Τὰ Χριστούγεννα τοῦ ΚΝίτη

© Copyright 2010 CorbisCorporation(Κάποιες φορὲς ἁπλᾶ, δὲν ὑπάρχει δρόμος.)

Πρὶν καιρό, ἔνας κνίτης, στα πλαίσια τῆς ἀνταλλαγῆς στελεχῶν πολιτικῆς ἀσφαλείας καὶ μαρξιστῶν σπουδαστῶν, ἀνάμεσα σὲ χῶρες τοῦ τρίτου κόσμου «γιὰ τὴν προωθήση τοῦ ἐπαναστατικοῦ διεθνισμοῦ καὶ τῆς παγκοσμιοποιήσεως», ἐπισκέφτηκε μιὰ ὀρεινὴ χώρα τῆς Λατινικῆς Ἀμερικῆς.
Γόνος στελεχῶν τῆς μαρξιστικῆς κλίκας, ποὺ κυβερνᾶ ἀπὸ τὸ παρασκήνιο τὴν Ἑλλάδα, εἶχε πάντοτε τὴν πολυτέλεια τῆς ἐπιλογῆς ὁποίου κρατικοδίαιτου προγράμματος τὸν βόλευε γιὰ τὴν προωθήση τῆς καριέρας του καὶ τὴν καλοπέρασή του.

Κάποια ἡμέρα τῶν χριστουγεννιάτικων διακοπῶν, ποὺ δὲν εἶχε ἐθελοντικὴ ὑπηρεσία στὴν κρατικὴ ἀσφάλεια, ἀπεφάσισε νὰ κάνῃ μιὰ ἐκδρομὴ γιὰ νὰ ἐπισκεφθῇ ἕνα διάσημο φαράγγι τῆς χώρας, ἕνα ἀπὸ τὰ βαθύτερα τοῦ κόσμου…Τόσο βαθύ ποὺ ἦταν…
Καθὼς περιδιάβαινε λοιπόν, τὰ χείλη τοῦ φαραγγιοῦ, θαυμάζοντας τοὺς πολλοὺς μικροὺς καταῤῥάκτες, ποὺ χάνονταν στὸ ἀβυσσαλέο βάθος, σκεφτόταν μὲ θλίψη τὸν χαμένο πλοῦτο ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἀνεκμετάλλευτο φάραγγι, τὶς θέσεις ἐργασίας, τις ἐπιδοτήσεις (τὸν ἑαυτό του πολιτικὸ κομμισάριο τοῦ φαραγγιού) τὰ χαμένα διεθνῆ (πλέον) φεστιβὰλ κνε-ὁδηγητοῦ στὸν πάτο τοῦ φαραγγιοῦ…
Φανταζόταν ἕνα ἐπιδοτούμενο ἰδιωτικὸ φάραγγι ὅπου, μετὰ ἀπὸ λαϊκοὺς ἀγῶνες γιὰ τὴν .αμεση κοινωνικοποίησή του-βεβαίως- τὸ κόμμα θὰ εἶχε καταφέρη νὰ ἀποκτήσῃ τὸν ἀπόλυτο ἔλεγχό του, βάζοντας στελέχη τῆς νεολαίας σὲ θέσεις κλειδιά καὶ ἐκβιάζοντας τὴν κρατικὴ κλίκα, γιὰ μεγαλύτερα ἐπιδόματα στοὺς κοινωνικοὺς ἀγωνιστὲς καὶ τοὺς στρατιῶτες τοῦ κόμματος.
Τὸ εἰσιτήριο γιὰ τὸ φάραγγι θὰ ἤταν βέβαια, ἀπαγορευτικὸ γιὰ τὶς μάζες, ἀλλὰ θὰ τὸ ἐπισκέπτονταν γιὰ τὰ γλέντια τους, ὅλοι οἱ μεγιστᾶνες τοῦ πλούτου καὶ οἱ ἀστοὶ κρατικοὶ ὑπάλληλοι, πρᾶγμα ἀρκετὸ γιὰ νὰ δικαιολογῇ τὴν ὕπαρξη αὐτῆς τῆς οἰκονομικῆς περιπλοκῆς…

…Κι ἐνῶ τὰ σκεφτόταν ὅλα αὐτά, σὰν βλάκας ποὺ ἦταν, γλυστράει χλούπ! καὶ πέφτει στον γκρεμό!
Ἡ πτώσις του –εὐτυχῶς- ὑπῆρξε σύντομη, διότι μετὰ ἀπὸ τὰ πρῶτα πέντε μέτρα κατάφερε νὰ τὴν σταματήσῃ ἁρπάζοντας γερὰ καὶ μὲ τὰ δύο του χέρια τὸν κορμὸ ἑνὸς μικροῦ δένδρου, ποὺ ἤταν ῥιζωμένο σχεδὸν κάθετα στὸ τοίχωμα τοῦ γκρεμοῦ.
Ἔμεινε κρεμασμένος ἀρκετὰ λεπτὰ λαχανιάζοντας καὶ ἰδρωκοπώντας σὰν γουρούνι, μέχρι, ποὺ ἄρχισε νὰ ἀντιλαμβάνεται τὴν δεινὴ θέση ποὺ βρισκόταν.
Κάτω τὸ χάος, κιὁ θάνατος κι αὐτὸς κρεμασμένος μὲ τὰ δύο του χέρια- ἀπὸ ἔνα δενδράκι-ποὺ ἤδη εἴχαν ἀρχίση καὶ κουράζονταν.
Τρόμος τὸν κατέλαβε καθὼς συνειδητοποιοῦσε πὼς τὸ τέλος ἤταν κοντά.

