Ἀπὸ τὴν Ὀρθοέπεια στὴν Καλλιέπεια (α)

Ἀπὸ τὴν Ὀρθοέπεια στὴν Καλλιέπεια (α)Από την Ορθοέπεια στην Καλλιέπεια:
Φωνή και Λόγος, μορφήματα και φωνήματα, γλώσσα και γραφή (1)

 

Πλούσιες και πτωχές γλώσσες: η ανησυχία της γλωσσικής πτωχείας, ή εκπτωχεύσεως (1/3)

Είναι σαφές γιατί οι πλείστοι μας είμαστε πτωχότεροι του κ. Σιακόλα, ή του κ. Λεπτού: έχουν περισσότερα χρήματα.

Μιλούμε, όμως, και για τον γλωσσικό πλούτο, κι εξ αναλογίας για πλούσιες και λιγότερο πλούσιες γλώσσες.
Συχνά χωρίς τεκμηριωμένα επιχειρήματα, και χωρίς την άδεια, σήμερα, της «value free» επιστήμης να χρησιμοποιούμε αξιολογικές διακρίσεις στην αποτίμηση γλωσσών:
«Δεν υπάρχουν καλλίτερες και χειρότερες γλώσσες», θα σας διορθώσουν οι επιστήμονες, καταγγέλλοντας μάλιστα στην ιδεολογικά και πολιτικά φορτισμένη Ελλάδα (όπου, άλλωστε όλα εξαργυρώνονται πολιτικά) τους «νεο-αρχαϊσμούς» (να προσεχθεί το οξύμωρον) ή τις «υπερδιορθώσεις» ως έκφραση νεοσυντηρητισμού, αυταρχισμού ή εθνικιστικού παροξυσμού.

Η τάση όμως, όσο «άκριτη», υπάρχει και, ψέξατε τα τεράστια λεξικά του Δημητράκου ή του Σταματάκου, ή πάλι τα ακίνητα του Σιακόλα, τα κριτήρια είναι ποσοτικά: μια πλούσια γλώσσα είναι η γλώσσα με πολλές λέξεις, με λεξικολογικό πλούτο.
Αν όμως αξιολογούμε μια γλώσσα ως τον πλούτο των λέξεων, συνεπάγεται τούτο ότι γλώσσα είναι το σύνολο των λέξεων;
Κι αν οι λέξεις χρησιμοποιούνται για να δηλώνουν, ή αναφέρονται στα πράγματα, υπάρχουν γλωσσικές κοινωνίες με περισσότερα πράγματα, ή γλώσσες με περισσότερες λέξεις για τα ίδια πράγματα, πχ πολλά συνώνυμα; Ή, οι λέξεις δημιουργούν αντίστοιχα πράγματα, διαιρώντας τον κόσμο ακριβέστερα κι αναγνωρίζοντας σ’ αυτόν περισσότερα όντα και καταστάσεις, είτε υλικά, «πραγματικά», δέδτρα, σπίτια κι ηλεκτρόνια, είτε αφηρημένες έννοιες, λεπτότης, αρετή, εμβρίθεια, λέξεις που εκλαμβάνονται να εκφράζουν μια περισσότερο εκλεπτυγμένη – πολιτισμένη αντίληψη του κόσμου του ανθρώπου που αντικατοπτρίζεται στον πλούτο της γλώσσης του.

Θα σας περιέπλεκα τα πράγματα με φιλοσοφικές προβληματικές της σχέσεως της σημασιολογίας των φυσικών γλωσσών (semantics of natural languages) με αυτή των τεχνικών ή επιστημονικών γλωσσών, πχ του επιστημονικού ρεαλισμού (scientific realism): υπάρχουν τα «κβάντα», στα οποία αναφέρεται ο επιστημονικός όρος ή είναι μια «υποθετική έννοια» που συνεπάγεται μια επιστημονική θεωρία;

Ο φόβος της «λεξιπενίας»

