Ἡ μυθιστορηματικὴ …«διάσωσις» τοῦ ἑλληνικοῦ χρυσοῦ.

Ἡ μυθιστορηματικὴ διάσωσις τοῦ ἑλληνικοῦ χρυσοῦ.«…Οι πληροφορίες για την περιπετειώδη διάσωση του ελληνικού χρυσού σταματούν στην Πραιτώρια και στις ευχαριστίες των ελληνικών αρχών «πρὸς τὸν ὑπέροχον Κυβερνήτην τῆς Νοτίου Ἀφρικῆς στρατάρχην Γιὰν Σμᾶτς, διὰ τὴν βοήθειάν του καὶ τὰ φιλελληνικὰ αἰσθήματά του»….
Είναι πολύ γνωστές, άλλωστε, οι στενές σχέσεις του με την βασιλική αυλή και ειδικά την Φρειδερίκη …

Πώς και πότε από εκεί μετεφέρθη στο Λονδίνο, όπου από τα τέλη Σεπτεμβρίου 1941 είχε εγκατασταθεί ο βασιλιάς Γεωργίος Β και η εξόριστη κυβέρνηση παραμένει… κρατικό μυστικό! Μέχρι τον προηγούμενο Φεβρουάριο ακόμη δεν ξέραμε ότι μέρος του παραμένει ακόμη εκεί για «ιστορικούς λόγους».
Εντύπωση προκαλεί ακόμη και σήμερα ότι η μεταφορά του χρυσού, τουλάχιστον από την Αλεξάνδρεια ως το Ντουρμπάν, δεν ασφαλίστηκε. Την παράλειψη οι αρμόδιοι προσπάθησαν να τη διασκεδάσουν μεταπελευθερωτικά. Γλυτώσαμε, έλεγε ο Μαντζαζίνος 500.000 λίρες (τόσο υπολογίζονταν τ΄ ασφάλιστα)! Για σύγκριση η αξία του χρυσού, μαζί με τα συναλλαγματικά αποθέματα της ΤτΕ υπολογίζονταν σε 37 εκατ. λίρες. Η αποδέσμευση του χρυσού από την Τράπεζα της Αγγλίας, έγινε τμηματικά μετά την απελευθέρωση και ένα μέρος του, κάτω από δυσδιάκριτες συνθήκες, βρίσκεται το 1946 στην κεντρική αμερικανική τράπεζα….»

Ιστορία | Η μυθιστορηματική διάσωση του ελληνικού χρυσού το ’41

Του Τάκη Κατσίμαρδου

Στην Σούδα ο χρυσός μεταφορτώνεται στο βρετανικό καταδρομικό «Διδώ», με προορισμό την Αλεξάνδρεια. «Μόνον ἕν κιβώτιον, ἐνᾦ μετεφέρετο, ἔσπασε καὶ τὸ κῦτος ἐγέμισεν ἀπὸ χρυσᾶς λίρας…. Ὅλαι αἱ χρυσαῖ λῖραι εὑρέθησαν ἐκτὸς μίας…»

Συμπληρώνονται εβδομήντα χρόνια από την ναζιστική εισβολή, την έναρξη της τριπλής φασιστικής κατοχής της χώρας, την δήλωση του τόπου και τις αρπαγές από Γερμανούς, Ιταλούς και Βουλγάρους. Το μόνο που διασώθηκε τότε από την κινητή ελληνική περιουσία ήταν τα κρατικά αποθέματα χρυσού. Η Ελλάδα, παραδόξως, ήταν η μοναδική κατεχόμενη χώρα που γλύτωσε τα «καλύμματά» της σε χρυσό, όπως έλεγαν τότε. Με αρωγό περισσότερο την τύχη, παρά την προνοητικότητα και οργάνωση. Η επιχείρηση φυγαδεύσεως ήταν πρόχειρη και ανεύθυνη στις συνθήκες αποσυνθέσεως και ηττοπάθειας της πολιτικοστρατιωτικής ηγεσίας.