Εἰκόνες ἀπὸ τὴν ζωή του ἄρχισαν νὰ περνοῦν συνεχῶς ἀπὸ ἐμπρός τοτ, αἰσθήματα καὶ μνῆμες παρελθόντων χρόνων γέμισαν τὸ εἶναι τοτ, μιὰ βαθειὰ μελαγχολία τὸν πλημμύρισε, καθὼς ἡ διάθεση γιὰ παραίτηση γινόταν ἐντονότερη, καὶ οἱ παλάμες του ἄρχιζαν νὰ τρέμουν ζητῶντας νὰ ἐλευθερωθοῦν -κι ἂς πέσῃ…
Κι ἂς πέσῃ!

Δάκρυσε.
Ἀνίκανος νὰ ἐλέγξῃ πλέον τὰ γεγονότα, ἀνήμπορος, ἀπέναντι σὲ μιὰ μονοσήμαντη συγκυρία, ὅπου ὄλες οἱ ἐναλλακτικὲς κατέληγαν σὲ μιὰ μοναδιαία πιθανότητα…Αὐτὴ τῆς πτώσεως, τοῦ ἀδόξου φρικτοῦ θανάτου, στὸν πυθμένα ἐκείνου τοῦ ἀπαισίου φαραγγιοῦ.
Τὶ ἀνόσιος θάνατος γιὰ ἕναν στρατευμένο τῆς ἐπαναστάσεως.
Τὶ ἀτυχία για ἕναν φωτισμένο κοινωνὸ τοῦ μαρξιστικοῦ πολιτισμοῦ…
Ἕνα λαμπρὸ μέλλον χαμένο ἀπὸ μιὰ ἀπροσεξία σ’ ἔναν γαμημένο κωλογκρεμὸ χωρὶς κάγγελα, χωρὶς προειδοποιητικὲς πινακίδες…
Χωρὶς φύλακες.
(Γαμημένοι ἄχρηστοι φασίστες).

Πλησίαζε μεσημέρι.
Τὰ χέρια τοῦ ἔκαιγαν…
Τὰ μάτια του τυφλωμένα ἀπὸ τὸν ἱδρῶτα καὶ τὰ δάκρυα, ἔβλεπαν θολὰ σχήματα ποὺ ἄλλαζαν γοργὰ σὲ περίπλοκα μοτίβα.
Τὸ μυαλό του σὲ ἐγρήγορση, καθὼς πάσχιζε νὰ βρῇ μιὰ λύση, καιγόταν κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τόσων πολυπλόκων συλλογισμῶν…

Ξάφνου…Μία φωνὴ μέσα στὴν ἐρημιά, μιὰ φωνὴ ἔντονη καὶ ἐπιτακτική, γέμισε τὸ μυαλό του:

-ΚΟΥΜΜΟΥΝΙ(!;;;;;;)
«Ἄρχισα νὰ ἔχῳ τὶς γαμημένες τὶς παραισθήσεις ποὺ ἔχουν ὅσοι πεθαίνουν».
Σκέφτηκε ἀνατριχιάζοντας, ὁ κνίτης.

-ΚΟΥΜΜΟΥΝΙ…(;;;!!)
(Κουμμούνι;;; Τὶ διάβ…Γιατὶ μὲ λὲς Κουμοῦνι ῥέ;) Ε;… τί…Ποιό; Τὶ εἶπες; Τὶ εἶναι; Ποῖος μίλησε; Ποῦ εἶσαι;;;Ἐεεε;

Σιωπὴ στὸ φάραγγι. Μὲ τὰ δευτερόλεπτα νὰ περνοῦν βασανιστικὰ ἀργά…
Μὲ μιᾷ νότα ἱκεσίας στὴν φωνή, βραχνὴ καὶ τσιριχτὴ ἀπὸ τὴν κόπωση, ὁ κνίτης ἄρχισε νὰ φωνάζῃ γύρω του καὶ τὰ τοιχώματα τοῦ φαραγγιοῦ ἀντιλάλλησαν τὴν φωνή του…

ἘεΕΕΕΕεε Ῥεεεε…Ῥεεεεέ…
Γιατέ δέν μιλᾶτε; Γιατί δέν ἀπαντᾷς; Ῥεεέ; Ποῦ κρύβεσαι; Πλάκα μου κανείς;
Δέν βλέπεις πώς κοντεύω νά πέσῳ καί νά σκοτωθῷ;

Ἡ ἐκκωφαντικὰ σιωπηρὴ ἀπαντήση, τοῦ ἔκοψε κάθε ἐλπίδα για σωτηρία.

…Ὁ χρόνος διεστάλη..
Οἱ σκέψεις ἔμειναν ἀκίνητες…Ὁ πόνος…Αὐτὸς ὁ ἀπόλυτος πόνος στὰ χέῥια, τὸ μουδιασμα στοὺς καρπούς…Ἡ προοπτικὴ τοῦ θανάτου, ποὺ ξαφνικὰ φάνταζε γοητευτικὰ ὄμορφη…


…Κ Ο Μ Μ Ο Υ Ν Ι ;;;;! … (Πάλι αὐτὴ ἡ φωνή)…
…ΚΟΜΜΟΥΝΙ ΜΕ ΑΚΟΥΣ ;;;
Ναίαιαι…Ναὶ ναὶ ναί, σ’ἀκούω, σ’ἀκούω πολύ, σ’ἀκούω καλά, σ’ ἀκούω…Ποιός εἶσαι; …Τί εἶσαι; Ποῦ εἶσαι; Πῶς εἶσαι;

…Σιωπὴ στο φάραγγι! Μακρὰ βασανιστικὴ Σιωπή!

