Ὁ ἐν τῇ λέξει λανθάνων ὁμηρικὸς λόγος. (Ἑλλάς)

Ὁ ἐν τῇ λέξει λανθάνων ὁμηρικὸς λόγος.(Προσπάθεια ἐτυμολογίας.
Κρατῶ τὸ «κωδικοποιημένον» κι ἀφήνω στὴν κρίσιν σας τὰ ὑπόλοιπα. Πάντως εἶναι σεβαστὴ ἡ προσπάθεια καὶ πρέπει νὰ τὴν τιμήσουμε!!!

Φιλονόη)

ΕΛΛΑΣ. Ἡ χώρη τῶν Ἑλλήνων.

ΕΛΛΑΣ                                     Σελὶς Ο. Λ. Πανταζίδου                                §
Ἑ ἐπώνυμον                                     244
λ λάβε (ἔλαβε)                                   585                                                  Α1β – 2 – 3
λ λαοῦ                                                38                                            72 – α – β – 1 – α – β
ὰ Ἀχιλλῆος                                         119
ς Σπερχειοῦ                                       592                                                     1

«Ἔλαβε τὸ ἐπώνυμον (ἡ Ἑλλὰς) ἐκ τοῦ λαοῦ τοῦ Ἀχιλλέως τοῦ Σπερχειοῦ.»

Πρωΐα. Ἐπίτομον ἐγκυκλοπαιδικὸν λεξικόν. ΕΛΛΑΣ, σελὶς 734, διασκευή.
«Τὸ ὄνομα Ἑλλὰς ἐμφανίζεται πρῶτον παρ᾿ Ὁμήρῳ ὡς δηλωτικὸν μικροῦ τμήματος τῆς Ἀχαΐας Φθιώτιδος, ἀπ᾿ αὐτοῦ δὲ ἐπεξετάθη πιθανῶς κατὰ τὸν η΄ αἰ. ἐφ᾿ ὁλοκλήρου τοῦ τμήματος τῆς ἑλληνικῆς χερσονήσου, …………………………………..»

Πανταζίδης Ἰωάννης. Ὁμηρικὸν λεξικόν. ΕΛΛΑΣ, σελὶς 206
« ΕΛΛΑΣ – ΕΛΛΑΔΟΣ, ἡ, καταρχὰς πόλις τῆς Φθιώτιδος ἐν Θεσσαλίᾳ κατὰ τὸν μύθον ὑπὸ τοῦ Ἕλληνος κτισθεῖσα. Καὶ ποῦ μὲν ἔκειτο εἶνε ἄγνωστον, ἀνῆκε δὲ μετὰ τῆς Φθίας εἰς τὴν ἐπικράτειαν τοῦ Ἀχιλλέως, ἦτο ἡ ἕδρα τῆς ἀρχῆς τῶν Αἰακιδῶν ΙΛ. Β 683, ἀπετέλει τὸ κράτος τοῦ Πηλέως ΙΛ. Ι 395 καὶ 478, ΙΛ. Π 595, ὀδ. λ 496. Συνδυαζομένη μετὰ τοῦ Ἄργους δηλοῖ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα. »

Ὁ μὲν Ἰ. Πανταζίδης ἐντοπίζει τὴν ἄγνωστον εἰς ἐκεῖνον πόλιν Ἑλλάδα ἐν Θεσσαλίᾳ, ὁ δὲ Ἀριστοτέλης περὶ τὴν Δωδώνην καὶ τὸν Ἀχελῶον!

Ἀριστοτέλης. Μετεωρολογικά. 1, 352 a
« ………… περὶ τὴν Ἑλλάδα τὴν ἀρχαίαν. Αὕτη δ᾿ ἐστὶν ἡ περὶ τὴν Δωδώνην καὶ τὸν Ἀχελῶον· ……………………. ᾤκουν γὰρ οἱ Σελλοὶ ἐνταῦθα καὶ οἱ καλούμενοι τότε μὲν Γραικοί, νῦν δ᾿ Ἕλληνες. ……………………………………………………………………………….. »

( ………………. περὶ τὴν ἀρχαίαν Ἑλλάδα. Αὕτη δὲ εἶνε ἡ περὶ τὴν Δωδώνην καὶ τὸν Ἀχελῶον· …… διότι ἐκεῖ κατῴκουν οἱ Σελλοὶ καὶ οἱ ἐνταῦθα καλούμενοι τότε μὲν Γραικοί, τώρα δὲ Ἕλληνες. …………………………………………………………………………… )

Ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ Ἀριστοτέλους περὶ τῶν ὀνομάτων τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν Ἑλλήνων δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν πραγματικότητα. Παρασυρθεὶς ὁ Μέγας Ἀριστοτέλης, ἐκ τοῦ ὀνόματος Σελλοί, τὸ ἐσυνδύασεν μὲ τὴν ῥίζαν σελ ἢ σαλ ἐπειδὴ αὕτη εὑρίσκεται εἰς τὰ ὀνόματα Σελλοὶ – Ἐλλοὶ – Ἑλλάς, εὐθὺς ἐξήγαγε συμπέρασμα ἔχων ὑπ᾿ ὄψιν καὶ τοὺς στίχους ΙΛ. Π 233 – 5 ποὺ ἀναφέρονται εἰς τοὺς Σελλούς, ἱερεῖς τοῦ Διὸς, ὄχι εἰς τοὺς Ἕλληνας.
Πέριξ τῆς Δωδώνης καὶ τοῦ ποταμοῦ Ἀχελώου κατῴκουν οἱ Σελλοὶ ἢ Ἐλλοὶ οἵτινες, κατὰ Ἀριστοτέλην, ἐλέγοντο κἄποτε Γραικοὶ καὶ μετέπειτα Ἕλληνες!
Περὶ τῶν Σελλῶν – Ἐλλῶν μᾶς κατατοπίζει ὁ πλέον ἁρμόδιος, ὁ Ὅμηρος.

ΙΛ. Π 233 – 235
«…«Ζεῦ ἄνα, Δωδωναῖε, Πελασγικὲ, τηλόθι ναίων,
Δωδώνης μεδέων δυσχειμέρου· ἀμφί δὲ Σελλοί
σοί ναίους᾿ ὑποφῆται ἀνιπτόποδες χαμαιεῦναι.»…»

(«Ζεῦ ἄνα, Δωδωναῖε, Πελασγικὲ, μακράν κατοικῶν,
κύριε τῆς δυσχειμέρου Δωδώνης· ὅμως πέριξ οἱ Σελλοὶ
σου κατοικοῦν οἱ ἀνιπτόποδες χαμαιεῦναι χρησμολόγοι.»)

Οἱ προαναφερθέντες στίχοι εἶνε ἓν μέρος ἐκ τῆς προσευχῆς τοῦ Ἀχιλλέως πρὸς τὸν ἄνακτα Δία οἵτινος τὸ μαντεῖον εὑρίσκετο ἐν Δωδώνῃ. Ἂν τὸ μαντεῖον τοῦ Διὸς εὑρίσκετο εἰς ἄλλο μέρος, λ.χ. εἰς τὴν νῆσον Δῆλον ἀντὶ τῆς Δωδώνης, ὁ Ἀριστοτέλης μᾶλλον θὰ ἔλεγεν ὅτι οἱ Ἕλληνες ἔσχον τὴν καταγωγήν των ἐκ τῆς Ἑλλάδος τῶν Σελλῶν – Ἐλλῶν κειμένης ἐπὶ τῆς νήσου Δήλου.

Ὅμως ὁ Ἀριστοτέλης δὲν ἐγνώριζε τὸν κώδικα κατασκευῆς τῶν ὀνομάτων, ἀλλ᾿ εἶχε τυφλὴν πίστιν εἰς τὴν ἐτυμολογίαν ἁπάντων τῶν ὀνομάτων.
Νὰ ὅμως ποὺ πάρα πολλὰ ἑλληνικὰ ὀνόματα δὲν ἐτυμολογοῦνται, ἐπειδὴ εἶνε κώδικες καὶ κάθε ἀπόπειρα ἐτυμολογήσεως εἶνε ἄσκοπος, λανθασμένη, παραπλανητικὴ καὶ τελικῶς ἐπικίνδυνη. Ὅπως ἀρχικὰ ἀπέδειξα, τὰ ὀνόματα Σελλοί, Ἐλλοί, Δωδώνη, Ἑλλάς, Ἕλληνες καὶ Πελασγοί, εἶνε προομηρικὰ καὶ μάλιστα κωδικοποιημένα μὲ τὰ ἀρχικὰ γράμματα τῶν συνιστουσῶν λέξεων.