Ο συγκριτικός όρος «περισσότερο» επιμένει, και μαζί του η ποσοτική αντίληψη της γλώσσης, σαν κασέλας με λέξεις, το θησαυροφυλάκιο του Σκρουτζ μακ Ντάκ. Μαζί κι ο φόβος της γλωσσικής «εκπτωχεύσεως» των καιρών μας, κάτι αντίστοιχο του μύθου των γενεών: χρυσή, αργυρά και μπρούτζινη, και «τα παιδιά στις καφετέριες που χρησιμοποιούν λεξιλόγιο μόνο πεντακοσίων λέξεων».
Ποσοτικές αποτιμήσεις που υποδηλούν περισσότερο διαδεδομένους «αστικούς μύθους» – σε ποιά επιστημονική στατιστική αναφέρεστε;
Σε ποιο επιστημονικά τεκμηριωμένο κριτήριο θα αναφερόταν η σύγκριση ότι «η ελληνική είναι πλουσιώτερη της αγγλικής»;
Πώς θα μεταφραζόταν η «αύρα», οι γλωσσικές συμπαραδηλώσεις του αγγλικού όρου της αργκό «poontang», που αφήνομε αμετάφραστο, διότι …διαβάζουν και κυρίες;

Προσέξτε την απαρίθμηση όρων της αγγλικής για το ειρωνικό σκώμμα, στην μονογραφία του D. C. Muecke, για την Ειρωνεία (σειρά: Η Γλώσσα της Κριτικής, αρ. 10, μτφ Κώστα Πύρζα 1974), σ. 28-9, (β´επανέκδ., 2001): fleer, flout, gibe, jeer, mock, scoff, scorn, taunt ( καγχάζω, κοροϊδεύω, σαρκάζω, περιγελώ, εμπαίζω, χλευάζω, περιφρονώ, προσβάλλω), ενώ, σημειώνει ο ειρωνολόγος, μετά τον 17o αιώνα χρησιμοποιήθηκαν πιο πλατιά οι λέξεις rally, banter, smoke, roast και quiz: σκώπτω, αστειεύομαι, εξαπατώ, πειράζω και κοροϊδεύω. Δεκατρείς παραλλαγές συνωνύμων σε μια ειρωνεία, ουκ ολίγες για να… ειρωνευτούν «εμπαιγμούς» για αγγλικές λεξιπενίες, ακόμη και σε μια ανθοπώλιδα του Covent Garden, Professor Hick!

Παραμένει σταθερός ο αριθμός των λέξεων μιας γλώσσης ή τον αλλάζει η λεξιπαραγωγή, τα λεξιδάνεια από άλλες γλώσσες ή η έκπτωση από την γλωσσική χρήση; Πόσες από τις λέξεις των Ειδυλλίων του Θεοκρίτου ή του Ομήρου θα αναγνώριζαν σήμερα οι φυσικοί ομιλητές της ελληνικής, έστω «στις αμμουδιές του Ομήρου», και ποιά η έννοια μιας ελληνικής πέραν από τους φυσικούς ομιλητές της;
Είναι πιο καλαίσθητο το «απέπτησαν» του Ομήρου για τις ψυχές από το «τα έφτυσαν» της αργκό ή το «φτιούσαν» του Βάρναλη;
Θέλγει η συνήχηση του «χύντο χαμαί χολάδες» του Ομήρου, αλλά δεν απωθεί η εικόνα της αναφοράς της εκφράσεως, ή απωθεί λιγότερο από το ρεμπετοειδές «του πέταξε τα έντερα έξω»; Σε τί είναι αισθητικά πιο αποδεκτό το επίθημα «-ύλλιον» των υποκοριστικών παραγώγων, πχ, δενδρύλλιον, δασύλλιον, από το καταληκτικό επίθημα -άκιας, φλιπεράκιας, μπιλιαρδάκιας;

Τί αντιπροσωπεύει, λοιπόν, στα μάτια της γλωσσολογικής επιστήμης και της κοινωνιογλωσσολογίας ο φόβος της ‘λεξιπενίας’; Είναι απλά θέμα της ‘κοινωνιογλωσσίας’ και υφερπουσών κατηγοριών ελιτισμού, κοινωνικής διαστρωμάτωσης και αυταρχισμού ή εμπλέκονται αντικειμενικές αξιολογήσεις; Τί σημαίνει για τους χρήστες του ο όρος και πόσο δικαιολογημένος, ως αξιολογικός απορριπτισμός κι απαισιοδοξία μπορεί να είναι; Προσθέτει, εμπλουτίζει ή φτωχαίνει την γλώσσα η δημοτικιστική ακρότητα του Ψυχάρη να μετονομάσει το περιοδικό ‘Τέχνη’ σε …Μαστοροσύνη; (προσοχή: όχι ‘μαστουρωσύνη’)