Η μεταφορά από το θησαυροφυλάκιο της Τραπέζης της Ελλάδος πριν από την εισβολή των Γερμανών στην χώρα (6 Απριλίου 1941) και η διάσωση υπήρξε μυθιστορηματική. Με φορτηγά, τανκ, σκάφη κάθε είδους, εν μέσω βομβαρδισμών και βαγόνια μεταφέρθηκαν 17 τόνοι χρυσού από την Αθήνα και τον Πειραιά, μέσω Κρήτης και Αιγύπτου, στην Ν. Αφρική.

Ἡ μυθιστορηματικὴ διάσωσις τοῦ ἑλληνικοῦ χρυσοῦ.2

Σύμφωνα, με την μαρτυρία, του υποδιοικητή της ΤτΕ τότε Γ. Μαντζαβίνου (κατείχε την θέση από το 1936, με διοικητή τον Γ. Βαρβαρέσο) η φυγάδευση πραγματοποιήθηκε σε πέντε φάσεις:

Η ΤτΕ αρχίζει την προετοιμασία όταν «ἔγινε κατάδηλος ἡ πρόθεσις τῆς Γερμανίας νὰ βοηθήσῃ τὴν Ἰταλίαν εἰς τὸν ἀγῶνα ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος».
Την Καθαρά Δευτέρα του 1941 το χρυσάφι (ράβδοι και νομίσματα) συσκευασμένο σε κιβώτια μεταφέρεται, με άκρα μυστικότητα, από την Αθήνα στον Πειραιά. Εκεί φορτώθηκε στα αντιτορπιλικά «Β. Γεώργιος» και «Β. Ολγα». Αποθηκεύτηκε στο υποκατάστημα της ΤτΕ στο Ηράκλειο σε «αρκετά ασφαλή χρηματοκιβώτια».

Στην Πραιτώρια

Όταν διαγράφεται «ὡς ἐπικείμενη ἡ κατάληψις τῆς Κρήτης ὑπὸ τῶν Γερμανῶν» η διοίκηση της ΤτΕ (είχε εγκατασταθεί μαζί με τον βασιλιά και την κυβέρνηση Τσουδερού στα Χανιά από τις 23 Απριλίου) απεφάσισε ότι «ὁ χρυσὸς ἔπρεπε νὰ μεταφερθῇ ἀπὸ τὸ Ἡράκλειον εἰς τὴν Πραιτώριαν».
Φορτώθηκε στο αγγλικό ρυμουλκό «Σάλβυα» με προορισμό την Σούδα. «Ὅταν ἐξεκίνησε τὰ στοῦκας ἐπετέθησαν ἐναντίον του… Ὁ κυβερνήτης κατώρθωσε μὲ τὰ μικρά του ἀντεροπυρικὰ πολυβόλα, νὰ καταῤῥίψῃ δύο ἀπὸ τὰ γερμανικὰ ἀεροπλάνα. Ὑπὸ συνεχῆ συναγερμὸν καὶ μὲ τὸν χρυσὸν εἰς τὸ κατάστρωμα, ἔφθασεν τέλος εἰς τὴν Σοῦδαν».

Ο χρυσός εκεί μεταφορτώνεται (21-22 Μαΐου) στο βρετανικό καταδρομικό «Διδώ», με προορισμό την Αλεξάνδρεια. Πάλι «ὑπὸ συνεχῇ συναγερμὸνν καὶ βομαρδισμὸν τῶν στοῦκας… μὲ ἀπιστεύτως νευρικὸν ρυθμόν. Εὐτυχῶς, ἡ μεταφορὰ ἔγινε στὰ κύτη χωρὶς καμμίαν ζημίαν. Μόνον ἕν κιβώτιον, ἐνᾦ μετεφέρετο, ἔσπασε καὶ τὸ κῦτος ἐγέμισεν ἀπὸ χρυσᾶς λίρας…
Ὅλαι αἱ χρυσαῖ λῖραι εὑρήθησαν (ἐνᾦ τὸ πλοῖον ἔπλεεν πρὸς τὴν Ἀλεξάνδρειαν). Ἐκτὸς μίας…»