Ἡ μέθοδος κωδικοποιήσεως τῶν ὀνομάτων εἶνε κατὰ πρῶτον ἐκ τῶν θεῶν καὶ κατὰ δεύτερον, τοὐλάχιστον ἀπὸ τῷ 10.000 π.Χ., ἐξ Ἑλλήνων γραμματικῶν ἐπειδὴ κωδικοποιεῖ τὰ ὀνόματα Ἑλλὰς καὶ Πελασγοί (πλημμυροπαθεῖς), καθ᾿ ὅτι ὁ κατακλυσμὸς τοῦ βασιλέως Δευκαλίωνος ἐγένετο περὶ τῷ 10.000 π.Χ.
Ὁ Ὀδυσσεύς (Ὅμηρος) ἀναφέρει εἰς τὰ ἔπεα σχεδὸν πάντα τὰ ὀνόματα τῶν ἑλληνικῶν φύλων μὲ κάθε λεπτομέρεια, προσέτι εἶνε ἡ πλέον ἀρχαιοτέρα πηγὴ πληροφοριῶν, ὅμως εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν ἐκεῖνος ἀναφέρεται εἰς τὸ ὄνομα Γραικὸς ἢ Γραικοί. Τὸ ὄνομα Γραικὸς ὁ Ὀδυσσεύς (Ὅμηρος) τὸ ἀγνοεῖ ἐπειδὴ ἐγεννήθη τῷ 3.110 π.Χ. ἐνῷ τὰ ὀνόματα Γραικὸς καὶ Γραικοὶ κωδικοποιήθησαν κατὰ τὴν μεταομηρικὴν ἐποχὴν τοῦ ποιητοῦ Ἡσιόδου, δηλαδὴ περὶ τῷ 650 π.Χ. διὰ πρώτην φορὰν συναντοῦμεν εἰς τὸ Πάριον μάρμαρον τὸ ὄνομα Γραικοί. Τὸ ὄνομα αὐτὸ τὸ γνωρίζει ὁ Ἀριστοτέλης ἐπειδὴ ἐκεῖνος ἐγεννήθη τῷ 384 π.Χ.

Ἡ ἐτυμολογία τοῦ ὀνόματος Γραικοὶ – Γραικὸς εἶνε λίην ἐπισφαλής, ἴσως νὰ εἶνε κῶδιξ. Τὰ δύο ὀνόματα Γραικοὶ καὶ Graeci, τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης καὶ τῆς λατινικῆς λεγομένης γλώσσης ἀντιστίχως, ἔχουν μόνον ἠχητικὴν σχέσιν διότι τὸ λεγόμενον λατινικὸν Graeci εἶνε κῶδιξ.

Corp. Inscript Graec. II, 6.300
« ……………………….. Ἕλλην ὁ Δευκαλίωνος Φθιώτιδος ἐβασίλευσεν καὶ Ἕλληνες ὠνομάσθησαν πρότερον δὲ Γραικοὶ καλούμενοι. ………………………………………………… »

( ………. Ὁ Ἕλλην τοῦ Δευκαλίωνος ἐβασίλευσεν τῆς Φθιώτιδος καὶ Ἕλληνες ὠνομάσθησαν καὶ οἱ πρότερον Γραικοὶ καλούμενοι. ………………………………………… )

Περὶ τῆς ἀνυπάρκτου ἐτυμολογίας ΕΛΛΑΣ, ἀναφέρω καὶ ἄλλην θεώρησιν.

Πασσᾶς Ἰωάννης. Ἡ ἀληθινὴ Προϊστορία. Σελὶς 95
« ……. Ἐκ τῆς ῥίζης σαλ, παράγεται ῥῆμα τῶν Μεσογειακῶν γλωσσῶν (μήτηρ τῶν ὁποίων προφανῶς εἶναι ἡ πελασγικὴ) ἔχον τὴν ἔννοιαν τοῦ προσεύχεσθαι, ἱκετεύειν. Ἐκ τούτου οἱ Σελλοὶ τῆς Δωδώνης καὶ οἱ Σάλιοι τῶν Ῥωμαίων καὶ τὸ ὄνομα Σόλων (ὁ εὐχέτης ὁ ἱερεύς).
Ἐξ ἄλλης ῥίζης σαλοί, παράγεται ῥῆμα σημαῖνον ξηραίνεσθαι καὶ οὐσιαστικὰ σημαίνοντα ξηροπόταμον καὶ ξηροὺς βράχους. Ἐκ τῶν οὐσιαστικῶν τούτων οἱ χείμαρροι Σελλήεις καὶ Σέλλας καὶ Σελινοῦς ποταμὸς καὶ Σλινοῦς πόλις ἐν Κιλικίᾳ ἐπὶ ξηροῦ βράχου.
Ἐξ ἄλλης ῥίζης σολ παράγεται ῥῆμα σημαῖνον λάμπειν καὶ φωτίζειν ἐξ οὗ σαλάνα, σελήνη, σέλας, Ἑλάνη (λαμπὰς) καὶ τὸ λατινικὸν sol (ἥλιος) Μασσαλία φωτεινὴ λαμπρὰ πόλις καὶ τὸ σημερινὸν μασαλᾶς πυροφάνι.Ὑπεστηρίχθη ὅτι ἡ λέξις Ἑλλὰς προῆλθεν ἐκ μιᾶς τῶν ῥιζῶν τούτων.
Κατ᾿ ἄλλους, ἡ ἀληθὴς ἐτυμολογία τοῦ ὀνόματος τῶν Ἑλλήνων εἶναι ἐκ τῆς ῥίζης Ελλ- ἡ ὁποία ἐκφράζει τὴν ἔννοιαν τοῦ ὑψηλοῦ, ἀπαντᾶ δὲ εἰς πληθώραν τοπωνυμίων καὶ ἄλλων λέξεων ἀνὰ τὸν πελασγικὸν κόσμον. Ἐκ τῆς ῥίζης ταύτης παράγονται καὶ οἱ λέξεις Ἕλλοπες καὶ Ἐλινοὶ καὶ Ἀλλουανοί (Ἀλβανοὶ) καὶ Ἰλλυρία (ὀρεινὴ χώρα). Ὁ Στράβων ἀναφέρει πάλιν ἐν Ἰβηρίᾳ (Γεωγραφικὰ 157). [«Ὑπὲρ τῶν τόπων ἐν τῇ ὀρεινῇ»] ὀνομαζόμενοι Ἕλληνες, ὡς γνωστὸν ὑπάρχουν πολλαὶ πόλεις φέρουσαι ὀνόματα Ἐλέα καὶ Ἐλαῖαι, Ἐλαιοῦς καὶ Ἐλάϊον ὄρος. Ἐξ ἄλλου ἠλίβατος δωριστὶ ἀλίβατος, σημαίνει ὑψηλὸς οἱ ἀρχαῖοι ποιηταὶ χρησιμοποιοῦν τὴν λέξιν ἐπὶ ὑψηλῶν βράχων ὀρέων, πύρ¬γων κ.ἄ.
Ἁλία εἰς τὰς δωρικὰς πολιτείας ἐσήμαινε τὴν συνέλευσιν τοῦ λαοῦ (ἀνωτάτη ἀρχὴ) καὶ ἡλιαία ἐν Ἀθήναις ἦτο ὁ τόπος ὅπου συνήρχετο ἀνώτατον δικαστήριον. Ἁλιάδες ἐλέγοντο αἱ θυγατέρες τοῦ Ἡλίου. Ἠλεία – Ἦλις σημαίνει ἡ ὀρεινὴ χώρα. Ἐλουήτιοι (Helvetii) ὠνομάζοντο οἱ νῦν Ἑλβετοί, ἄνθρωποι τῶν ὑψηλῶν τόπων.
Τὸ πιθανώτερον λοιπὸν εἶναι ὅτι Ἑλλὰς σημαίνει χώρα ὑψηλή, ὀρεινή, καθ᾿ ὅσον αἱ μεταναστεύσεις, μετακινήσεις, ὁμάδων ἐντὸς τοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου καὶ ἡ κάθοδος ὁμάδων φύλων (Δωριεῖς ἀργότερον) ποὺ ἦλθον ἐκ τῶν ὑψηλοτέρων ἢ βορειοτέρων περιοχῶν τῆς ἑλληνικῆς χερσονήσου, οἱ Πελασγοί ποὺ κατώκουν εἰς νοτιωτέρας περιοχάς, τοὺς ὠνόμασαν Ἕλληνας, δηλαδὴ ὑψηλοὺς, εἴτε διότι ἦσαν ὑψηλοὶ κατὰ τὸ ἀνάστημα εἴτε διότι – καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ πιθανότερον – ἦλθαν ἀπὸ βορειότερα ἢ ὑψηλότερα μέρη, ὅπως λέγομεν σήμερον ὀρεσίβιοι, βουνήσιοι. »

Οἱ ἰσχυρισμοὶ αὐτῶν τῶν συγγραφέων καθὼς καὶ τοῦ ἀειμνήστου Ἰ. Πασσᾶ, περὶ τῆς ἐτυμολογίας τῶν ὀνομάτων Ἑλλὰς καὶ Ἕλληνες, δὲν εἶνε ὀρθοί, εἶνε μᾶλλον παραπλανητικοὶ καὶ προκαλοῦν μόνον γέλωτα. Μὰ δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἐτυμολογικὴ σχέσις τῶν ὀνομάτων Ἑλλὰς – Ἕλληνες μὲ τὰ διάφορα μεταγενέστερα βαρβαρικὰ ὀνόματα, διὰ δύο λόγους.