Η γλώσσα ως γραμματική ικανότητα – Chomsky κι οι μετασχηματιστές …στην μπρίζα

Στον Chomsky και την γενετική μετασχηματιστική (generative transformational) επαναστασή του – παρέμεινε και στα πολιτικά ακτιβιστής επαναστάτης – οφείλουμε την πληρέστερη θεωρία του πώς η γλώσσα δεν είναι μια δεδομένη κασέλα λέξεων αλλά μια έμφυτη ικανότητα παραγωγής καταληπτού λόγου από τους φυσικούς ομιλητές μιας γλώσσης. Δεν είναι ενεργεία αλλά δυνάμει, όπως θα έλεγε κάποιος Αριστοτέλης, που σας κούρασε πρόσφατα.

Σύμφωνα με την θεωρία του Chomsky η γραμματική ορίζεται ως, μεταξύ άλλων, η γνώση των κανόνων μιας γλώσσης που διαθέτει ο φυσικός ομιλητής της. Η γνώση αυτή του επιτρέπει
(α) να δομεί καλοσχηματισμένες προτάσεις της γλώσσης του,
(β) να κατανοεί καλοσχηματισμένες προτάσεις της γλώσσης του (τις οποίες ενδεχομένως δεν έχει ξανασυναντήσει) και …
(γ) να εντοπίζει ποιες από τις προτάσεις που συναντά είναι γραμματικώς καλοσχηματισμένες – και τί σημαίνουν, ακόμη κι αν δεν το εκφέρουν σε σωστές γραμματικώς προτάσεις, είναι  «κακοσχηματισμένες»…. (αν μας επιτραπούν αξιολογικοί και κανονιστικοί όροι!)

Σαν έμφυτη, γενετική, δυνάμει ικανότητα του ανθρώπου να αποκωδικοποιήσει λογικά την δομή του λόγου των άλλων και να διαρθρώσει προτάσεις κατανοητές από τους άλλους, η γλώσσα κτίζεται γύρω από απλές λογικές δομές, ή σύνταξη: κάποιος κάνει κάτι ή υφίσταται κάτι.
Όνομα και Ρήμα. Οι συντακτικές δομές, έμφυτες και κοινές, βιολογικά στον άνθρωπο, κτίζουν αναδραστικά και τις πιο περίπλοκες συντακτικές δομές, πάντα με εφαρμογή του ερμηνευτικού, αναλυτικού σχήματος Όνομα – Ρήμα. Θα δείτε τα περίπλοκα αναλυτικά δένδρα (nested syntactic structures) Ο-Ρ σε πλείστα «papers», επιστημονικές εισηγήσεις της γλωσσολογίας.
Μετά από χρόνια άγονων επαναστάσεων, τα θυμήθηκε στα γεράματα ο Chomsky, στην πιο πρόσφατη δημοσιευσή του, το 2005, το άρθρο του «Τhree Factors on Language Design», στο γλωσσολογικό περιοδικό Linguistic Inquiry, όπου ξανάπιασε το θέμα των παραγόντων που συμβάλλουν στον καθορισμό και την λειτουργία της γλώσσης όπως την αντιλήφθηκε και περιέγραψε: δηλαδή, σαν «μηχανισμό παραγωγής δομών, φράσεων κι προτάσεων».

