση. Το σημαντικότερο είναι το χαμόγελο που του πρόσφερε. Ένα χαμόγελο που άξιζε τόσα πολλά χρήματα, τα καλλίύτερα αυτοκίνητα, τις καλλίτερες βίλες. Γιατί απλά ο άνθρωπος χρειάζεται μόνο ένα κομμάτι ψωμί, λίγο νερό και μια αγκαλιά. Αυτό είναι αρκετό.

Αυτό νομίζω πως εισέπραξε και ο φίλος μας από το καλοσυνάτο κορίτσι, εκείνο το συννεφιασμένο πρωινό, καθώς έτρεχε να προλάβει το λεωφορείο του. Ας ξαναγίνουμε πάλι άνθρωποι έλεγε στον αέρα. Ας πάρουμε όλοι αυτό το μάθημα που με χαρά μας προσέφερε το νεαρό κορίτσι, που προτίμησε να μείνει νηστικό και διψασμένο εκείνη την ημέρα, παραχωρώντας το φαγητό του, παραδίδοντας μας ένα σπουδαίο μάθημα. Το μάθημα της ζωής.

gr.νέα

(Visited 44 times, 1 visits today)




Leave a Reply