1. Τὰ Ἑλλὰς – Ἕλληνες εἶνε κώδικες, συνεπῶς δὲν ἐτυμολογοῦνται.
2. Τὰ ἄλλα ὀνόματα (Salii, Helvetii κ.λπ.) εἶνε νεώτεροι βαρβαρικοὶ κώδικες, οὐδεμία σχέσιν ἔχουν οἱ Ἕλληνες μὲ τοὺς λᾶας – λίθους, μὲ τοὺς Σαλίους ἢ Σαλούς, ἀλλὰ καί μὲ τοὺς μασαλάδες καὶ Ἐλινούς, τοὺς Ἀλλουανοὺς ἢ Ἀλβανοὺς καὶ Helvetii Ἑλβετοὺς ἢ Ἐλουητίους!

Μὰ διόλου δὲν ἀντιλαμβάνωνται πὼς γλωσσικὴ σύγκρισις τῶν ὀνομάτων γίγνεται εἰς τὸν αὐτὸν χρόνον μὲ γραπτὰ κείμενα καὶ ὄχι μὲ ἔπεα πτερόεντα; Διατὶ λοιπὸν ἐπιμένουν ῥατσιστικῶς εἰς βάρος τῶν Ἑλλήνων;
Πανταζίδης Ἰωάννης. Ὁμηρικὸν λεξικόν. Σελλοί, σελὶς 583
« Ἐτυμολογεῖται κατά τινὰς μεν ἐκ τοῦ ἑλλά, καθέδρα ἢ ἕδος κατὰ τὸν λεξικογράφον Ἡσύχιον, ὡς ἀνήκοντες εἰς τὸ ἕδος τὸ ἱερὸν τῆς Δωδώνης· κατὰ δὲ τὸν G. Curtius ἀνάγεται εἰς τὴν ῥίζαν ΑΛ, ἐξ ἧς τὸ ἅλλομαι, ἑπομένως οἱ Ἑλλοί, ὅπως λέγονται παρὰ Πινδάρῳ, ἢ Σελλοὶ εἶνε οἱ αὐτοὶ καὶ οἱ Salii τῶν Ρωμαίων.
Ὅταν παρατηρήσῃ τις ὅτι ἡ ὑπὸ τῶν Σελλῶν ἢ Ἑλλῶν οἰκουμένη χώρα λέγετο Ἐλλοπία καὶ ὅτι τὸ ἐπίθετον ἑλλὸς ἢ ἐλλὸς λέγεται ἔλλοψ ἀμφότερα ἐπίθετα μὲν τῶν ἰχθύων ἀμφιβόλου ὅμως σημασίας, ἴσως καταντήσῃ εἰς ἄλλην τινὰ ἑρμηνείαν, τὴν τοῦ εὔστροφος, εὐκίνητος, ζωηρός· πρβλ. καὶ τὴν λέξιν ἔλαφος καὶ ἑλλὸς ἢ ἐλός, τῆς ἐλάφου ὁ νεβρός. »

Κυριακόπουλος Π. Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ἡ πατρίδα τοῦ πολιτισμοῦ. Σελὶς 124
« Γιὰ τὴν προέλευση τοῦ ὀνόματος ΕΛΛΑΣ ἔχουν διατυπωθεῖ πολλὲς ἀπόψεις.
Ἐκ τῶν Σελλῶν – Ἑλλῶν, παναρχαίων κατοίκων τῆς Ἑλλοπίας χώρας, ποὺ κατοικοῦσαν γύρω ἀπὸ τὸ ἱερὸ τοῦ Δωδωναίου Διός.
Ἐκ τῶν λέξεων ἓν + λᾶς (λᾶς = λίθος, πέτρα, ξηρὰ) συνεπῶς Ἕλλάς: Ἕνας λίθος, Μία Γῆ, δηλαδὴ Σύμπασα ἡ Γῆ ὅπως ἐκαλεῖτο ἀρχικῶς ὅλη ἡ Οἰκουμένη. Ἀπολλόδωρος Α. ΙΙΙ, 2, ὅθεν καὶ μεταφορικῶς λαοὶ ὠνομάσθησαν ἀπὸ τοῦ λάας.
Ἐκ τῶν λέξεων Σελ > Ἑλ – ιος = Ἥλιος (ἐξ οὗ σελ – άνα, σέλ – ας, Ἑλ – ένη) καὶ τοῦ λά – ας λᾶς (λίθος).
Συνεπῶς Ἑλ – λάς εἶναι ἡ Ἡλιοχώρα, ἡ Ἥλιο – Γῆ, ἡ πλήρης Φωτὸς φυσικοῦ καὶ πνευματικοῦ, γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα ὁλόκληρη, φωτοδότρια – Προμηθεϊκή. (προσωπική μας ἑρμηνεία).»

Μ᾿ αὐτὴν τὴν παραπλανητικὴν λογικήν, τῶν ἀπόψεων τῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν διαφόρων ξένων ἑρμηνευτῶν, προτείνω λοιπὸν καὶ τὴν ἑξῆς πρωτότυπον ἑρμηνείαν διὰ τὴν ἀρχικὴν προέλευσιν τοῦ παναρχαίου ὀνόματος Ἑλλάς.

Ἡ ῥίζα τοῦ ὀνόματος Ἑλλὰς δύναται βεβαίως νὰ ἔχῃ προέλευσιν ἐκ τῆς ῥίζης τοῦ φυτοῦ Σέλ – ινον, τὸ ὁποῖον ἐνίοτε φύεται ἐπὶ ξηροῦ βράχου καὶ εἰς τοὺς λᾶας, λίθους, ἤτοι εἰς τὰς πέτρας, ὡς ἐκ τούτου νὰ λέγεται πετροσέλινον!

Κατὰ συνέπειαν εὑρέθη ἡ νέα ἐτυμολογία διὰ τὸ ὄνομα Ἑλλάς!

Αἰδώς, Ἀργεῖοι!.
Ἑλλάς. Ἡ πόλις τοῦ Ἀχιλλέως καλλιγύναιξ Ἑλλάς.

Ἑλλὰς                 Σελὶς Ο. Λ. Πανταζίδου                    §
Ἑ εὐρὰξ                              262
λ Λοκρῶν                           397
λ λάχεια                              388
ὰ ἄρουρα                            101                                  α – β – γ
ς Σπερχειοῦ                        592                                      1

«Ἡ πλαγίως τῶν Λοκρῶν εὔφορη ἄρουρα (γῆ) τοῦ Σπερχειοῦ (ποταμοῦ).»

Ἡ πόλις Φθίη τοῦ Πηλέως ἔκειτο παρὰ τῷ ποταμῷ Σπερχειῷ ὅπου τὰ χωρία Ἅγιος Γεώργιος, Βίτολη, Μακρακώμη, εἰς δὲ τὰς πηγὰς τοῦ Σπερχειοῦ ὑπῆρχε τέμενος καὶ βωμός. Πάντες τότε οἱ ποταμοὶ εἶχον θεϊκὴν ὑπόστασιν, οὕτω καὶ ὁ Σπερχειὸς ἐτιμᾶτο καὶ δὲν ἐῤῥυπαίνετο διότι οἱ Ἕλληνες ἦσαν θεοσεβεῖς καὶ ὄχι γραφικοὶ πράσσινοι οἰκολόγοι τῆς κλιματικῆς ἀλλαγῆς!;…
Εἰς τὸν θεὸν Σπερχειὸν ἐπροσευχήθη ὁ Πηλεὺς διὰ τὸν Ἀχιλλέα.