Όπως εξηγεί συνοπτικά ο Φοίβος Παναγιωτίδης (οπ.π. σελ. 57-9), οι τρεις παράγοντες που καθορίζουν τα γλωσσικά χαρακτηριστικά είναι το περιβάλλον (ο εμπειρικός ορίζοντας στον οποίο αναφέρεται η γλώσσα όπως και το ιδιαίτερο γλωσσικό περιβάλλον του φυσικού ομιλητή μιας γλώσσης), η καθολική γραμματική, δηλαδή τα εγγενή, σε αφηρημένο επίπεδο, χαρακτηριστικά η δυνατότητα σε μια γλώσσα να φτιάχνουμε σύνθετες δομές από επί μέρους συστατικά και οι γενικές σχεδιαστικές δομές που συναντούμε γενικά σε βιολογικά συστήματα: όροι στην δημιουργία μορφών, πχ η (αντίληψη για την) συμμετρία ή η ασυμμετρία και προτερότητα, πχ η προτερότητα στον συνδυασμό ρήματος κι ονόματος σε μια πρόταση.

Σημειώνω, εν παρόδω, τις θεωρίες της οντογενέσεως της γλώσσης, πώς εξελισσόμαστε από τις πρώτες νηπιακές «σημάνσεις», αδιαίρετες και χωρίς δομή εκφορές ήχων στην αντίληψη της γλώσσης ως σύνθετης διάρθρωσης μερών ή τμημάτων, ως α’ που λέγεται ή συνδυάζεται με το β’, ο άντρας είναι πατέρας, η μπανάνα έχει φλούδι.

Γραμματική (μορφολογία), Σύνταξη, Φωνολογία – φωνήματα και μορφήματα

Α. Η γλώσσα περιγράφεται ως αποτελούμενη από στοιχεία: η πρόταση από λέξεις, οι λέξεις από μορφήματα, τμήματα που συντίθενται για να επηρεάσουν την κατασκευή του νοήματος της λέξεως, και στην βάση όλων, οι ήχοι που πραγματώνουν την υλικότητα, το ενέργημα ή ύπαρξη της γλώσσης: τα ελάχιστα εδώ ηχητικά ή φωνητικά στοιχεία είναι τα φωνήματα. Το τμήμα της γλωσσολογίας που εξετάζει την ηχητική σύσταση των φωνημάτων, την περιγραφή, σύσταση κι εξέλιξή τους, είναι η φωνολογία.

Οι ήχοι αυτοί, ως φωνήματα, μπορεί να παραλλάσσουν από άνθρωπο σε άνθρωπο ή τόπο, πχ το «ο» να προφέρεται πιο «κλειστό», σαν «ου», χωρίς να αλλάσσει το νόημα της λέξεως. Το «μουστοκούλουρο» σημαίνει το ίδιο με το «μουστουκούλουρου». Μπορεί και α σιγώνται εντελώς – αλλά να εννοούνται στην οπτική εικόνα της λέξεως: ο Καραμανλής να ακούει «σλιπ» αλλά να μην εννοεί εσώρουχο: «δεν μ’ λειπ’» αλλά «σου λείπει». Οι αρχαίοι Έλληνες πρόφεραν το «φ» ως «ph», δασύ εκρηκτικό ψιλό, κι αυτό εξελίχθηκε σε «δασύ ηχηρό συνεχές» «φ», ‘f’. Η Ψαπφώ σε …Φωφώ, για να αστειευθούμε.

Αν όμως η εναλλαγή των φωνημάτων αλλάσσει το νόημα της λέξεως, τότε αυτά τα ελάχιστα φωνητικά στοιχεία διαδραματίζουν τον ρόλο «μορφημάτων»: των ελαχίστων στοιχείων της γλώσσης με δύναμη να συμβάλλουν ή αλλάσσουν το νόημα της γλώσσης. Το «π» κάνει πιο εκρηκτικό τον δασύ φθόγγο «φ» αλλά δεν αλλάσσει το νόημα. Ο φίλος φέρεται το ίδιο φιλικά και σαν «pfίλος», φοριέται στο κεφάλι, όμως, σαν «πίλος». Αν το «π», ομοίως, αντικαταστήσει το «φ» στο «φόνος», το θύμα υποφέρει, αλλά ζει, δεν πεθαίνει. Σαν μόρφημα, το «φ» και το «φ» μπορούν να κάνουν την διαφορά ανάμεσα σε ζωή και θάνατο.