Στην Αλεξάνδρεια ο χρυσός φυλάσσεται στην κεντρική αιγυπτιακή τράπεζα και ύστερα από δυο-τρεις μήνες αποφασίζεται να μεταφερθεί στην Ν. Αφρική. «Τὸν ἐτοποθετήσαμεν εἰς φορτηγὰ αὐτοκίνητα καὶ ὑπὸ τῇ συνοδείᾳ τάνκς, τὸν μετεφέραμε, μέσῳ τῆς ἐρήμου εἰς τὸ Σουέζ. Ἐκεῖ ἐφορτώθη εἰς ἐπίτακτον (ἐπιταγμένον) ἐμπορικὸν πλοῖον…. Μετεφέρθη εἰς  Durban τῆς Νοτίου Ἀφρικῆς….»
Ηταν ένα ταξίδι μακρύ και επίπονο με πολλές στάσεις.

Στο Ντουρμπάν «ἐφορτώθη εἰς εἰδικὴν ἀμαξοστοιχίαν» για να καταλήξει στο Γκέρμιστον. Εκεί ο χρυσός ελέγχθηκε και μετετράπη σε ράβδους, με την επίβλεψη της νοτιοαφρικανικής εκδοτικής τραπέζης. «Ὁ μεταφερθεὶς χρυσὸς ἀπετελεῖτο ἀπὸ διάφορα χρυσᾶ νομίσματα, ὡς καὶ ἀπὸ ῥάβδους, ποὺ εἶχαν προέλθη ἀπὸ τῆξιν εἰς τὴν Ἑλλάδα χρυσῶν ἀντικειμένων, ἦτο ἀνάγκη νὰ μετατραπῇ εἰς ὁμοειδεῖς ῥάβδους, ποὺ νὰ περιέχουν τὸν κεκανονισμένον βαθμὸν καθαρότητος».  Οι απώλειες ήταν περίπου 60 κιλά…

Οι νέοι ράβδοι τοποτέθηκαν, τελικά, στα χρηματοκιβώτια Κεντρικής Τραπέζης Ν. Αφρικής στην Πραιτώρια. Η διοίκηση της ΤτΕ, όπως ο βασιλιάς και η κυβέρνηση όλο αυτό το διάστημα (Απρίλιος – Αύγουστος 1941), ακολουθούσαν την διαδρομή του χρυσού. Έφθαναν στον τόπο προορισμού τους λίγο αργότερα ή νωρίτερα.

Στον Ινδικό χωρίς ασφάλιστρα για… οικονομία!

Οι πληροφορίες για την περιπετειώδη διάσωση του ελληνικού χρυσού σταματούν στην Πραιτώρια και στις ευχαριστίες των ελληνικών αρχών «πρὸς τὸν ὑπέροχον Κυβερνήτην τῆς Νοτίου Ἀφρικῆς στρατάρχην Γιὰν Σμᾶτς, διὰ τὴν βοήθειάν του καὶ τὰ φιλελληνικὰ αἰσθήματά του». Είναι πολύ γνωστές, άλλωστε, οι στενές σχέσεις του με την βασιλική αυλή και ειδικά την Φρειδερίκη …

Πώς και πότε από εκεί μετεφέρθη στο Λονδίνο, όπου από τα τέλη Σεπτεμβρίου 1941 είχε εγκατασταθεί ο βασιλιάς Γεωργίος Β και η εξόριστη κυβέρνηση παραμένει… κρατικό μυστικό! Μέχρι τον προηγούμενο Φεβρουάριο ακόμη δεν ξέραμε ότι μέρος του παραμένει ακόμη εκεί για «ιστορικούς λόγους».
Εντύπωση προκαλεί ακόμη και σήμερα ότι η μεταφορά του χρυσού, τουλάχιστον από την Αλεξάνδρεια ως το Ντουρμπάν, δεν ασφαλίστηκε. Την παράλειψη οι αρμόδιοι προσπάθησαν να τη διασκεδάσουν μεταπελευθερωτικά. Γλυτώσαμε, έλεγε ο Μαντζαζίνος 500.000 λίρες (τόσο υπολογίζονταν τ΄ ασφάλιστα)! Για σύγκριση η αξία του χρυσού, μαζί με τα συναλλαγματικά αποθέματα της ΤτΕ υπολογίζονταν σε 37 εκατ. λίρες. Η αποδέσμευση του χρυσού από την Τράπεζα της Αγγλίας, έγινε τμηματικά μετά την απελευθέρωση και ένα μέρος του, κάτω από δυσδιάκριτες συνθήκες, βρίσκεται το 1946 στην κεντρική αμερικανική τράπεζα.