ΙΛ. Ψ 140 – 154
«ἔνθ᾿ αὖτ᾿ ἄλλ᾿ ἐνόησε ποδάρκης δῖος Ἀχιλλεὺς·
στὰς ἀπάνευθε πυρῆς ξανθὴν ἀπεκείρατο χαίτην,
τὴν ῥα Σπερχειῷ ποταμῷ τρέφε τηλεθόωσαν·
ὀχθήσας δ᾿ ἄρα εἶπεν ἰδὼν ἐπί οἴνοπα πόντον·
” Σπερχεί᾿, ἄλλως σοί γε πατήρ ἠρήσατο Πηλεὺς,
κεῖ σέ με νοστήσαντα φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν
σοί τε κόμην κερέειν ῥέξειν θ᾿ ἱερὴν ἑκατόμβην,
πεντήκοντα δ᾿ ἔνορχα παρ᾿ αὐτόθι μῆλ᾿ ἱερεύσειν
ἐς πηγάς, ὅθι τοι τέμενος βωμός τε θυήεις.
ὥς ἠρᾶθ᾿ ὁ γέρων, σύ δὲ οἱ νόον οὐκ ἐτέλεσσας.
νῦν δ᾿ ἐπεί οὐ νέομαί γε φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν,
Πατρόκλῳ ἥρωϊ κόμην ὀπάσαιμι φέρεσθαι. ”
Ὥς εἰπὼν ἐν χερσὶ κόμην ἑτά¬ροιο φίλοιο
θῆκεν, τοῖσι δὲ πᾶσιν ὑφ᾿ ἵμερον ὦρσε γόοιο.
καὶ νύ κ᾿ ὀδυρο¬μέ¬νοισιν ἔδυ φάος ἠελίοιο,»
( Τότε πάλιν ἄλλα ἐνόησεν ὁ ταχύπους θεϊκὸς Ἀχιλλεὺς·
σταθείς μακράν τῆς πυρᾶς τὴν ξανθὴν ἐκούρεψε χαίτην του,
τὴν μακρυπλόκαμην πού τὴν ἔτρεφε διά τὸν Σπερχειόν ποταμόν·
καὶ μέ παράπονο εἶπε βλέπων πρός τὸν οἰνώδη πόντον·
«Σπερχειέ, ματαίως εἰς ἐσένα ὁ πατήρ Πηλεὺς ἐπροσευχήθη,
ἐκεῖ ὅταν ἐπιστρέψω εἰς τὴν φίλην πατρίδα γαῖαν
δι᾿ ἐσένα τὴν κόμην νά κουρέψω καὶ νά τελέσω ἱερὴν ἑκατόμβην,
πενῆντα ἔνορχα κριάρια αὐτοῦ νά θυσιάσω
εἰς τὰς πηγάς, ὅπου τὸ τέμενος καὶ ὁ θυμιαματισμένος βωμός σου.
Οὔτως ἐπροσευχήθη ὁ γέρων, σύ δὲ τὴν εὐχήν του δὲν ἤκουσες.
Τώρα ἐπειδή δὲν θά ἐπιστρέψω εἰς τὴν φίλην πατρίδα γαῖαν,
εἰς τὸν ἥρωα Πάτροκλον τὴν κόμην μου προσφέρω νά τὴν λάβῃ. »
Καθώς εἶπε εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ἑταίρου φίλου τὴν κόμην
ἔβαλε, καὶ εἰς ὅλους ἐκείνους τὴν ἐπιθυμίαν ὤρθωσε διά γόον.
Καὶ τώρα ἐκεῖνοι θά ὠδύροντο μέχρι νά δύσῃ τὸ φῶς τοῦ Ἡλίου. )

Ὁ ποταμὸς Σπερχειὸς ἐκβάλλει εἰς τὸν Μαλιακὸν κόλπον ἀφ᾿ οὗ διέλθῃ ἐκ τῆς πεδιάδος τῆς Φθιώτιδος. Αὐτὴ τὴν πεδιάδα ἀποκαλεῖ ὁ Ὀδυσσεύς (Ὅμηρος) Ἄργος πελασγικόν. Ἐπὶ τοῦ πελασγικοῦ Ἄργους, κατὰ τὸν ῥοῦν τοῦ ποταμοῦ Σπερχειοῦ εὑρίσκοντο πολλαὶ πόλεις, ὅπως ἡ Ἄλος, ἡ Ἀλόπη, ἡ Τρηχὶς καὶ ἡ καλλιγύναιξ Ἑλλάς. Πάντες οἱ κάτοικοι, τῆς εὐρυτέρας περιοχῆς, τῆς πόλεως καλλιγύναικος Ἑλλάδος ἐκαλοῦντο Ἕλληνες καὶ Μυρμιδόνες.

ΙΛ. Β 681 – 685
«Νῦν αὖ τοὺς ὅσσοι τὸ Πελασγικὸν Ἄργος ἔναιον,
οἳ τ᾿ Ἄλον οἳ τ᾿ Ἀλόπην οἳ τε Τρηχῖνα νέμοντο,
οἵ τ᾿ εἶχον Φθίην ἠδ᾿ Ἑλλάδα καλλιγύναικα,
Μυρμιδόνες δὲ καλεῦντο καὶ Ἕλληνες καὶ Ἀχαιοί,
τῶν αὖ πεντήκοντα νεῶν ἦν ἀρχός Ἀχιλλεὺς.»

( Τώρα πάλιν ὅσοι ἐκατοίκεον εἰς τὸ Πελασγικὸν Ἄργος,
ἐκεῖνοι καί τὴν Ἄλον ἐκεῖνοι καὶ τὴν Ἀλόπην αὐτοὶ καὶ τὴν Τρηχῖνα νέμοντο
καὶ ἐκεῖνοι τὴν Φθίην εἶχον καὶ τὴν καλλιγύναικα Ἑλλάδα,
καὶ Μυρμιδόνες ἐκαλοῦντο καὶ Ἕλληνες καὶ Ἀχαιοί,
εἰς ἐκείνων πάλιν ἐπί τῶν πενῆντα νηῶν ἀρχηγός ἦτο ὁ Ἀχιλλεὺς. )
Ὁ Ἀχιλλεὺς ἔλεγε πὼς ὅταν ἐπιστρέψῃ ἐκ τῆς Τροίης θὰ νυμφευθεῖ Ἀχαιΐδα τινα εὔμορφην κόρην ἀριστοκρά¬του, ἀπό τὴν καλλιγύναικα Ἑλλάδα!

ΙΛ. Ι 393 – 397
«ἢν γάρ δὴ με σαῶσι θεοί καὶ οἴκαδ᾿ ἵκωμαι,
Πηλεὺς θήν μοι ἔπειτα γυναῖκά γε μάσσεται αὐτὸς.
πολλαὶ Ἀχαιΐδες εἰσὶν ἀν᾿ Ἑλλάδα τε Φθίην τε,
κοῦραι ἀρι¬στήων, οἵ τε πτολίεθρα ῥύονται,
τάων ἣν κ᾿ θέλωμι φίλην ποιήσομ᾿ ἄκοι¬τιν.»

(«Διότι ἄν μέ σώσουν οἱ θεοί καὶ οἴκαδ᾿ ἐπιστρέψω,
ὁ Πηλεὺς βεβαίως ἔπει¬τα γυναῖκα θά μοῦ εὕρῃ αὐτὸς.
Πολλαὶ Ἀχαιΐδες εἶνε ἀνά τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Φθίην προσέτι,
κόραι ἀρίστων οἵτινες τὰς πόλεις προστατεύουν,
ἐξ αὐτῶν ὅποια θέλω φίλην σύντροφον θά κάμω.» )

Ἀπὸ τὴν πόλιν καλλιγύναικα Ἑλλάδα ἦτο καὶ ὁ Φοίνιξ υἱὸς τοῦ Ἀμύντορος, παιδαγωγὸς τοῦ Ἀχιλλέως καὶ ὀπαδὸς αὐτοῦ ἐν Τροίῃ.

ΙΛ. Ι 444 – 448
«ὡς ἄν ἔπειτ᾿ ἀπό σεῖο, φίλον τέκος, οὐκ ἐθέλοιμι
λείπεσθ᾿, οὐδ᾿ εἴ κὲν μοι ὑποσταίη θεός αὐτὸς
γῆρας ἀποξύσας θήσειν νέον ἡβώοντα,
οἷον ὅτε πρῶ¬τον λίπον Ἑλλάδα καλλιγύναικα,
φεύγων νείκεα πατρὸς Ἀμύντορος Ὀρμενίδαο,»

( ” Καθώς λοιπόν ὕστερα ἀπ᾿ ἐσένα, φίλον τέκνον, δὲν θά ἤθελα
νά λείψω, οὔτε καὶ ἄν ὁ ἴδιος ὁ θεός μοῦ ὑπέσχετο
τὸ γῆρας ν᾿ ἀποξύσῃ καὶ νά θέσῃ νέαν ἥβην,
καθώς ὅταν πρῶτα ἐγκατέλιπον τὴν καλλιγύναικα Ἑλλάδα,
ἀπο¬φεύγων τὴν γρύνια τοῦ πατρὸς μου Ἀμύντορος Ὀρμενίδου, ” )

Δι᾿ ἀσυγχώρητον τινα ἔρωτα, λαβὼν τὴν κατάραν τοῦ πατρός του ὁ Φοί¬νιξ, ἔφυγεν εἰς τὴν Φθίην πρὸς τὸν Πηλέα ὅστις κατέστησεν ἐκεῖνον ἡγε¬μόνα τῶν Δολόπων εἰς τὸ νῦν Καρπενήσιον τῆς Εὐρυτανίας.
ΙΛ. Ι 478 – 487
«φεῦγον ἔπειτ᾿ ἀπάνευθε δι᾿ Ἑλλάδος εὐρυχόροιο,
Φθίην δ᾿ ἐξικόμην ἐριβώλακα, μητέρα μήλων,
ἐς Πηλῆα ἄναχθ᾿· ὁ δὲ με πρόφρων ὑπέδεκτο,
καὶ μ᾿ ἐφίλης᾿ ὡς εἴ τε πατήρ ὅν παῖδα φιλήσῃ
μοῦνον τηλύγετον πολλοῖσιν ἐπί κτεάτεσσι,
καὶ μ᾿ ἀφνειὸν ἔθηκε, πολὺν δὲ μοι ὤπασε λαόν·
ναῖον δ᾿ ἐσχατιήν Φθίης, Δολόπεσσιν ἀνάσσων.
καὶ σε τοσοῦτον ἔθηκα, θεοῖς ἐπιείκελ᾿ Ἀχιλλεῦ,
ἐκ θυμοῦ φιλέων, ἐπεί οὐκ ἐθέλεσκες ἅμ᾿ ἄλλῳ
οὔτ᾿ ἐς δαῖτ᾿ ἰέναι οὔτ᾿ ἐν μεγάροισι πάσασθαι.»