Από την φωνή στον λόγο: φωνολογία και μορφολογία, μορφολογία και σύνταξη

Η σύνθεση παραλλαγών τμημάτων για να φτιάξουμε το νόημα της λέξεως συνιστά τους κανόνες της μορφολογίας, ενώ ο συνδυασμός των αυτόνομων πια νοημάτων των λέξεων για να φτιάξουμε μια πρόταση, πχ μια δηλωτική πρόταση που ως «απόφανση» λέει μια αλήθεια για τον κόσμο ή τον ίδιο τον λέγοντα, ορίζεται από την σύνταξη της γλώσσης.

Πολύ απλά, μπορούμε να εννοήσουμε την σχέση συντάξεως και μορφολογίας με μια αναλογία: είναι κάτι ανάλογο προς την σχέση αρχιτεκτόνων και πολιτικών μηχανικών. Ο φυσικός ομιλητής έχει μάθει να αποκωδικοποιεί στην γλώσσα του την σχέση ονόματος και ρήματος, και γνωρίζει ότι ένα όνομα μπορεί να ορίζει τον δράστη ή τον δέκτη μιας ενέργειας – θα δούμε, στην παρουσίαση των αυτοπαθών ρημάτων, στην θέση και των δύο: «κτενίζομαι» = «κτενίζω τον εαυτό μου».

Το κλιτικό σύστημα: σύνταξη και μορφολογία των πτώσεων

Η σύνταξη θα μας ορίσει ότι το υποκείμενο, ο δράστης του ρήματος, μπαίνει σε πτώση ονομαστική, ενώ το αντικείμενο σε πτώση αιτιατική. Η δουλειά των πτώσεων είναι να αποδιδουν, με υποδειγματικές μορφολογικές αλλοιώσεις στα επιθήματα των ριζών, ή καταλήξεις των λέξεων αυτών, μια κατάληλη πτωτική διασκευή των ονομάτων, ώστε να είναι στην πτώση που απαιτεί το αρχιτεκτονικό σχέδιο της προτάσεως. «Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπον»: το τελικό «ς» υποδηλοί την ονομαστική, στο κλιτικό υπόδειγμα των αρσενικών δευτεροκλίτων της αρχαίας, ενώ το τελικό «ν», δηλώνει την αιτιατική. Στο «ο άνθρωπος αγαπά τον Θεό(ν)» τα μορφήματα «ς» και «ν» δείχνουν την αντίστροφη σχέση: ο Θεός είναι δέκτης ή «αντικείμενο» της αγάπης του …ενεργητικά αγαπώντος ανθρώπου.

Η κατασκευή της λέξεως είναι δουλειά της μορφολογίας σύμφωνα με τις πρότυπες συνταγές της, ή τα κλιτικά της υποδείγματα / συστήματα, δηλαδή τις κλίσεις, για το πώς διαμορφώνονται οι πτώσεις. Το ποιά πτώση θα κάνει την δουλειά του νοήματος, της σημασιολογίας, θα το ορίσει το αρχιτεκτονικό σχέδιο, η σύνταξη.

Συνοπτικά, πριν μπούμε, στο επόμενο μάθημα στο όνομα: υπάρχουν πέντε πτώσεις στα αρχαία ελληνικά που συνοψίζουν την συντακτική δουλειά των οκτώ πτώσεων της ινδοευρωπαϊκής ursprache της ελληνικής. Η δοτική έχει απορροφήσει και την σημασιολογική λειτουργία της «οργανικής» (Ναυσικά ίμασσεν μάστιγι ημιόνους’) και της «τοπικής» («Αχιλλεύς εύδε μυχώ κλισίης»), η γενική της «αφαιρετικής»: «Θέτις ανέδυ πολιής αλός».

Στα νέα ελληνικά οι πτώσεις συμπτύχθηκαν σε τέσσερις, ενώ η μορφολογική απλοποίηση είναι ακόμη δραστικότερη: μόνο το τελικό «ς» διαφορίζει την ονομαστική «πατέρας» από τις άλλες πτώσεις στον ενικό, και το τελικό «ς» την γενική «μητέρας» από τις άλλες πτώσεις στο θηλυκό «μητέρα». Συγκρίνετε: Μήτηρ, μητρός, μητρί, μητέρα, μήτερ. Πιο μεγάλη η απλοποίηση και στα τριτόκλιτα περιττοσύλλαβα. Από το: ρήτωρ, ρήτορος, ρήτορι, ρήτορα, ρήτορ, στο: ρήτορας, ρήτορα, ρήτορα, ρήτορα. Από το: άρρην, άρρενος, άρρενι, άρρενα, άρρεν, στο: άρρενας, άρρενα, άρρενα, άρρενα. Κι από το φάρυγξ, φάρρυγγος, φάρυγγι, φάρυγγα, φάρυγξ, στο: φάρρυγγας, φάρυγγα, φάρυγγα, φάρυγγα.