Ἐντάξει, σὲ ἄκουσα…Γιατί δέν ἀπαντᾷς;…Τὶ θέλεις νά πῷ; Τὶ θέλεις νά κάνῳ; …Ὑποφέρω…Δέν μέ λυπάσαι;
Ποῖος εἶσαι γαμῶ…(Πλάκα ῥέ μοῦ κάνετε;)…Ποῖος εἶσαι ῥεεεέ…………
Ἐντάξει…Κατάλαβα…Ἐντάξει ναὶ …Ναὶ ΝΑΙ ΝΑΙ εἶσαι …ΕΣΥ ὁ…ΕΝΑΣ, Ὁ μοναδικός…Μίλα μου πάλι….ΣΕ ΠΙΣΤΕΥΩΩΩΩ ΝΑΙΑΙΑΙΑΙ…
Ε ΒΕΒΑΙΑ!!!… ΕΙΣΑΙ Ο Θ Ε Ο Σ!!!! …

(Οὔρλιαξε ὁ κνίτης ἀπελπισμένος μὲ φωνὴ τσιριχτὴ ἀπὸ τὴν ἀγωνία) !

-Μπὰ …Τί ἀκούω;… Εἶμαι ὁ Θεὸς τώρα; Κι ἀπό πότε τὰ κουμμούνια, πιστεύουν στόν Θεό; (Ἀκούστηκε πάλι, ἡ φωνή)!

Μόλις ἄκουσε τὴν φωνὴ ὁ κνίτης ἀν3θάρρησε στὴν προοπτικὴ ἑνὸς διαλόγου, πῆρε κουράγιο ἔνοιωσε τὶς δυνάμεις του νὰ ἐπιστρέφουν κι ἔσφιξε δυνατὰ τὸν λεπτὸ κορμό…

Ἔγινε ΘΑΥΜΑ, οὔρλιαξε…
ΘΑΥΜΑ ΜΕΓΑΛΟ...
ΕΓΩ-βέβαια-πάντοτε –κατὰ βάθος- πίστευα στὸν ΘΕΟ ἀλλά, ὅταν γυρίσῳ στὴν Ἑλλάδα… ΟΛΟΙ θὰ πιστέψουν στὸν ΘΕΟ…
Ἄστο ἐπάνω μου…Ἡ Κανέλλη…Ἡ Κανέλλη κι αὐτή, πιστεύει χρόνια στὸν Θεό.

-Μά…Ἡ Κανέλλη προέρχεται ἀπὸ τὸν οἶκο τοῦ ἐθνάρχη σᾶς, (εἶπε ἡ φωνή)!

-Ἐντάξει… δεν μὲ νοιάζει, εἶναι ῥεβιζιονίστρια …
Οὔτε εἴχαμε ποτὲ Ἐθνάρχη…
Ἀλλὰ ΕΣΥ, ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ ΕΝΑΣ ΜΕΓΑΛΟΣ, ΕΙΣΑΙ Ο ΘΕΟΣ, Ο ΕΝΑΣ Ο ΑΠΙΣΤΕΥΤΟΣ…ΜΕΓΑΛΕ δὲν ξέρεις πόσο χαίρομαι ποὺ σὲ ἀκούω…
Μόνο…Νά… Κῦττα…
ΣΕ παρακαλῶ, βγάλε μὲ ἀπὸ ἐδῶ, δὲν θὰ ἀντέξω γιὰ πολὺ ἄκομα, θὰ πέσω καὶ θὰ εἶναι κρῖμα…
Ἔχω τόσα νὰ κάνῳ γιὰ τὸν λαὸ καὶ τοὺς νέους στὴν πατρίδα…

-Χμμ…(Ἀντιλάλησε μιὰ βαρειὰ ἀνάσα μέσα στὸ φάραγγι)
ΚΟΥΜΜΟΥΝΙ …Μοῦ λες ψέμματα!!!
…Ὄχι,( ὤχ τι ἔπαθα)...Ἐγώ…Ὄχι, δὲν σοῦ λέω ψέμματα σὲ πιστεύω, σὲ πιστεύω τυφλὰ δίχως συμβιβασμοὺς καὶ ἄνω τελεῖες, δίχως ἀμφιβολίες…Σὲ πιστεύω πιὸ πολὺ κι ἀπ’ ὄλες τὶς δυνάμεις τοῦ κομμουνισμοῦ…

-ΚΟΥΜΜΟΥΝΙ;;;;;;!!
-…(μμα γιατὶ μὲ λὲς κουμμοῦνι;) Ναί…Πές μου εἶμαι ὅλος αὐτιά…
Ἄκουσε…κουμοῦνι…Ἀπεφάσισα νὰ σὲ δοκιμάσῳ, ἀπεφάσισα νὰ δοκιμάσῳ τὴν πίστη ποὺ λές πὼς ἔχεις, ὅπως δοκίμαζαν οἱ σύντροφοί σου τοὺς νεοφώτιστους στὴν Σοβιετικὴ Ἔνωση. Θὰ σοῦ βάλω μία δοκιμασία λοιπόν, ἂν ἀνταπεξέλθῃς μὲ ἐπιτυχία, θὰ σὲ ἐλευθερώσω…
-ΝΑΙ ΟΤΙ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΘΕΛΕΙΣ…ΒΑΛΕ ΜΟΥ ΟΤΙ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΘΕΛΕΙΣ…ΟΤΙ ΘΕΣ…ΘΑ ΔΕΙΣ ΠΟΣΟ ΠΙΣΤΟΣ ΣΟΥ ΕΙΜΑΙ…
-Ἐντάξει λοιπόν…ΚΟΜΜΟΥΝΙ:
-Α Ν Ο Ι Ξ Ε ΤΗΝ ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΣΟΥ ΠΑΛΑΜΗ ΑΦΗΣΕ ΤΟΝ ΚΟΡΜΟ ΤΟΥ ΔΕΝΔΡΟΥ ΚΑΙ ΚΟΙΤΑΞΕ ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΑ ΤΟ ΔΑΚΤΥΛΟ ΣΟΥ.
(…)
-Μμὰ μά ττί λές τώρα; Βόγγηξε ὁ κνίτης, τί ν’ ἀφήσω τό ἀριστερό μου χέρι; Τρελλὸς εἶμαι; ΔΕΝ ΘΑ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΚΡΑΤΗΘΩ ΜΕ ΤΟ ΔΕΞΙ ΧΕΡΙ ΜΟΝΟ ΚΑΙ ΝΑ ΚΟΙΤΑΖΩ ΤΟ ΔΑΚΤΥΛΟ ΜΟΥ…ΘΑ ΠΕΣΩ ΚΑΙ ΘΑ ΣΚΟΤΩΘΩ…Τί διάλο δοκιμασία εἶναι αὐτή; Δὲν εἴμαστε καλά…Ἄκου ν’ ἀφήσῳ τὸν κορμό…