(«Ἔφυγα ἔπειτα μακριά ἐκ τῆς εὐρυχώρου Ἑλλάδος,
καὶ ἔφθασα εἰς τὴν εὔφορην Φθίην, τὴν μητέρα τῶν προβάτων,
εἰς τὸν ἄνακτα Πηλέα· καὶ ἐκεῖνος πρόσχαρα μέ ὑπεδέχθη
καὶ μ᾿ ἀγάπησε ὅπως πατήρ ἀγαπᾷ τὸ παιδί του,
τὸ μονάκριβο μέ πολλὰ ἀποκτήματα,
καὶ πλούσιον μ᾿ ἔκαμε, πολὺν δὲ μοῦ ἔδωσεν λαόν·
κατοικῶν εἰς τὴν ἐσχατιάν τῆς Φθίης, εἰς τοὺς Δόλοπας ἀνάσσων.
Καὶ μέχρι τώρα σέ μεγάλωσα ἰσόθεε Ἀχιλλεῦ,
ἐκ τῆς καρδίας προσφιλῆ, ἐπειδή δὲν ἤθελες μέ ἄλλον
οὔτε εἰς γεῦμα νά ἔρχεσαι οὔτε εἰς τὰ μέγαρα νά τρώγῃς.» )

Ὁ Φοίνιξ ἔφυγεν ἐκ τῆς εὐρυχώρου Ἑλλάδος καὶ ἔφθασε μακράν, πρὸς τὴν ἐριβώλακα (εὔφορην) Φθίην μὲ τὰ πολλὰ πρόβατα, ὅπου ἡ ἕδρα τοῦ Πηλέως. Τοπογραφικὰ ἡ πόλις καλλιγύναιξ Ἑλλὰς ἔκειτο εἰς εὐρὺν χῶρον παρὰ τὴν νῦν πεδιάδα τῆς Φθιώτιδος (πελασγικὸν Ἄργος). Ὁρίζω εἰς τὴν θέσην τῶν χωρίων Λουτρῶν Ὑπάτης, Λειανοκλαδίου, Ἀμουρίου, Σταυροῦ, Μεξιάδων τὴν πόλιν καλλιγύναικα Ἑλλάδα τοῦ κράτους τοῦ Πηλέως, διὰ τοὺς ἀκολούθους λόγους.

1. Ἡ περιοχὴ εἶνε εὐρύχωρος, ὅπως γράφει ὁ Ὅμηρος, εὑρισκομένη εἰς τὸ Πελασγικὸν Ἄργος, δηλαδὴ εἰς τὴν πεδιάδα τῆς Φθιώτιδος.
2. Ἡ ἀπόστασις Ἑλλάς – Φθίη εἶνε σχετικῶς μεγάλη (30 – 35 χλμ.) καὶ ἡ Φθίη εὑρίσκεται ἀπά¬νευθε (μακριά), ὅπως γράφει ὁ Ὅμηρος.
3. Ἡ ἐριβώλαξ Φθίη, ἕδρα τοῦ βασιλέως Πηλέως, εἶνε ἡ περιοχὴ ἡ παρὰ τὸν Σπερχειὸν ὅπου τὰ χωρία Ἅγιος Γεώργιος, Βίτολη καὶ Μακρακώμη.
4. Ἡ πόλις καλλιγύναιξ Ἑλλάς, τοῦ κράτους Πηλέως – Ἀχιλλέως, εὑρίσκετο εὐράξ (πλαγίως) τῶν Λοκρῶν τοῦ Αἴαντος Ὀϊλιάδου.
5. Αἱ γυναῖκες τῶν χωρίων Σταυροῦ, Λειανοκλαδίου, Ἀμουρίου, Μεξιάδων καὶ Ὑπάτης εἶνε εἰς τὸ εἶδος, τὴν φυὴν καὶ εἰς τὸ δέμας κάλλισται. Εἶχε δίκαιον ὁ Ἀχιλλεύς ποὺ ἔλεγε νὰ νυμφευθῇ Ἀχαιΐδα τινα καλλίστην καὶ εὔμορφην κόρην ἀριστοκράτου ἀπὸ τὴν καλλιγύναικα Ἑλλάδα ἀλλ᾿ ὁ δυστυχὴς δὲν ἐπέστρεψεν εἰς τὴν φίλην πατρίδα γαῖαν!

Εἰς τὸν Ἄϊδην ἤδη εὑρισκόμενος ὁ Ἀχιλλεὺς ζητᾷ νὰ μάθῃ ἐκ τοῦ Ὀδυσσέως διὰ τὸν πατέρα του Πηλέα!

ὀδ. λ 494 – 500
«εἰπὲ δὲ μοι Πηλῆος ἀμύμονος εἴ τι πέπυσσαι,
ἢ ἔτ᾿ ἔχει τιμήν πολέσιν μετά Μυρμιδόνεσσιν,
ἦ μιν ἀτιμάζουσιν ἀν᾿ Ἑλλάδα τε Φθίην τε,
οὕνεκά μιν κατά γῆρας ἔχει χεῖράς τε πόδας τε.
οὐ γάρ ἐγών ἐπαρωγὸς ὑπ᾿ αὐγάς ἠελίοιο,
τοῖος ἐὼν οἷός ποτ᾿ ἐνὶ Τροίῃ εὐρείῃ
πέφνον λαόν ἄριστον, ἀμύνων Ἀργείοισιν.»

( «Εἰπὲ μου διά τὸν ἄμωμον Πηλέα ἄν κἄτι γνωρίζῃς,
ἢ ἄν ἀκόμη ἔχει τιμήν μεταξύ τῶν πολλῶν Μυρμιδόνων,
ἢ δὲν τὸν τιμοῦν πλέον ἀνά τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Φθίην προσέτι,
ἕνεκα πού τὸν κατέχει τὸ γῆρας εἰς χεῖρας καὶ πόδας βεβαίως.
Διότι ἐγώ εἴθε ἀρωγός νά ἤμουν ὑπό τὸ φῶς τοῦ ἡλίου,
τέτοιος ὄντως ὅπως κἄποτε εἰς τὴν εὐρεῖαν Τροίην
θανάτωνα λαόν ἄριστον, ὑπερασπίζων τοὺς Ἀργείους.»)

Τὸ ὄνομα Ἑλλὰς εἶνε βεβαίως προομηρικὸν ὄνομα ἀνήκον εἰς τὴν γ’ κλίσιν τῶν οὐσιαστικῶν ὀνομάτων. Αἱ πτώσεις καὶ τὰ ἄρθρα, εἰς τὸν ἑνικὸν ἀριθμόν, ἔχουν ὡς ἑξῆς. Ἡ Ἑλλάς, τῆς Ἑλλάδος, τῇ Ἑλλάδι, τὴν Ἑλλάδα, ὦ Ἑλλάς.
Οἱ μυαλοφυγόδικοι κανδηλανάπται – φωστῆρες τῆς ἀριστερᾶς τῆς δεξιᾶς καὶ τῆς προόδου, φυγοδικοῦν ἀπὸ τὴν Ἱστορίαν λόγῳ τῶν ἰδαιῶν των. Αὐτοὶ εἶνε οἵτινες κατήργησαν τὴν γ’ κλίσιν τῶν οὐσιαστικῶν ὀνομάτων καὶ μαζὺ  μ᾿ αὐτὰ κατηργήθη τὸ ὄνομα Ἑλλάς! Ὅμως ἡ ἀθάνατη Ἑλλάς, ἡ Ἱστορία καὶ ἡ Νέμεσις, ἀναζητοῦν ἐκείνους δι᾿ ἀπόδοσιν εὐθυνῶν!
Ἂν ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα δὲν ἐδιέθετε πτώσεις, ὅπως δὲν διαθέτουν αἱ ἄλλαι λεγόμεναι γλῶσσαι, πάντες οἱ Ἕλληνες θὰ εὑρισκόμεθα ἄνευ πατρίδος, καθ᾿ ὅτι τὸ ὄνομα Ἑλλὰς εἶνε κατηργημένον! Ὅμως διὰ νὰ μὴ κατηγορηθοῦν ἐκεῖνοι διὰ προδοσίαν ἔλαβον τὴν αἰτιατικὴν πτῶσιν Ἑλλάδα καὶ τὴν μετέβαλλον εἰς ὀνομαστικήν, ὡς ἐκ τούτου ἡ πατρίς μας ἀπὸ Ἑλλὰς ἐγένετο Ἑλλάδα!….
Τὸ ἔγκλημα ὅμως δὲν περιορίζεται ἐδῶ, ἔχει καὶ συνέχειαν. Ἀφ᾿ οὗ τὸ ὄνομα ἐκ τῆς γ΄ κλίσεως μετηλλάχθη εἰς τὴν α΄ κλίσιν ἐγένετο Ἑλλάδα. Σύμφωνα δέ μὲ τοὺς θεϊκοὺς κανόνας τῆς ἑλληνικῆς γραμματικῆς δέον νὰ εἶνε Ἑλλάδαν εἰς τὴν αἰτιατικήν, ἡ πτῶσις Ἑλλάδαν δὲν συνάδει μετὰ τῆς λογικῆς, ἀντιδρῶσα εἰς τὴν παρὰ φύσιν ἀλλαγήν!
Παροῦσα ἡ Νέμεσις, ἥτις προκαλεῖ τὴν δικαίαν ἀγανάκτησιν, μομφὴν καὶ κατάκρισιν. Τοὺς ἑκουσίως ἀγραμμάτους ἀχυρανθρώπους τὰς φρένας εἷλε ἡ Ἄτη, ἡ κόρη τοῦ Διὸς, ἐκ τῆς θείης δίκης καὶ ὀργῆς προερχομένη προκαλοῦσα βλάβην καὶ ζημίαν ἰδίως φρενοβλάβειαν ὅθεν τύφλωσιν, παραφροσύνην καὶ παραφορὰν ἂν εἰς ἁμαρτίαν τις ἐμπίπτει!
Τὸ κατὰ τὴν τύφλωσιν πραχθὲν ἀνοσιούργημα – ἁμάρτημα ὡς παρεπόμενον ἀδικήματος προεκάλεσε τύψιν συνειδήσεως, τιμωρίαν καὶ συμφοράν. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν οἱ ἑκουσίως ἀγράμματοι κατήργησαν τὸ εὔφωνον [Ν – ν] ἵνα μὴ τὸ ὄνομα Ἑλλάδαν γενέσθαι τραγέλαφος! Καὶ ὅμως ἐγένοντο τὰ δευτερόκλιτα ἀρσενικὰ ὀνόματα οὐδέτερα! «Ἐλθόντες ἴδωμεν τὸν κύριον πρωθυπουργόν.» Καὶ εἰς μετάφρασιν. Αφού ήρθαν να δουν και τον κύριο πρωθυπουργό. Οὕτω λοιπὸν καὶ ὁ πρωθυπουργὸς ἀπὸ ἀρσενικὸς ἐγένετο οὐδέτερος!
Ἔπειτ᾿ ἐκεῖνοι χάριν τῆς προόδου κατήργησαν πνεύματα καὶ τόνους καὶ ἡ πατρὶς Ἑλλὰς γράφεται Ελλάδα καὶ ἐκ τῶν βαρβαροφώνων καλεῖται Hellas, Greece ἢ Ellada! Μήπως νὰ γράφηται Ελάδα ἢ Elada; μᾶλλον αὐτὸς εἶν᾿ ὁ στόχος διότι πολλοὶ εἶνε οἱ ἀνθέλληνες ποὺ μισοῦν τὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν. Κατὰ τὸ παρελθόν, τὶς ὑπουργὸς τοῦ λεγομένου πολιτικοῦ – πνευματικοῦ κόσμου, ἐκ τῶν παγκοσμίων ἐξουσιαστῶν κατευθυνομένη, ἀναφανδὸν αὐτὴ εἰσηγήθη τὴν καθιέρωσιν τῆς λεγομένης ἀγγλικῆς γλώσσης ὡς ἐπισήμου δευτέρας γλώσσης!
Τὸ ὄνομα Ἑλλὰς εἶνε βεβαίως κωδικοποιημένον ἀπὸ τὰ πανάρχαια ἔτη ἐκ τοῦ Δευκαλίωνος (10.000 π.Χ.) καὶ μάλιστα αὐτὸ δὲν ἐτυμολογεῖται, εἰς δὲ τὴν αἰτιατικὴν πτῶσιν Ἑλλάδα οὔτε ἀποκωδικοποιεῖται. Εἶνε μᾶλλον τραγικὸν οἱ Ἕλληνες νὰ μὴ γνωρίζωμεν τὴν προέλευσιν τοῦ ὀνόματος τῆς πατρίδος μας!
Νὰ λοιπὸν διατὶ δὲν εἴμεθα σεβαστοὶ ἐκ τῶν βαρβαροφώνων λαῶν, ἐπειδὴ ἀπεμπολήσαμε τὴν γλῶσσαν καὶ τὸ ἱερὸν ὄνομα Ἑλλὰς τῆς πατρίδος μας!

Graecia. Ἡ χώρη Ἑλλάς (εἰς τὴν λατινικήν).

Γραέκυα               Σελὶς Ο. Λ. Πανταζίδου     §
G γαῖα                             134                               2 – 3
r ῥηξήνορος                   575
a Ἀχιλλῆος                     119
e Ἑλλὰς                          206
c καλλιγύναιξ                 333
i ὕπαιθα                        644                                 β
a Αὐγειῶν                      111                                 2

«Ἡ γαῖα καλλιγύναιξ Ἑλλὰς τοῦ ῥηξήνορος Ἀχιλλέως, πλαγίως τῶν Αὐγειῶν.»

Οἱ Ἕλληνες γραμματικοὶ ἐκ τῆς συντακτικῆς ὁμάδος τοῦ Ὀνομακρίτου ὅταν ἐδημιούργησαν τὴν λεγομένην λατινικὴν γλῶσσαν, περὶ τὸ ἔτος 528 π.Χ. ἐπὶ τυράννου Ἀθηναίων Πεισιστράτου 538 – 527 π.Χ., τότε κωδικοποίησαν καὶ τὸ ὄνομα Graecia ποὺ σημαίνει Ἑλλάς.
Ὁ κῶδιξ Graecia (Ἑλλὰς) ἐποιήθη ἐκ τῶν ὁμηρικῶν ἐπέων, μάλιστα ἐκ τῶν ἑπομένων στίχων ΙΛ. Β 681 – 685 οἵτινες περιγράφουν τὴν πόλιν καλλιγύναικα Ἑλλάδα τοῦ κράτους τοῦ Ἀχιλλέως. Ἡ πόλις Ἑλλὰς ἔκειτο ὕπαιθα (πλαγίως) ἐκ τῆς πόλεως τῶν Αὐγειῶν (Λαμίας) τοῦ Αἴαντος Ὀϊλιάδου.

ΙΛ. Β 681 – 685
«Νῦν αὖ τοὺς ὅσσοι τὸ Πελασγικὸν Ἄργος ἔναιον,
οἳ τ᾿ Ἄλον οἳ τ᾿ Ἀλόπην οἳ τε Τρηχῖνα νέμοντο,
οἵ τ᾿ εἶχον Φθίην ἠδ᾿ Ἑλλάδα καλλιγύναικα,
Μυρμιδόνες δὲ καλεῦντο καὶ Ἕλληνες καὶ Ἀχαιοί,
τῶν αὖ πεντήκοντα νεῶν ἦν ἀρχός Ἀχιλλεὺς.»

(Τώρα πάλιν ὅσοι ἐκατοίκεον εἰς τὸ Πελασγικὸν Ἄργος,
ἐκεῖνοι καί τὴν Ἄλον ἐκεῖνοι καὶ τὴν Ἀλόπην αὐτοὶ καὶ τὴν Τρηχῖνα νέμοντο
καὶ ἐκεῖνοι τὴν Φθίην εἶχον καὶ τὴν καλλιγύναικα Ἑλλάδα,
καὶ Μυρμιδόνες ἐκαλοῦντο καὶ Ἕλληνες καὶ Ἀχαιοί,
εἰς ἐκείνων πάλιν ἐπί τῶν πενῆντα νηῶν ἀρχηγός ἦτο ὁ Ἀχιλλεὺς.)
Ὁ Ἀχιλλεὺς θέλει διὰ σύζυγον τινα Ἀχαιΐδα ἐκ τῆς καλλιγύναικος Ἑλλάδος, κόρην ἀριστοκράτου.