Πρόκειται εδώ για απλούστευση ως μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα κι ευρυθμία, ή απλούστευση ως εκπτώχευση και πήρωση της γλώσσης; Ρήτορα, ρήτορα, ρήτορα. Τρείς όμοιες μορφολογικά πτώσεις, με μόνο το άρθρο να τις διαφορίζει. Πόση η απόσταση από το μορφολογικό ομοιόπτωτο στο άπτωτο; Λεξιδάνεια ήδη χρησιμοποιούνται απτώτως, το κομπιούτερ, ο σέντερ φορ, η βαμπ, το σασπένς, το σοκ… Ξενικά ονόματα και χώρες, το Τσαντ, το Μονακό… Το Μεξικό λιγότερο, δίνεται στο κλιτικό μας σύστημα πιο εύκολα (;) το τελευταίο. Άπτωτες ακούμε – κι ανατριχιάζουμε – και μετοχές: «του διευθύνων σύμβουλου», μην ζητούμε και καταβιβασμό του τόνου του «συμβούλου», πάει πολύ, έτσι;
Με λιγότερες μορφολογογικές απαιτήσεις το «team work», γιατί να μην την προτιμήσω από την …«ομαδική εργασία»; Και βέβαια, άλλες «πτώσεις» κι άλλες …μορφολογικές απαιτήσεις έχει το άπτωτον «σεξ», ανούσια η «συνουσία» κι ανέραστη ξέμεινε η «γενετήσια συνομιλία»!

Υπεδείκνυε ο λογικιστής φιλόσοφος Carnap πώς στις L, τις τεχνικές γλώσσες, η οικονομία των συμβόλων «notations», ή της μορφολογικής σημάνσεως προσφέρει στην οικονομία άλλά στερεί από την σημαντική πληρότητα. Ακόμη πιο Οκκαμικός, ο Νομιναλιστής Quine, ανάγει όλα τα πέντε ή πόσα σύμβολα της πρωτοβάθμιας λογικής σε ένα, το «|», συνδυασμός αρνήσεως και διαζεύξεως που εκφράζει όλα τα άλλα, του παίρνει ένα ολόκληρο βιβλίο, το Methods of Logic να εξηγήσει πώς..

Α αξία της απλότητας, κι η μη απλότης της «αξίας»

Αρετή των τεχνικών γλωσσών η οικονομία στα σύμβολα, είναι αρετή η οικονομία και των φυσικών γλωσσών;
Πιο παρατακτική κι απλή στην μορφολογία και την σύνταξη η απλοποιημένη είναι, στην ευχρηστία της,πιο ελκυστική;
Κι είναι αισθητικά ανώτερη, ή κατώτερη γι’ αυτό;
Ποιό το νόημα, και ποιά τα κριτήρια μιας τέτοιας συγκρίσεως κι ἀξιολογήσεως;;

Kι επήρετο για τον Αττικό του λόγο ο ρήτωρ της Β’ Σοφιστικής Αίλιος Αριστείδης, όπως κι ο Δίων ο Χρυσόστομος κι ο Συνέσιος Κυρήνης, περί τριχών μαρνάμενοι, οι δύο τελευταίοι. Ήδη όμως ειχαν οι νέοι πληθυσμοί της ελληνιστικής αυτοκτατορίας των βασιλείων των επιγόνων σπρώξει την γλώσσα στην «κοινή» απλοποιημένη μορφή του αττικού λόγου…
Τόσο απλοποιημένη που να εννοούν την Καινή Διαθήκη κι οι θεολόγοι κι ιερείς μας…

Τῖτος Χριστοδούλου

φωτογραφία

(Visited 52 times, 1 visits today)




Leave a Reply