Σιωπή…
Μιὰ παρατεταμένη καὶ δυσοίωνη σιωπὴ ἔπεσε στὸ φάραγγι…
Μαύρη θλίψη ἄρχισε νὰ καταλαμβάνῃ τὸ μυαλὸ τοῦ κνίτη…Ἔ
βριζε σιωπηλὰ τὴν πουτάνα τὴν τύχη του καὶ τὸν παραλογισμὸ Αὐτοῦ τοῦ…Θεοῦ ποὺ τοῦ ζητοῦσε να κάνῃ τρελλὰ πράγματα…
Ὑποψίες γέμισαν τὸ μυαλό του …Ἡ ἀμφιβολία τρύπωσε στην ψυχή του…Ῥέ λές νά μήν εἶναι ὁ Θεός καί νά μοῦ κάνουν πλάκα κάποιοι κερατάδες ἀντεπαναστᾶτες φασίστες; Ἀλλά πάλι; …

Μαζὺ μὲ τὶς ζοφερὲς σκέψεις ἡ ὥρα περνοῦσε… Ἡ ἀπελπισία μεγάλωνε μὲ τὴν κούραση…Ἡ κούραση γινόταν βάρος ψυχῆς …ἤθελε νὰ πεθάνῃ…
Ἀλλὰ κάτι μέσα του δὲν τὸν ἄφηνε…
Ἄνοιξε τὰ μάτια, πῆρε βαθειὰ ἀνάσα κι ἄρχισε νὰ βρίζῃ τὸν Θεὸ μὲ ὄλες τὶς βρισιὲς ποὺ ἤξερε ἀπὸ παιδὶ μέχρι ποὺ ἔγινε κνίτης…
Τρελλὰ μπινελίκια ἔτρεξαν μαζὺ μὲ τοὺς ἀφροὺς ἀπὸ τὸ στόμα του, ποὺ εἶχε στραβώση ἀπὸ ἀνήμπορο μῖσος…
Συνέχισε νὰ βρίζῃ…
Τὸ φάραγγι ἀντιλλαλοῦσε τὶς βρισιές του μέχρι ποὺ στέγνωσε ἡ γλῶσσα του κι  ἔσβησε ἡ ἀναπνοή του…
Πέρασε ὥρα…

…Μποροῦμε νά δοκιμάσουμε νά τά βροῦμε;
(ψέλλισε μετὰ ἀπὸ ὤρα, ξέπνοα)…

Ἐντάξει,πάνω στα νεῦρά μου εἶπα κι ἑγώ, δύο κουβέντες παραπάνω…
Γαμῶτο (κλαψούρισε) δὲν τὰ πίστευα ὅσα εἶπα…
Δεν εἶμαι αὐτὸ ποὺ νομίζεις…Ἐντάξει μίλησέ μου, ἀπάντησέ μου …
Ἐντάξει ἔκανα λάθος…Ἐντάξει εἶμαι ἔνας κνίτης, ἔνας ἀνάξιος ἄθεος κομμουνιστής, ἀλλά… Πιστεύω σ΄ ἐσένα!!
Πιστεύω πὼς ἂν θὲς θὰ μὲ σώσης…
Εἶμαι ἕτοιμος νὰ σωθῷ Θεέ μου…
Ναὶ εἶμαι ἔνας ἁμαρτωλὸς κομμουνιστὴς ἕτοιμος νὰ σωθῷ ἀπὸ Ἐσένα Μεγάλε…ΑΡΧΟΝΤΑ…Ω ΘΕΕ…

Σιωπὴ στο φάραγγι…

…Ξέρω δὲν μοῦ μιλᾶς γιατὶ ἔβρισα…
Ἐντάξει, ζητῶ συγνώμη …Τί νά κάνῳ γιά νά μέ πιστέψῃς;

…Τὸ χέρι! Ἅ, ναὶ τὸ χεεερι …Αὐτὸ τὸ χέρι ποὺ θὰ ἀφήση τὸ κλαρὶ …
Γιατί σέ πιστεύει, Ὢ Θεέ…
Ὄχι, ὄχι τὸ χέρι…Ἐγώ, ἐγὼ σὲ πιστεύω…Τὸ χέρι ἁπλᾶ θὰ ἀφήση τὸν κορμό, ὅπως μοῦ εἶπες νὰ κάνῳ…
Ναί, αὐτὸ θὰ κάνω…
Θ’ ἀφήσω τὸ χέρι…
Τὸ ἀριστερὸ χέρι θὰ ἀφήσω…Πιστεύοντας σ’ἐσένα θὰ ἀφήσω τὸ χέρι καὶ …θὰ σωθῶ…
Αὐτὸ εἶναι…
ΘΑ ΑΦΗΣΩ ΤΟ ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΜΟΥ ΧΕΡΙ ΚΑΙ ΘΑ ΚΥΤΤΑΖΩ ΤΟ ΔΑΚΤΥΛΟ ΜΟΥ κι ἐσύ…
Ἐσὺ θὰ μὲ σώσης! Ἔτσι δέν εἶναι Θεέ ἐ;;;;
Ποιό δάκτυλο θές νά κυττάζῳ; ΠΟΙΟ;
Ἐντάξει κατάλαβα, τὸν δείκτη, ναὶ τὸν δείκτη θὰ κυττάζω, διότι γνωρίζω πὼς κι ΕΣΥ, αὐτὸ τὸ δάκτυλο θέλεις νὰ κυττάζῳ…

Σιωπὴ στο φάραγγι!