ΙΛ. Ι 393 – 397
«…« ἢν γάρ δὴ με σαῶσι θεοί καὶ οἴκαδ᾿ ἵκωμαι,
Πηλεὺς θήν μοι ἔπειτα γυναῖκά γε μάσσεται αὐτὸς.
πολλαὶ Ἀχαιΐδες εἰσὶν ἀν᾿ Ἑλλάδα τε Φθίην τε,
κοῦραι ἀρι¬στήων, οἵ τε πτολίεθρα ῥύονται,
τάων ἣν κ᾿ θέλωμι φίλην ποιήσομ᾿ ἄκοιτιν.»..»

(« Διότι ἄν μέ σώσουν οἱ θεοί καὶ οἴκαδ᾿ ἐπιστρέψω,
ὁ Πηλεὺς βεβαίως ἔπει¬τα γυναῖκα θά μοῦ εὕρῃ αὐτὸς.
Πολλαὶ Ἀχαιΐδες εἶνε ἀνά τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Φθίην προσέτι,
κόραι ἀρίστων οἵτινες τὰς πόλεις προστατεύουν,
ἐξ αὐτῶν ὅποια θέλω φίλην σύντροφον θά κάμω.»)

Ῥηξήνωρ (ὁ διαῤῥηγνύων τὰς φάλαγγας τῶν ἀντιπάλων ἐχθρικῶν ἀνδρῶν) ἦτο τὸ σπουδαιότερον ἐπίθετον τιμῆς διὰ τὸν Αἰακίδην Ἀχιλλέα.

ΙΛ. Η 226 – 228
«Ἕκτωρ, νῦν μὲν δὴ σάφα εἴσεαι οἰόθεν οἶος
οἷοι καὶ Δαναοῖσιν ἀριστῆες μετέασι,
καὶ μετ᾿ Ἀχιλλῆα ῥηξήνορα θυμολέοντα.»

(Ἕκτωρ, τώρα μὲν σαφῶς νά ἴδῃς ὁλομόναχος
ποῖοι μεταξύ τῶν Δαναῶν εἶνε ἄριστοι,
καὶ χωρίς τὸν λεοντόκαρδον ῥηξήνορα Ἀχιλλέα.)

Λέγουν πὼς τὸ ὄνομα Γραικός, ἐκ τοῦ ὁποίου προέρχεται τὸ ὄνομα Graecia (Ἑλλὰς) εἰς τὴν ἀρχαίαν ἑλληνικὴν σημαίνει τὸν γραιικόν, γραώδη τὸν ὅμοιον μὲ γραῖαν ἢ γρηάν! Ἐταύτισαν λοιπὸν τοὺς δίους Ἕλληνας μὲ τὰς γραῖας καὶ τὰς ἀγέλας τῶν ζώων! συνδυάζοντες τὸ ὄνομα Γραικὸς ἐκ τῶν πρώτων ὁμοίων γραμμάτων τῶν ὀνομάτων Greg, Graeci, Graecia!

Κυριακόπουλος Π. Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ἡ πατρίδα τοῦ πολιτισμοῦ. Σελὶς 127
«Διότι [«Γραικὸς »], στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ σημαίνει τόν [« γραιικὸν »] τὸν γραώδη, τὸν ὅμοιο μὲ γραῖα – γρηάν (Λεξικὸν Liddel – Scott). …………………………….»

Greece. Ἡ χώρη Ἑλλάς (εἰς τὴν ἀγγλικήν).

Γραίεκε             Σελὶς Ο. Λ. Πανταζίδου                         §
G γαῖα                                     134                                 2 – 3
r ῥηξήνορος                          575
e Αἰακίδαο                              20                                    2
e ἐπώνυμον                          244
c καλλιγύναικος                   333
e Ἑλλάδος                            206 
«Ἡ γαῖα τοῦ ῥηξήνορος Αἰακίδου (Ἀχιλλέως) μὲ τὸ ἐπώνυμον (ὄνομα)  τῆς καλλιγύναικος Ἑλλάδος.»

Οἱ Ἕλληνες γραμματικοί, τῆς συντακτικῆς ὁμάδος τοῦ Ὀνομακρίτου, ὅταν ἐκωδικοποίησαν τὴν λεγομένην λατινικὴν γλῶσσαν τῷ 528 π.Χ. ἐπὶ τυράννου τῶν Ἀθηναίων Πεισιστράτου 538 – 527 π.Χ., τότε κατεσκεύασαν καὶ τὸ ὄνομα Graecia ἐκ τῶν ὁμηρικῶν ἐπέων.
Τὸ ὄνομα Graecia εὐθέως παραπέμπει εἰς τὸ κράτος τοῦ Αἰακίδαο Ἀχιλλέως περιγράφον ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν τὴν πόλιν Ἑλλάδα καλλιγύναικα κειμένην ὕπαιθα (πλαγίως) τῆς πόλεως Αὐγειαί (Λαμία) τοῦ Αἴαντος, ἀφ᾿ ἑτέρου τὸ ἐπώνυμον ὄνομα Αἰακίδης τοῦ Ἀχιλλέως.
Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ἐπώνυμον ὄνομα Πηλείδης, ὁ Ἀχιλλεὺς ἔφερε καὶ ἕτερον, τὸ Αἰακίδης. Ἀκολούθως εἰς τοὺς ἑπομένους στίχους ΙΛ. Ι 190 – 194 καταγράφεται τὸ πατρογονικὸν ἐπώνυμον τοῦ Ἀχιλλέως, δηλαδὴ Αἰακίδης, ἤτοι ἀπόγονος τοῦ δικαίου βασιλέως τῆς νήσου Αἰγίνης, τοῦ Αἰακοῦ τοῦ υἱοῦ τοῦ Διὸς καὶ τῆς νύμφης Αἰγίνης.

ΙΛ. Ι 190 – 194
« Πάτροκλος δὲ οἱ οἶος ἐναντίος ἧστο σιωπῇ,
δέγμενος Αἰακίδην, ὁπότε λήξειεν ἀείδων.
τὼ δὲ βάτην προτέρω, ἡγεῖτο δὲ δῖος Ὀδυσσεὺς,
στὰν δὲ πρόσθ᾿ αὐτοῖο· ταφὼν δ᾿ ἀνόρουσεν Ἀχιλλεὺς
αὐτῇ σύν φόρμιγγι, λιπὼν ἕδος ἔνθα θάασσεν. »
( Ἀλλ᾿ ὁ Πάτροκλος μόνος ἀπέναντι ἐκάθητο ἐν σιωπῇ,
περιμένων τὸν Αἰακίδην, ὅποτε σταματίσῃ νά τραγουδᾷ.
Ἐκεῖνοι ἐβάδιζον ἔμπροσθεν, ἡγεῖτο δὲ ὁ θεϊκὸς Ὀδυσσεὺς,
ἐστάθησαν ὅμως ἔμπροσθεν αὐτοῦ· ἔκθαμβος ἀνωρθώθη ὁ Ἀχιλλεὺς
μαζί μέ τὴν φόρμιγγα, ἀφήνων τὸ σκαμνί ὅπου ἐκάθητο. )

Ὡς ἐπίσης εἰς τοὺς ἑπομένους στίχους ΙΛ. Κ 401 – 404 πάλι καταγράφεται τὸ πατρογονικὸν ἐπώνυμον τοῦ Ἀχιλλέως, δηλαδὴ Αἰακίδης ἐκ τοῦ υἱοῦ τοῦ Διὸς βασιλέως Αἰακοῦ.

ΙΛ. Κ 401 – 404
« ἦ ῥά νύ τοι μεγάλων δώρων ἐπεμαίετο θυμός,
ἵππων Αἰακίδαο δαΐφρονος· οἱ δ᾿ ἀλεγεινοὶ
ἀνδράσι γε θνητοῖσι δαμήκεναι ἠδ᾿ ὀχέεσθαι,
ἄλλῳ γ᾿ ἢ Ἀχιλῆϊ, τὸν ἀθανάτη τέκε μήτηρ. »

(Ἔ λοιπόν μεγάλα δῶρα ἐπόθησεν ἡ ψυχή σου,
τοὺς ἵππους τοῦ ἐμπειροπολέμου Αἰακίδου· μά ἐκεῖνοι δύσκολοι
ἀπό ἄνδρας θνητοὺς νά δαμασθοῦν καὶ νά ζευθοῦν,
ἐκτός ἀπό τὸν Ἀχιλλέα, τὸν ὁποῖον ἀθάνατη ἐγέννησε μητέρα.)