Μια άγνωστη αφήγηση
Η αφήγηση για την διάσωση του χρυσού ανήκει στον υποδιοικητή της ΤτΕ Γ. Μαντζαβίνο. Έγινε γνωστή το 1947, με την έκθεση του ίδιου (διοικητής τότε της τραπέζης στην γενική συνέλευση των μετόχων για τους ισολογισμούς της περιόδου 1941-46.

Για την μεταφορά του από την Σούδα έως την Αλεξάνδρεια υπάρχει, όμως, και μια διήγηση από τον καπετάνιο του αγγλικού καταδρομικού, που τον μετέφερε.

Σύμφωνα μ΄ αυτήν, κι όπως δημοσιεύτηκε, αμέσως μετεδόθηκ τις μέρες απελευθερώσεως της Ελλάδος από το Ρόιτερ, το «ταξίδι» ήταν ακόμη πιο περιπετειώδες. Ο κυβερνήτης του «Διδώ», Ντίκινσον, αφηγείται σε δημοσιογράφο του πρακτορείου ότι κατά την παραλαβή του φορτίου στην Σούδα τα γερμανικά στούκας έκαναν ελιγμούς και βομβάρδιζαν την περιοχή. Τα κιβώτια με το χρυσάφι σκορπίστηκαν επάνω στο σκάφος.

Μόνο όταν έφθασε το πλοίο στην Αλεξάνδρεια έγινε έλεγχος του φορτίου. Τότε ένα κιβώτιο βρέθηκε στο εστιατόριο των αξιωματικών, άλλο μαζί μ΄ ένα μεγάλο κομμάτι κρέας στην καμπίνα του σιτιάρχη, τρίτο κάτω από κρεββάτι στον θάλαμο ασθενών. Ένα ακόμη είχε ριχθεί στην αποθήκη, άνοιξε, και το περιεχόμενο σκορπίστηκε στο κατάστρωμα. Οι λίρες που περιείχε μαζεύτηκαν με σκούπα…

Σύμφωνα με εκείνη την δυσεύρετη μαρτυρία του κυβερνήτη «ήταν μια δύσκολος περίσταση. Βόμβες έπεφταν γύρω μας. Πήραμε το σήμα: μπείτε στο λιμάνι και φορτώστε τον χρυσό. Πράγματι βρήκαμε μεγάλα και βαρειά κιβώτια χρυσού, τα οποία έπρεπε να μεταφερθούν στην Αίγυπτο. Αποφασίσαμε να τα τοποθετήσουμε σε μια αποθήκη της πρώρας. Ενώ όμως την ανοίγαμε, δεχθήκαμε νέα επιδρομή εχθρικών αεροπλάνων. Οι ναύτες μας εγκατέλειψαν τα κιβώτια και έσπευσαν στις θέσεις τους για να τ΄ αντιμετωπίσουν…».

Ο Άγγλος καπετάνιος τελείωνε την αφήγησή του λέγοντας: «Μόνον όταν φθάσαμε στην Αλεξάνδρεια και βρήκαμε τα φορτηγά που μας περιμέναναν στην ακτή, ασχοληθήκαμε με το πολύτιμο φορτίο. Παραλία… Μόνον δυο λίρες είχαν χαθεί!».

ἡμερησία

 Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΥ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΤΟ 1940Ἡ μυθιστορηματικὴ ...«διάσωσις» τοῦ ἑλληνικοῦ χρυσοῦ.3

Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΥ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Ήδη από τις αρχές Απριλίου 1941, και εφόσον διαφαίνεται η ήττα της χώρας, η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤΕ) έλαβε εντολή να αρχίσει τις προετοιμασίες για να ακολουθήσει την κυβέρνηση με τα αποθεματικά της προς «εδάφη που δεν έχουν καταληφθεί».
 Σύμφωνα με στοιχεία που έχουν έρθει στην δημοσιότητα, το ολικό φορτίο του αποθέματος της Ελλάδος ανήρχετο σε 611.000 ουγκιές χρυσού (περίπου 17,4 τόνους) σε μορφή ράβδων και λιρών.