Κῦττα…Ἔδω εἶμαι, ἕτοιμος νὰ κάνῳ ὅ,τι μοῦ ζήτησες, ἕτοιμος νὰ κυττάξῳ τὸ δάκτυλό μου…
Σχεδὸν τὸ ἔχω κάνει…
Θὰ μποροῦσες τουλάχιστον, νὰ μοῦ πῇς μιὰ καλὴ κουβέντα…
Ἀφήνω τὸ χέρι κι ἐσὺ δὲν μιλᾶς!…
Ἀλλὰ ἑγὼ πιστεύω σ’ ἐσένα Ἔτσι; …
Τί νομίεις, πώς δέν πιστεύω;;;
ΝΟΜΙΖΕΙΣ ΟΤΙ ΛΕΩ ΜΟΝΟΝ ΛΟΓΙΑ;
Τί νομίζεις πῶς εἶμαι ψεύτης ἐπειδὴ εἶμαι ἔνας κνίτης;
Κι ὅμως Κύριε, ἐγὼ δεν λεὼ ψέμματα…
Ὅτᾶν λέῳ πὼς πιστεύω  τὸ ἐννοῶ..
Ῥῶτα τὶς ἐπιτροπὲς νεολαίας, ῥῶτα τὰ ΚΝΑΤ.
Ῥῶτα τὴν κεντρικὴ ἐπιτροπή…
Ναὶ πιστεύω…
Νά… Τώρα ἀφήνω τὸ χέρι ποὺ σὲ πιστεύει…
Ὄχι ὄχι δὲν εἶναι τὸ χέρι ποὺ σὲ πιστεύει…
Εἶμαι ΕΓΩ ποὺ σὲ πιστεύω καὶ γιὰ νὰ στὸ ἀποδείξῳ θὰ ἀφήσω τὸ χέριιι…
Ναί…νά… ναιαιαιαί….

Καὶ λέγοντας αὐτά, ἀπομακρύνει ἀπότομα, τὸ ἀριστερό του χέρι ἀπὸ τὸν λεπτὸ κορμό, ἀπομένοντας ἔτσι, νὰ κρατιέται μόνο μὲ τὸ δεξύ του χέρι ἀπὸ τὸν κορμὸ τοῦ μικροῦ δένδρου, κυττάζοντας μὲ θρησκευτικὴ προσήλωση τὸν δείκτη τοῦ ἀριστεροῦ του χεριοῦ, κρεμασμένος ἐπάνω ἀπὸ τὸ τρομακτικὸ χάος τοῦ φαραγγιοῦ!
Μιὰ μάσκα τρόμου σκεπάζει στιγμιαία τὸ πρόσωπό του, ποὺ τὴν διαδέχεται ἀμέσως μιὰ ἐρωτηματικὴ ἔκφραση προσμονῆς, ἔπειτα ἐκπλήξη, ἀπορία…
Ἀπορημένος γιατὶ εἶναι ἀκόμα κρεμασμένος ἐπάνω ἀπὸ τὸ φάραγγι-ἀφοῦ ἔκανε ὅ,τι τοῦ εἶπαν-δακρύζει καὶ σιγὰ –σιγὰ ξεσπάει σὲ ἀναφιλητά, κυττῶντας πάντα τὸ δάκτυλό του…

Ἡ σιωπὴ στὸ φαράγγι εἶναι ἀποπνικτικὴ ὄσο καὶ ἡ ζέστη…
Μυΐγες καὶ σφῆκες, τριγυρίζουν τὸν κνίτη, αὐξάνοντας τὴν δυσφορία καὶ τὴν ἀπελπισία του…
Τὰ δάκρυά του πέφτουν στάλα –στάλα καὶ χάνονται στὸ ἀπύθμενο φάραγγι…
Εἶναι ἕτοιμος νὰ τὰ παρατήσῃ καὶ νὰ πέσῃ νὰ σκοτωθῇ, νὰ πάψῃ  νὰ κυττάζῃ τὸ γαμημένο τὸ δάκτυλο, νὰ γλυτώσῃ ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἐξευτελιστικό, παράλογο, μαρτύριο…Ἀλλὰ ὄχι…Εἶναι πεισματάρης…Θέλει νὰ μάθῃ γιατὶ δὲν σώθηκε ὅπως δικαιοῦται…

Μαζεύει ὄσες δυνάμεις τοῦ ἔχουν ἀπομείνει καὶ κυττῶντας συνεχῶς τὸ δάκτυλό του, ξεσπάει:

Ἐεεε…Ῥέε…Γιατί δέν μέ ἔσωσες ἄκομα; Γιατὶ εἶμαι ἄκομα κρεμασμένος;
Τώρα κρέμομαι μὲ τὸ ἕνα χέρι κυττάζω συνέχεια τὸ δάκτυλό μου καὶ πονάω περισσότερο…
Εἶμαι ἕτοιμος νὰ πέσῳ…
Ῥεεέ; Γιατί δέν μέ ἔσωσες ἀφοῦ ἔκανα ὅ,τι μοῦ εἶπες;
Πέρασα τὴν δοκιμασία!…
Δέν τήν ἐπέρασα;
Ὄχι πές μου….
Δέν πέρασα τήν δοκιμασία;
Μιλάω συνέχεια στὸ δάκτυλό μου ὅπως μοῦ εἶπες νὰ κάνῳ. Γιατί δέν σώθηκα ἀκόμη;

Εἶσαι ἔνας φασίστας!
Μὲ κορόιδεψες γιὰ νὰ γελᾷς…Ἀλλά τί περιμένεις ἀπό Ἐβραῖο…
Ναὶ εἶσαι ἕνας Ἑβραῖος φασίστας…
Ἀπὸ αὐτοὺς πού σκότωναν ὅλους τοὺς ἄλλους.
Ἔδωσες- ἐκεῖ -κάτι… ἐντολὲς ἀλλὰ δὲν γύρισες νὰ δῇς δικαιοσύνη…
ΤΙΠΟΤΑ!

ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΥΤΤΑΖῼ ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΩΛΟΔΑΚΤΥΛΟ ΣΥΝΕΧΕΙΑ;

(οὐρλιαξε μὲ λύσσα κυττάζοντας τὸ δάκτυλό του!)
ΑΠΟΛΥΤΗ, ΟΔΥΝΗΡΑ ΕΚΚΩΦΑΝΤΙΚΗ, ΣΙΩΠΗ ΣΤΟ ΦΑΡΑΓΓΙ…

Ἡ ὥρα περνᾶ.
Ὁ κνίτης μὲ καρφωμένο τὸ βλέμμα του στὸ δάκτυλό του, ἀποχαυνωμένος, μουδιασμένος ἀπὸ τὸν ἀπόλυτο πόνο, ἔχει παραδοθεῖ στὴν Μοῖρα του…

Σὰν να πέρασαν αἰῶνες μετὰ ἀπὸ ὤρα ὁ κνίτης ξυπνᾶ –λές-ἀπὸ λήθαργο καὶ κυττάζοντας πάντα τὸ δάκτυλό του, μονολογεῖ ἀργά:

-Ναί…ἄφησα τὴν ζωὴ να κυλήσῃ μέσα ἀπὸ τὰ χέρια μου, ἀρνήθηκά τὶς ἰδέες τῶν ἄλλων, ἀπέστρεψα τὸ βλέμμα ἀπ’ὅσους ζητοῦσαν δικαιοσύνη, εἶπα ψέμματα σὲ ὅσους ζήταγαν ἀλήθειες…
Ἔγινα ὑποστηρικτὴς τῶν ἰσχυρῶν, βούτυρο στὸ ψωμί τους, ὑφᾶδι στὸ σύστημά τους, ἔπνιξα κάθε φωνὴ διαμαρτυρίας κι ἔγινα τὸ δάκτυλο ποὺ ἔδειχνε τὸ σύστημα…
Ἀναίσθητος στὸν ἀνθρώπινο πόνο χώρισα τὸν κόσμο στοὺς δικούς μας καὶ στοὺς «ἄλλους» τοὺς ἀντιφρονοῦντες…
Τὸ συναίσθημα εἶναι μικροαστικὸ ἐλάτυωμα…
Οἱ μᾶζες δὲν πονοῦν ὅπως οἱ ὁδηγητές…
Οἱ φασίστες δὲν ἔχουν ψυχή…
Καμμία τιμωρία δὲν εἶναι ἀρκετὴ γιὰ τοὺς ἀστούς…ἔλεγα συνεχῶς στὸν ἑαυτό μου.
Ὅλα ἐκείνα τὰ ἄτομα μὲ τὶς ταμπέλες ἀντὶ γιὰ πρόσωπα…
Καὶ οἱ σχέσεις… Ὅλες αὐτὲς οἱ γυναῖκες, ποὺ τοὺς ἀρνήθηκα τὰ αἰσθήματα…
Ἡ ἀδιανόητη συμπεριφορά, τοῦ ἄλλου μου μισοῦ, γεμάτο πίστη σὲ ἔνα σύστημα κομματικοῦ ἐλιτισμού, σκεπασμένο μὲ τὴν προβιὰ μιᾶς λαϊκῆς ἐμφανίσεως…
Τὸ γέλιο ποὺ δὲν ἄφησα ποτὲ νὰ τοῦ ξεφύγῃ…

Γι αὐτὸ λοιπὸν μὲ δοκιμάζεις ἄκομα…
Δὲν σὲ ἔπεισε ἡ θυσία μου…Ἡ πίστη ποὺ Σοῦ ἔδειξα…Ἡ πίστη μόνη της δὲν ἀρκεῖ.

Βούρκωσε…Κάτι ἔσπασε μέσα του…
Κάτι πρωτόγνωρο ἄρχισε νὰ ἀναδύεται ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ὑπάρξεώς του.

Ἡ ἐπίγνωσις ὀρθώθηκε καὶ πάγωσε ἐμπρός του… ΜΕΤΑΝΟΙΑ…ΝΑΙ…ΑΥΤΟ ΗΘΕΛΕ ΑΥΤΟΣ Ο ΘΕΟΣ!

Μετάνοια ψέλισε, κοιτάζοντας μὲ δέος τὸ δάκτυλό του…
«Ποῦ να μετανοιώνεις τώρα…ῥε παπάρα»(ἀκούστηκε μιὰ φωνῇ μέσα του).
Δέν πηδᾶς καλλίτερα νά τελειώνουμε;

Πόσο κουρασμένος αἰσθανόταν…
Πόσο ἄδειος μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἐξομολόγηση στὸ δάκτυλό του…
Κι αὐτὴ ἡ ἀπαίσια φωνὴ ποὺ τὸν παρότρυνε νὰ πέσῃ…

Ἡ πραγματικότητα χάθηκε …Ξέφυγε…Γύρισε χρόνια πίσω…
Στὴν γειτονιά του…
Χριστούγεννα…
Ἤταν τὸ παιδὶ μὲ τὰ κοντὰ παντελόνια ποὺ ἔκτιζε φρούρια σ’ ἔνα βουναλάκι μὲ οἰκοδομικὴ ἄμμο…
Δίπλα ὁ ἀσβεστόλακκος ποὺ χόχλαζε βαριεστημένα…
Ὅλα ἤταν τόσο ὄμορφα.
Ἀναῤῤιχητικὰ φυτὰ σκέπαζαν τὸν τοῖχο τῆς αὐλῆς του.
Δένδρα ἐλιές, μανταρινιές, μιὰ μουσμουλιά, ἡ ἀμυγδαλιὰ ἔξω ἀπ’ τὸ παράθυρό του…
Ἔνοιωθε τὴν ζωὴ μέσα του νὰ σκιρτᾷ εὐτυχισμένα…

…Προχτὲς αὐτὸς κι οἱ ἄλλοι εἴχαν βρῆ μιὰ παλιὰ ὀβίδα (δὲν ἤξεραν τὶ ἤταν τότε) στὰ χαλάσματα ἀπέναντι…
Τὴν κτύπησαν, τὴν ζόρισαν, τὴν μάγκωσαν…
Ἔβγαλαν τελικὰ τὸ βλῆμα ἀπὸ τὸν κάλυκα. Μέσα στὸν κάλυκα ἦταν τὰ ξανθὰ μακαρόνια ποὺ καίγονταν φσστ ἀμέσως μὲ μιὰ λαμπρὴ φλόγα.
Γελοῦσαν…
Ἔβαζαν τὰ μακαρόνια τῆς ὀβίδας στὴν σειρὰ καὶ τὰ ἄναβαν, χαζεύοντας τὴν γρηγόρη καύση, γελῶντας εὐτυχισμένα…
Κάποια στιγμὴ ἔβαλαν φωτιὰ στὰ «μακαρόνια» μέσα στὸν κάλυκα…
Φφφφφσσσσττ…ΜΠΟΥΟΥΜ!!! ἔσκασε τὸ καψούλι τοῦ κάλυκα καὶ τυφλώθηκαν ὅλοι πρόσκαιρα ἀπὸ τὴν λάμψη…
Γέλια…Γέλαγαν ὑστερικὰ καθὼς κυλιόντουσαν στὰ χώματα…
Μετὰ οἱ ἄλλοι πῆραν τὸ βλῆμα μαζύ τους καὶ τράβηξαν γιὰ τὸν ἀπάνω μαχαλά…

…Ἔπαιζε μὲ ἔνα ξανθὸ ῥιγὲ γατάκι δίπλα στὸν ἀσβεστόλακκο…
Τὸ ἀνέβαζε στὴν κορυφὴ τῆς ἄμμου κι αὐτὸ κατρακύλαγε κάτω κουτρουβάλες σκασμένο στα γέλια …
Γέλαγαν καὶ οἱ δύο…Αὐτὸς καὶ τὸ γατί.
Μέσα τους φούσκωνε ἡ Ἀνοίξῃ…
Αἰσθάνονταν δυνατοί,  ἄτρωτοι, προεκτάσεις τῆς φύσεως ποὺ ἀναγεννᾶται διαρκῶς…
Τὸ παιγνίδι ἤταν ἡ ἀναπνοή τους κι ἡ ἀναπνοή τους παιγνίδι…

Ἤταν κάτω ἀπὸ τὴν αἰωνόβια ἐλιὰ τῆς αὐλῆς ὅταν, ὁ κόσμος σείστηκε ὁλόκληρος…
Πάγωσε, καθὼς σκοτείνιασε ὁ οὐρανὸς κι ἄρχισε νὰ βρέχῃ χαλίκια καὶ χῶμα…
Πελαγωμένος, ἄφησε τὸ γατάκι νὰ κυλίσῃ στὸν ἀσβεστόλακκο…Τὸ παράτησε ἐκεῖ κι ἔτρεξε νὰ βρῇ τὴν Μάννα του, ποὺ οὐρλιαζε ἀπεγνωσμένα…

Τὴν ἄλλη ἡμέρα στὴν κηδεία πλάνταξε ἀπ’ τὸ κλάμα…
Ὅλοι νόμιζαν πὼς ἔκλαιγε τὰ φιλαράκια του… Ὅμως αὐτός…
Αὐτὸς ἔκλαιγε γιὰ τὸ γατάκι, τὸν φίλο ποὺ ἐγκατέλειψε μέσα στὴν ἀσβέστη…

Συνῆλθε. Ἡ πραγματικότητα τὸν κτύπησε σὰν κλωτσιὰ στὸ στῆθος…
Βουρκωμένος, ἀπελπισμένος, μὲ τὸ παρελθὸν νὰ ἔχῃ ζωντανέψει σὰν προϊστορικὸ θηρίο, ποὺ ἤθελε νὰ τὸν καταπίῇ, ἀπεφάσισε νὰ δόσῃ ἔνα τέλος σ’ αὐτὴ τὴν τραγῳδία…

Πῆρε βαθειὰ ἀνάσα, ἔκλεισε σφικτὰ τὰ μάτια κι ἄκουσε τὸ αἷμα νὰ χοχλάζῃ στὸ κεφάλι του…
Περίμενε μερικὰ δεπτερόλεπτα κι ἔπειτα, μὲ μιὰ ἀπότομη κίνηση, ἄνοιξε τὴν παλάμη τοῦ ἄλλου χεριοῦ καὶ ἀφέθηκε νὰ πέσῃ στὸ κενό…

…Τίποτα!
Μισάνοιξε μὲ δυσκολία τὰ μάτια του…
Τίποτα, ἦταν ἄκομη κρεμασμένος μὲ τὸ δεξὺ χέρι ἀπ’ τὸ δενδράκι.

Προσπάθησε ἔδωσε ἐντολὴ στο χέρι ν’ ἀνοίξῃ…
Τίποτα. Τὸ χέρι παρέμενε πεισματικὰ κλειστὸ καὶ αὐτὸς συνέχιζε γιὰ κάποιον ἀπίθανο λόγο νὰ κυττάζῃ τὸ δάκτυλο τοῦ ἄλλου χεριοῦ.
Ἔ…ὄχι…
Οὐρλιαξε στὸ δάκτυλό του…
Ὄχι, αὐτὸ παραπάει!
Τινάχτηκε σύγκορμος προσπαθῶντας νὰ ἐλευθερώσῃ τὸ κλαδὶ ἀπὸ τὴν λαβή του.
Συσπάστηκε τεντώθηκε ξανὰ καὶ ξανά…
Τίποτα.
Ἐνοιωσε να σβήνει καὶ χάθηκε μέσα στὸ σκοτάδι τῆς λιποθυμίας.

…Ἔπεφτε; Εἶδε μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς του τὸν διπλό του, ποὺ εἶχε ἐγκαταλείψει ἀπὸ χρόνια, νὰ χορεύῃ μὲ μιὰ κοπέλα, σὲ ἕνα χριστουγεννιάτικο πάρτυ, εὐτυχισμένο…
Ἀγάπη…Εἶδε τὴν Ἀγάπη σὰν λαμπρὴ φλόγα νὰ λειώνῃ τὸ κῦμα τῆς ἐπιγνώσεως ποὺ τὸν κράταγε ἀκίνητον νὰ τοῦ ζεσταίνῃ τὴν ψυχή…
Καὶ για μία φορὰ στὴν μίζερη ζωή του αἰσθάνθηκε σὰν ἄνθρωπος…

Ἔπεφτε; Δέν ἔπεφτε!
Αἰωρούνταν δίχως τὸ δέος τῆς πτώσεως.
Ἀνάλαφρος σὰν πούπουλο καλυμποῦσε στὸ κενό.
Ἄρχισε νὰ κατευθύνεται πρὸς τὰ ἐπάνω, πρὸς τὸ χεῖλος τοῦ γκρεμοῦ, τὴν σωτηρία.
Εὐτυχῶς ποὺ μοῦ ἔκοψε νὰμετανοήσῳ, σκέφθηκε, καθὼς πάσχιζε νὰ ἀνέβη λίγο ψηλότερα…
Νά το… Φτάνω, σὲ λίγο θὰ εἶμαι ἐλεύθερος καὶ ὅλα αὐτὰ θὰ εἶναι παρελθόν…
Γαμῶτο…Κόντεψα να τρελλαθὼ μέσα στὸν κωλογκρεμό…

-ΚΟΥΜΜΟΥΝΙ!

Ἀκούστηκε ἡ φωνὴ ποὺ σκέπασε κάθε ἄλλη σκέψη στὸ μυαλό του…
Ἔφτανε στὸ κρηπίδωμα τοῦ γκρεμοῦ, ἄγγιζε μὲ τὰ χέρια του τὸ χῶμα…

-ΚΟΥΜΜΟΥΝΙ!... Ξανακούστηκε σοβαρὴ ἡ φωνή!

Δὲν ἔδωσε σημασία..
.Δὲν ἤθελε ν’ἀκούσῃ.
Ἀπεγνωσμένα συστράφηκε τεντώθηκε ἅρπαξε τὸ ἀραιὸ χορτάρι ποὺ φύτρωνε στὴν ἄκρη…
Νά… Τράβηξε τὸ χορτάρι πρὸς τὸ μέρος του κι ἀκούμπησε τὸ στῆθος του στὸ χῶμα…

-ΚΟΥΜΜΟΥΝΙ!…

-Τὶ θέλεις;;;
οὐρλιαξε καθὼς πάσχιζε να ἀνεβάσῃ καὶ τὸ ὑπόλοιπο σῶμα του στο ἔδαφος…
Τὶ θέλεις-ἐπιτέλους-ἀπό ἐμέναν;;;


-ΚΟΥΜΜΟΥΝΙ: ΑΝΟΙΞΕ ΤΟ ΔΕΞΙ ΧΕΡΙ ΚΑΙ ΔΕΙΞΕ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ!

Κάπου βαθειὰ στὸ μυαλό του σκίρτησε μία τρομακτικὴ σκιά, δεύτερη, τρίτη…
Κάτι ἀνίερο  ποὺ παραμόνευε χρόνια στὰ σκοτάδια ἀναδεύτηκε…
Βοὴ σηκώθηκε στὸ μυαλό του…
Οἱ Ἐρινύες, οἱ τύψεις γιὰ ὅλα τὰ ψέμματα, ὅλοι αὐτοὶ οἱ μικροὶ καθημερινοὶ θάνατοι γέμισαν τὴν ὑπάρξή του ἀλλαλάζοντας…

Πέφτω…πέφτω γαμῶτο,οὐρλιαξε ἀπεγνωσμένα στο δάκτυλό του!

Καλὰ Χριστούγεννα κουμμοῦνι!!!
(ἦταν τὸ τελευταῖο πρᾶγμα ποὺ ἄκουσε, πρὶν διαλυθῇ στὸν πᾶτο τοῦ φαραγγιοῦ…!!!)

Μάκης Δροῦκας

Σημείωσις

Δημοσιεύω τὸ παραπάνω γιὰ τοὺς ἐξῆς λόγους:

  1. Οἱ ἐμμονές, ἀπὸ ὅπου κι ἐὰν προέρχονται, ΔΕΝ ἔχουν λόγο …«συγχωρήσεως». Ἀφῆστε ποὺ τελικῶς ὁδηγοῦν στὴν ψυχασθένεια.
    Ὁ πλανήτης αὐτὸς εἶναι ἔτσι δομημένος, ποὺ ἐὰν ΔΕΝ τὸν σέβεσαι, τὰ λάθη εἶναι ἀνεπανόρθωτα.
  2. Θὰ μποροῦσε, στὴν θέσιν τῆς λέξεως «ΚΟΥΜΟΥΝΙ» νὰ μπῇ κάποια ἄλλη. Διαλέξτε ἐσεῖς. Εἶναι τὸ ἴδιο…
  3. Μέσα στὴν παραπάνω ἱστορία ἴσως βροῦμε κάτι ἀπὸ τὸν ἑαυτόν μας.

Φιλονόη

φωτογραφία

(Visited 43 times, 1 visits today)




Leave a Reply