Ἔλα ‘σύ, πώ΄φαες τ’ αὐγό…

Ἔλα 'σύ, πώ΄φαες τ' αὐγό...Κάποτε…
Πρὶν πολλὰ χρόνια, ἦταν σ’ ἕνα πλοῖο καπετάνιος ἔνας Χιώτης πλοίαρχος…
Μιὴν ἡμέρα λοιπόν, τὸν ἐπισκέφθηκε ὁ λοστρόμος τοῦ πλοίου καὶ τὸν πληροφόρησε πὼς οἱ ναῦτες δὲν ἀποδίδουν ὄσο πρέπει στὴν ἐργασία τους καὶ πὼς οἱ δουλειὰ ἔχει μείνει πίσω, διότι παραπονοῦνται γιὰ τὴν φτωχὴ διατροφή τους.
Ὁ καπετάνιος ἀφοῦ σκέφθηκε τὸ πρόβλημα διέταξε τὸν μάγειρα κάθε δεύτερη ἡμέρα νὰ τοῦ βράζῃ αὐγὰ καὶ νὰ τὰ φέρνῃ στὸ γραφεῖο του κρυφά…
Ἐκεῖ φώναζε κάθε ἀπόγευμα ξεχωριστὰ ἔναν -ἔναν τοὺς ναῦτες καὶ τοὺς ἔδινε, ἐντελῶς ἐμπιστευτικὰ καὶ κρυφά, στὸν καθ’ ἕνα ξεχωριστὰ ἕνα αὐγό.

Τὴν ἄλλη ἡμέρα, τὴν ὥρα τῆς δουλειᾶς, πῆρε μαζύ του τὸν λοστρόμο, βγῆκαν στο κατάστρωμα καὶ τοῦ λέει: Βρὲ λοστρόμε… σὰν νὰ μὴν ξέρῃς καλὰ τὴν δουλειά σου…Τὰ ματσακόνια δὲν βαροῦν γρήγορα…
-Μὰ σοῦ εἶπα καπετάνιε …τὸ φαΐ…
-Βρὲ νὰ (τοῦ λέει ὁ καπετάνιος) κῦττα πῶς τοὺς διατάζουν κι ἀκοῦν…
Σηκώνει τὰ χέρια χωνὶ καὶ φωνάζει δυνατά: ΕΛΑ ΕΣΥ ΠΩ ΦΑΕΣ Τ’ ΑΥΓΟ…
ΤΕΛΕΙΩΝΕ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΘΑ ