«Θὰ πάω σὲ μία χώρα ποὺ θὰ βλέπω μόνον λευκούς…»

«Θὰ πάω σὲ μία χώρα ποὺ θὰ βλέπω μόνον λευκούς...»Ὁ Γιῶργος*, πολὺ πικραμένος, ἔπιασε νὰ ἑτοιμάζεται νὰ ξενιτευθῇ.
Δύο χρόνια χωρὶς δουλειά.

Εἶχε ἕνα μαγαζάκι κάποτε καὶ δούλευε καλά. Τὸ μεροκάματο ἔβγαινε. Βοηθοῦσε καὶ ἡ κυρά του… Δούλευαν οἱ ἄνθρωποι, μὰ δὲν εἶχαν μέλλον ἐδῶ.
Στὰ τρίτα ἤ τέταρτα ἤ πέμπτα ἐπεισόδια γιὰ τὸν Ἀλέξη, γιὰ τὸ κοράνι, γιὰ τὸν Καραμανλῆ, δὲν θυμᾶται ἀκριβῶς, τὸ ἔκλεισε γιὰ πάντα. Τὶς προηγούμενες φορὲς τοῦ εἶχαν σπάση τὸ μαγαζὶ λίγο. Τὴν τελευταῖα φορὰ ὅμως τοῦ πῆραν ἀκόμη καὶ τὶς κοῦπες τοῦ καφέ. Τίποτα δὲν ἄφησαν. Τίποτα.
Κι ἔτσι… Ὁ Γιῶργος ἀπὸ τὴν μία ἡμερα στὴν ἄλλην βρέθηκε χωρὶς δουλειά.

Στὴν ἀρχὴ κουτσὰ στραβὰ τὰ βόλευε. Ἕνα μεροκάματο ἐδῶ, ἕνα παραπέρα, ἕνα τὴν ἄλλην ἑβδομάδα κάπως τὰ κατάφερνε. Μὰ ἔφθασε ἡ στιγμὴ ποὺ θὰ τὸν πέταγαν ἀπὸ τὸ σπίτι, διότι τὰ ἀπλήρωτα ἐνοίκια μαζεύονταν.
Πῆγε στῆς μάννας, κάπου στὸ Μάτι, πιστεύοντας πὼς θὰ βρῇ κάποιο μεροκάματο στὰ χωράφια τοῦ Μαραθῶνος.
Ὅπου ὅμως κι ἐὰν ζήτησε δουλειὰ ὅλοι οἱ …«Ἕλληνες» ἀγρότες τοῦ ἀπαντοῦσαν πὼς ἔχουν καλυφθεῖ μὲ Πακιστανούς. Παρεκάλεσε, πίεσε, ἔβαλε ἀκόμη καὶ …«μέσον», μὰ οἱ Πακιστανοὶ ἦταν πιὸ καλοὶ ἐργᾶτες ἀπὸ τὸν Γιῶργο, γιὰ τὴν γῆ. Πολὺ καλλίτεροι.
Κι ἔτσι ὁ Γιῶργος, ὅντας πιὰ σὲ ἀπόλυτον ἀδιέξοδον, ἀπεφάσισε νὰ πάρῃ τὴν γυναίκα του καὶ νὰ φύγουν.

Ἡ γυναίκα τοῦ Γιώργου εἶναι ἀπὸ τὸν Λιθουανία. Ἐλπίζει ὁ Γιῶργος, τώρα ποὺ θὰ πάη ἐκεῖ, νὰ κάνῃ μίαν νέα ἀρχή. Τοὐλάχιστον ἕνα πιᾶτο φαγητὸ πιστεύει πὼς θὰ τὸ βρῆ. Θέλει νὰ πιστεύῃ.
Ἀφῆστε ποὺ ἡ γυναίκα του εἶναι κι ἔγκυος. Ποῦ νά τήν ἀφήσῃ αὐτήν τήν γυναῖκα, πού ἔως σήμερα τοῦ στάθηκε βράχος δίπλα του;;; Βράχος. Βράχος δυνατός… Μὰ εἶναι κι ἔγκυος.
Σὲ λίγο θὰ γεννήση. Ποῦ θά γεννήση; Στόν δρόμο; Στό σπίτι τῆς πενθερᾶς της; Στό ἀγροτικό ἰατρεῖο;
Μὰ ἐδῶ καὶ δύο χρόνια δὲν ἔχουν τὴν οἰκονομικὴ δυνατότητα οὔτε ἀπὸ μακρυὰ νὰ δοῦν ἰατρό, πολλῷ δὲ μᾶλλον καὶ νὰ ἐλπίζουν πὼς θὰ γεννήση αὐτὴ ἡ γυναῖκα σὲ κάποιο νοσοκομεῖο.

Φεύγει λοιπὸν ὁ Γιῶργος. Σὲ δύο ἡμέρες φεύγει.
Περνᾶ καὶ χαιρετᾶ τοὺς φίλους του, ἕναν ἕναν, καὶ ὅταν ἀποχωρεῖ τοὺς δηλώνει: «Φεύγω γιὰ πάντα. Πάω σὲ μίαν χώρα ποὺ θὰ βλέπω μόνον λευκοὺς ἀνθρώπους καὶ ποὺ οἱ μαῦροι δὲν θὰ μὲ καταδικάζουν σὲ θάνατο ἀπὸ πείνα…»…

Φεύγει ὁ Γιῶργος. Δὲν θὰ ξαναγυρίση. Μᾶς σιχάθηκε… Κι ἐδῶ ποὺ τὰ λέμε ἔχει δίκαιον ὀ Γιῶργος. Κι ὁ κάθε Γιῶργος.
Οἱ φίλοι του, φίλοι καλοί, φίλοι ὅλης τῆς ζωῆς του, σκύβουν τὸ κεφάλι καὶ δὲν μιλοῦν. Καί τί νά ποῦν; Πλὴν ἑνὸς ἤ δύο, ποὺ πεισματικὰ μένουν ἐδῶ διότι ἔχουν τὴν …πετριά τους μὲ τὴν Πατρίδα τους, ὅλοι οἱ ἄλλοι ξέρουν κατὰ βάθος πὼς ὅταν θὰ φθάσουν στὴν θέσιν τοῦ Γιώργου θὰ τὸν ἀκολουθήσουν. Θὰ νοιώθουν τὸ ἴδιο μῖσος, τὴν ἴδια πίκρα, τὴν ἴδια ἀπογοήτευσιν…
Θὰ σκύψουν τὸ κεφάλι καὶ θὰ ἐξαφανιστοῦν γιὰ πάντα, διότι αὐτοὶ ποὺ δηλώνουν σήμερα Ἕλληνες δὲν ὑπάρχουν… Σκιὲς τοῦ χθὲς ἔμειναν… Ὅλοι γιὰ τὴν πάρτη τους…Ὅλοι…

Φιλονόη

Σημείωσις

Ἀφιερωμένον στὸν κάθε «Γιῶργο». Στὸν κάθε «Γιῶργο» ποὺ ΔΕΝ ἄντεξε τὸν πόνο τῆς καταῤῥεύσεως.
Εἰλικρινῶς, ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μου, εὔχομαι νὰ τὸν ἀγγίξουν καὶ νὰ τὸν συντροφεύουν οἱ εὐχές μου καὶ ἡ ἀγάπη μου.
Ἡ πραγματική μου ἀγάπη.
Διότι αὐτοὶ οἱ Γιώργηδες, οἱ εὐαίσθητοι Γιώργηδες, οἱ Γιώργηδες ποὺ θέλησαν μόνον νὰ δουλέψουν γιὰ νὰ ταΐσουν τὴν οἰκογένειά τους, καὶ οὐδέποτε σκέφθηκαν νὰ κλέψουν, νὰ ἐξαπατήσουν, νὰ σκοτώσουν γιὰ νὰ ἐπιβιώσουν εἰς βάρος τῶν ἄλλων, εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ πράγματι χρειάζεται αὐτὸς ὁ τόπος. Τὰ σκουπίδια περίσσεψαν, μᾶς ἔπνιξαν κι ἐκτοπίζουν τοὺς Γιώργηδες. Μὰ ὁ ἀγώνας, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ κομμάτι τῆς ἐπιβιώσεως, εἶναι ἐδῶ καὶ στὸ μεγαλύτερό του τμῆμα ἀφορᾶ στὸ νὰ πετάξουμε τὰ σκουπίδια ἀπὸ τὴν Πατρίδα μας.

Πατρίδα Γιῶργο ΔΕΝ εἶναι μόνον οἱ ἄνθρωποι. Εἶναι καὶ ἡ γῆ μας. Καὶ τὰ ἀκούσματα. Γιατί τά ἀφήνεις σέ βάρβαρα καί βέβηλα χέρια ὅλα αὐτά; Δέν εἶναι δικά σου; Δέν πρέπει νά τά διεκδικήσῃς;
Ναί, ξέρω… Ἔρχεται καὶ τὸ μωρό. Ἐν τάξει, καταλαβαίνω. Μὰ πίσω ἀπὸ τὸ φαινομενικὸ ἀδιέξοδον περιμένει ἡ ἄλλη λύσις, ποὺ ἀκόμη ΔΕΝ πρόλαβες νὰ δοκιμάσῃς.
Εὔχομαι νὰ εἶσαι καλὰ ἐκεῖ ποὺ πᾶς. Νὰ μὴν πικραθῇς περισσότερο. Νὰ τὰ καταφέρης.
Ἀπὸ καρδιᾶς τὸ εὔχομαι.
Μὰ νὰ θυμᾶσαι πὼς ἐδῶ χρειάζονται ΜΟΝΟΝ Γιώργηδες… Μόνον Γιώργηδες… Μόνον…

*Τὸ ὄνομα τυχαῖον καὶ σὲ καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν πραγματικότητα. Τὸ …«τσίμπησα» στὴν τύχη. Ἡ ἱστορία ἀπολύτως ἀληθινή!

φωτογραφία

(Visited 46 times, 1 visits today)




Leave a Reply