Η εντολή για την μεταφορά ήρθε με την είδηση της διασπάσεως από τους Γερμανούς της αμυντικής γραμμής Ολύμπου-Τεμπών. Το απόθεμα της χώρας σε χρυσό μετεφέρθη με άκρα μυστικότητα και φορτώθηκε στα αντιτορπιλικά «Βασιλεύς Γεώργιος» και «Βασίλισσα Όλγα», τα οποία απέπλευσαν για το Ηράκλειο της Κρήτης, όπου το πολύτιμο φορτίο θα φυλασσόταν στο τοπικό υποκατάστημα της ΤΕ. Η αποστολή συνοδεύτηκε από τους Βαρβαρέσο και Μαντζαβίνο, διοικητή και υποδιοικητή αντίστοιχα της ΤΕ, καθώς και τρεις ανωτέρους διοικητικούς υπαλλήλους.
Με την έναρξη της επιχειρήσεως Mercur ελήφθη η απόφαση, ο χρυσός να μεταφερθεί στην Αίγυπτο. Εν μέσω επιθέσεων από βομβαρδιστικά του εχθρού, φορτώθηκε σε ένα βοηθητικό σκάφος του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού, την κορβέτα «Salvia» (K97) με προορισμό τον κόλπο της Σούδας, όπου ανέμενε το βρετανικό καταδρομικό «Dido» (37) για να αναλάβει την μεταφορά του χρυσού στην Αλεξάνδρεια.

Φθάνοντας εκεί, οι ιθύνοντες αντελήφθησαν την κρισιμότητα της καταστάσεως, καθόσον το λιμάνι βρισκόταν υπό συνεχείς επιθέσεις βομβαρδιστικών καθέτου εφορμήσεως (Ju-87B Stuka),
τα οποία με τις εύστοχες βολές τους προκαλούσαν τον όλεθρο στα συναθροισμένα συμμαχικά σκάφη.
 Φοβούμενος για την απώλεια του πλοίου του, ο κυβερνήτης του «Dido» πλοίαρχος Μακ Κολ, ανέμενε το πολύτιμο φορτίο με τις μηχανές αναμμένες και το σκάφος έτοιμο για άμεση αναχώρηση. Η
μεταφορά του χρυσού ολοκληρώθηκε με επιτυχία, και το σκάφος απέπλευσε με ταχύτητα προς την Αίγυπτο. Σύμφωνα με την μαρτυρία του Γεωργίου Μαντζαβίνου, κατά την μεταφορά, ένα από τα κιβώτια έπεσε στο κατάστρωμα του σκάφους με αποτέλεσμα αυτό να γεμίσει με χρυσές λίρες.
Παρ’ όλα αυτά, στην διαδρομή αυτές βρέθηκαν όλες, εκτός από μία!

Το καταδρομικό «Dido» έφθασε αυθημερόν στην Αλεξάνδρεια και από εκεί ο χρυσός μετεφέρθη  για φύλαξη στην Τράπεζα της Αιγύπτου, στο Κάιρο. Όμως, μετά από σειρά επιτυχιών του στρατάρχη Ρόμελ στην Κυρηναϊκή, διεφάνη ότι και εκεί ακόμα τα αποθεματικά της Ελλάδος ήταν ανασφαλή. Το ίδιο διάστημα, ο Γεώργιος Β΄θα άφηνε την Αίγυπτο, για να καταλήξει στο Λονδίνο μέσω Νοτίου Αφρικής (η υπόλοιπη βασιλική οικογένεια–αδελφή Αικατερίνη, αδελφός Παύλος με την σύζυγο Φρειδερίκη και τα δύο παιδιά τους– θα έμεναν στην Νότια Αφρική έως το 1944).