Ἐκ τοῦ κώδικος τοῦ ὀνόματος Graecia φαίνεται καθαρῶς ἡ προσπάθεια τῶν μεταγενεστέρων Ἑλλήνων γραμματικῶν, τῶν κατασκευαστῶν τῆς ἀγγλικῆς λεγομένης γλώσσης, οὕτως ὥστε τὸ νέον ὄνομα Greece νὰ εἶνε ὁμόηχον μὲ τὸ ἑλληνικὸν ὄνομα Γραικὸς ὡς πρὸς τὴν προφορὰν τοὐλάχιστον.
Ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν προφορὰν τοῦ ὀνόματος Greece – Γραίεκε μετέβαλον οἱ φωστῆρες εἰς Γκρίς, ἄνευ λόγου καὶ ἄνευ λογικῆς. Μάλιστα δὲ ἡ προφορὰ τῶν λεγομένων ἀγγλικῶν λέξεων καὶ ὀνομάτων εἶνε παράλογος, οὐδεὶς βεβαίως γνωρίζει διατὶ ὁ γραμματικὸς χαρακτήρ [ a ] φέρει ἠχητικὴν ἀξίαν [ ε ] καὶ διατὶ ὁ γραμματικὸς χαρακτήρ [ ο ] φέρει τὴν ἠχητικὴν ἀξίαν [ α ] ἢ καὶ ὁ χαρακτήρ [ i ] διατὶ φέρει τὴν ἠχητικὴν ἀξίαν [ α ] κ.ἄ. Ἐπ᾿ αὐτῶν οὐδεὶς κανὼν συνάδει μετὰ τῆς λογικῆς καὶ τῆς γραμματικῆς!
Τὸ ὄνομα Greece – Ἑλλὰς εἶνε κωδικοποιημένον ἐκ τῶν ὁμηρικῶν στίχων, ΙΛ. Β 681 – 685 καὶ ΙΛ. Η 226 – 228, οἵτινες ἀνεστηλώθησαν ἀνωτέρω κατὰ τὴν ἀποκωδικοποίησιν τοῦ ὀνόματος Graecia καὶ ἀπὸ τοὺς στίχους ΙΛ. Ι 190 – 194, ποὺ ἤδη προαναφέρομεν.

Greek. Ὁ Ἕλλην, ἑλληνικός (εἰς τὴν ἀγγλικήν).

Γραίεκ              Σελὶς Ο. Λ. Πανταζίδου            §
G γαῖα                              134                              2 
r ῥηξήνορος                   575
e Αἰακίδαο                       20                               2
e Ἑλλὰς                          206
k καλλιγύναιξ                 333 

«Ἡ γαῖα τοῦ ῥηξήνορος Αἰακίδου (Ἀχιλλέως) ἡ καλλιγύναιξ Ἑλλάς.»

Εἰς τὸ Πελασγικὸν Ἄργος (πεδιὰς Φθιώτιδος) εὑρίσκετο ἡ πόλις Ἑλλὰς τοῦ Ἀχιλλέως, ἡ φέρουσα τὸ ἐπίθετον καλλιγύναιξ.

ΙΛ. Β 681 – 685
«Νῦν αὖ τοὺς ὅσσοι τὸ Πελασγικὸν Ἄργος ἔναιον,
οἳ τ᾿ Ἄλον οἳ τ᾿ Ἀλόπην οἳ τε Τρηχῖνα νέμοντο,
οἵ τ᾿ εἶχον Φθίην ἠδ᾿ Ἑλλάδα καλλιγύναικα,
Μυρμιδόνες δὲ καλεῦντο καὶ Ἕλληνες καὶ Ἀχαιοί,
τῶν αὖ πεντήκοντα νεῶν ἦν ἀρχός Ἀχιλλεὺς.»

(Τώρα πάλιν ὅσοι ἐκατοίκεον εἰς τὸ Πελασγικὸν Ἄργος,
ἐκεῖνοι καί τὴν Ἄλον ἐκεῖνοι καὶ τὴν Ἀλόπην αὐτοὶ καὶ τὴν Τρηχῖνα νέμοντο
καὶ ἐκεῖνοι τὴν Φθίην εἶχον καὶ τὴν καλλιγύναικα Ἑλλάδα,
καὶ Μυρμιδόνες ἐκαλοῦντο καὶ Ἕλληνες καὶ Ἀχαιοί,
εἰς ἐκείνων πάλιν ἐπί τῶν πενῆντα νηῶν ἀρχηγός ἦτο ὁ Ἀχιλλεὺς.)

Ὁ Ἀχιλλεὺς ἤθελε νὰ λάβῃ σύζυγον ἐξ Ἑλλάδος καλλιγύναικος.

ΙΛ. Ι 393 – 397
«…«ἢν γάρ δὴ με σαῶσι θεοί καὶ οἴκαδ᾿ ἵκωμαι,
Πηλεὺς θήν μοι ἔπειτα γυναῖκά γε μάσσεται αὐτὸς.
πολλαὶ Ἀχαιΐδες εἰσὶν ἀν᾿ Ἑλλάδα τε Φθίην τε,
κοῦραι ἀρι¬στήων, οἵ τε πτολίεθρα ῥύονται,
τάων ἣν κ᾿ θέλωμι φίλην ποιήσομ᾿ ἄκοι¬τιν.»…»
(«Διότι ἄν μέ σώσουν οἱ θεοί καὶ οἴκαδ᾿ ἐπιστρέψω,
ὁ Πηλεὺς βεβαίως ἔπει¬τα γυναῖκα θά μοῦ εὕρῃ αὐτὸς.
Πολλαὶ Ἀχαιΐδες εἶνε ἀνά τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Φθίην προσέτι,
κόραι ἀρίστων οἵτινες τὰς πόλεις προστατεύουν,
ἐξ αὐτῶν ὅποια θέλω φίλην σύντροφον θά κάμω.»)

Τὸ ἐπώνυμον τοῦ Ἀχιλλέως ἦτο Αἰακίδης, ἤτοι ὁ ἀπόγονος τοῦ Αἰακοῦ τοῦ υἱοῦ τοῦ Διὸς καὶ τῆς νύμφης Αἰγίνης, δικαίου βασιλέως τῆς νήσου Αἰγίνης. Τὸ πατρογονικὸν ἐπώνυμον τοῦ ῥηξήνορος Ἀχιλλέως καταφράφεται κατωτέρω.

ΙΛ. Ι 190 – 194
« Πάτροκλος δὲ οἱ οἶος ἐναντίος ἧστο σιωπῇ,
δέγμενος Αἰακίδην, ὁπότε λήξειεν ἀείδων.
τὼ δὲ βάτην προτέρω, ἡγεῖτο δὲ δῖος Ὀδυσσεὺς,
στὰν δὲ πρόσθ᾿ αὐτοῖο· ταφὼν δ᾿ ἀνόρουσεν Ἀχιλλεὺς
αὐτῇ σύν φόρμιγγι, λιπὼν ἕδος ἔνθα θάασσεν. »

(Ἀλλ᾿ ὁ Πάτροκλος μόνος ἀπέναντι ἐκάθητο ἐν σιωπῇ,
περιμένων τὸν Αἰακίδην, ὅποτε σταματίσῃ νά τραγουδᾷ.
Ἐκεῖνοι ἐβάδιζον ἔμπροσθεν, ἡγεῖτο δὲ ὁ θεϊκὸς Ὀδυσσεὺς,
ἐστάθησαν ὅμως ἔμπροσθεν αὐτοῦ· ἔκθαμβος ἀνωρθώθη ὁ Ἀχιλλεὺς
μαζί μέ τὴν φόρμιγγα, ἀφήνων τὸ σκαμνί ὅπου ἐκάθητο.)

Ἅπαντες οἱ θεοὶ καὶ οἱ Ἕλληνες ἔφερον ἐπίθετα ὀνόματα. Ὁ μὲν Ζεύς, υἱὸς τοῦ Κρόνου, ἐλέγετο Κρονίδης. Ὁ δὲ ἀπόγονος τοῦ Αἰακοῦ ὁ Ἀχιλλεύς, ἐλέγετο Αἰακίδης καὶ ἐκ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ ἐλέγετο Πηλείδης καὶ Πηληιάδης. Ὅμως τὸ σπουδαιότερον ἐπίθετον τιμῆς, ποὺ ἐπ᾿ ἀξίως ἐκεῖνο ἔφερεν ὁ Ἀχιλλεύς ἦτο τὸ ἐπίθετον ῥηξήνωρ ἐκ τοῦ (ῥήγνυμι + ἀνήρ), ὁ διασπῶν φάλαγγας ἀνδρῶν.

ΙΛ. Η 226 – 228
«Ἕκτωρ, νῦν μὲν δὴ σάφα εἴσεαι οἰόθεν οἶος
οἷοι καὶ Δαναοῖσιν ἀριστῆες μετέασι,
καὶ μετ᾿ Ἀχιλλῆα ῥηξήνορα θυμολέοντα.»

(Ἕκτωρ, τώρα μὲν σαφῶς νά ἴδῃς ὁλομόναχος
ποῖοι μεταξύ τῶν Δαναῶν εἶνε ἄριστοι,
καὶ χωρίς τὸν λεοντόκαρδον ῥηξήνορα Ἀχιλλέα.)

Ντοβόρης Ἀριστοτέλης

(Visited 43 times, 1 visits today)




Leave a Reply