Όχι τυχαία, ο χρυσός ακολουθεί τρόπον τινά τον βασιλιά και φθάνει στο Germiston, Transvaal της Νοτίου Αφρικής όπου και αποφασίζεται οι χρυσές λίρες να μετατραπούν σε ράβδους χρυσού. Μετά από σύντομη αποθήκευση στην Τράπεζα της Νοτίου Αφρικής (South Africa Reserve Bank), το φορτίο μετεφέρθη στο Λονδίνο, όταν κρίθηκε ότι αυτό πλέον δεν απειλείτο πλέον από τους Γερμανούς.

Μετά την απελευθέρωση, όταν η ελληνική κυβέρνηση ζήτησε την επιστροφή του ελληνικού αποθεματικού σε χρυσό από την Βρετανία, δέχτηκε με έκπληξη την απάντηση ότι «αυτό είχε χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη των εξόδων του Ελληνικού Στρατού Μέσης Ανατολής, και ότι το Στέμμα δεν όφειλε τίποτε στην Ελλάδα».
 Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι από την 9η Μαρτίου του 1942, η βρετανική κυβέρνηση είχε υπογράψει συμφωνία με την ελληνική, σύμφωνα με την οποία αυτή ανελάμβανε όλα τα έξοδα εξοπλισμού και διατροφής των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων (που τελούσαν άλλωστε υπό τις διαταγές του βρετανικού στρατηγείου Μέσης Ανατολής).
 Ως εκ τούτου, οι όποιες αιτιάσεις των Βρετανών στερούντο νομικής βάσεως. Από την άλλη  πλευρά όμως, και η ελληνική  κυβέρνηση (έτη 1945-1946) έβρισκε στην Βρετανία την μόνη σύμμαχο χώρα με δυνατότητα βοήθειας για την αντιμετώπιση των πλείστων εσωτερικών προβλημάτων που αυτή αντιμετώπιζε, σχετικά με την αποκατάσταση της τάξεως (πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής) στην πρόσφατα απελευθερωμένη Ελλάδα.
 Γίνεται λοιπόν εύκολα αντιληπτό πως η διαπραγματευτική θέση της χώρας ήταν μάλλον αδύνατη. Δεν είναι εύκολο να υπολογιστεί τι μέρος των αποθεμάτων χρυσού της ΤΕ επεστράφη τελικά στην Ελλάδα. Ενδεχομένως, κάποιες χρυσές λίρες από το αρχικό φορτίο να κατέληξαν στους Έλληνες αντάρτες (οι Βρετανοί τις μοίραζαν απλόχερα κατά τη περίοδο 1942-1943). Γεγονός είναι ότι μέρος αυτού χρησιμοποιήθηκε ως ενέχυρο για την παροχή δανείου 2 εκατομυρίων λιρών από την Βρετανία για την πλήρωση αναγκών της πρώτης μεταπολεμικής ελληνικής κυβερνήσεως.

Πάντως, κατά την δεκαετία του 1950, υπήρξαν αναφορές για ράβδους χρυσού στην ΤΕ με την βασιλική βρετανική σφραγίδα, γεγονός που υποδηλώνει ότι μέρος τουλάχιστον αυτού επεστράφη. Σήμερα, το απόθεμα της Ελλάδος σε χρυσό ανέρχεται σε περίπου 117 τόνους, μέρος των οποίων φυλάσσεται στο Λονδίνο (Bank of England) και στις ΗΠΑ (US Federal Reserve).

Η ΤΡΙΠΛΗ ΚΑΤΟΧΗ
Στις αρχικές διακηρύξεις τους προς τον ελληνικό λαό, οι Γερμανοί διετείνοντο ότι δεν αντιμετώπιζαν τους Έλληνες εχθρικά, αλλά, αντιθέτως, σέβονταν και θαύμαζαν τον ελληνικό πολιτισμό. Εξηγούσαν δε ότι βρίσκονταν στην Ελλάδα ούτως ώστε να εκδιώξουν τους Βρετανούς, για το καλό της Ευρώπης.

Βέβαια, η πραγματικότητα ήταν διαφορετική.
 Η Θράκη και μέρος της Μακεδονίας πέρασαν στην Βουλγαρία, ενώ η υπόλοιπη χώρα στον έλεγχο της Ιταλίας. Οι Γερμανοί κράτησαν την Θεσσαλονίκη και τις γύρω περιοχές, τα σύνορα με την Τουρκία στον Έβρο, την Αττική, την Κρήτη και ορισμένα νησιά του Β. Αιγαίου (αργότερα, αυτά θα χρησιμοποιούντο ως διαπραγματευτικό χαρτί στις διαβουλεύσεις για την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο, στην πλευρά του Άξονος).
Ευρισκόμενοι στις παραμονές της επιχειρήσεως Barbarossa –της επιθέσεως στην Σοβιετική Ένωση– οι Γερμανοί αφήνουν ως δυνάμεις κατοχής στην Ελλάδα το XVIII Ορεινό Σώμα Στρατού (5η Μεραρχία Κρήτη, 6η Μεραρχία Αθήνα), μία μεραρχία πεζικού (164η Θεσ/νίκη και Αιγαίο) και ένα σύνταγμα πεζικού (125 Θεσ/νίκη).
Τα προβλήματα εμφανίζονται άμεσα.
 Οι Βούλγαροι, εάν και είχαν υπό την κατοχή τους μόνο το 11% του ελληνικού πληθυσμού, η κατοχική τους ζώνη περιελάμβανε εκτάσεις όπου παραγόταν στην Ελλάδα το 40% του σιταριού, το 60% της σικάλεως και το 50% των οσπρίων.
 Σημειώνεται ότι, ούτως ή άλλως, προπολεμικά η γεωργική παραγωγή στην Ελλάδα δεν κάλυπτε τις ανάγκες του πληθυσμού – από τους 1.400.000 τόνους δημητριακών που καταναλώνονταν, οι 400.000 καλύπτονταν με εισαγωγές.
 Παράλληλα, οι Γερμανοί επιτάσσουν για τις ανάγκες της Wehrmacht πολλά βοοειδή και χοιροειδή (εκτός των αναγκών τους, δρούσαν και βάσει μελετών που απεδείκνυαν ότι δίαιτες βασιζόμενες σε πολύ χαμηλά ποσοστά πρωτεϊνών, ηρεμούν τους ανθρώπους και κάμπτουν την διάθεση τους για αντίσταση).

Την ίδια στιγμή, οι Βρετανοί επιβάλλουν ναυτικό αποκλεισμό στην Ελλάδα, μη επιτρέποντας την παροχή της όποιας ανθρωπιστικής βοήθειας προς τον δοκιμαζόμενο ελληνικό λαό, αποσκοπώντας στην δημιουργία κλίματος αντιδράσεως προς τον κατακτητή.
Το σκηνικό έχει πλέον στηθεί και περιμένει ο δύσκολος χειμώνας 1940-1941 για να αρχίσει το δράμα εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων.
 Ο πέλεκυς πέφτει βαρύς, κυρίως στις αστικές περιοχές. Υπολογίζεται ότι στην Αθήνα μόνο πέθαναν από την ασιτία περισσότεροι από 50.000 κατά την διάρκεια του χειμώνα του 1940-1941.
 Από την άνοιξη του 1941 οι Βρετανοί πείθονται να άρουν τον αποκλεισμό, και τα πρώτα πλοία με σιτηρά και άλλα εφόδια φθάνουν στον Πειραιά.
 Αξιοσημείωτη είναι η βοήθεια που προέρχεται από την Τουρκία (πρωτίστως το ελληνικό στοιχείο της Πόλεως) που έφθανε στην Ελλάδα μέσω του πλοίου της Ερυθράς Ημισελήνου «Kurtulus», το οποίο βυθίστηκε τον Φεβρουάριο του 1942, έχοντας όμως ολοκληρώσει πέντε αποστολές από την Κωνσταντινούπολη στον Πειραιά. Ο Ερυθρός Σταυρός εκτίμησε μεταπολεμικά τον συνολικό αριθμό θανάτων από ασιτία στην Ελλάδα σε 250.000 κατά την περίοδο 1941-1944

πηγή

(Visited 59 times, 1 visits today)




Leave a Reply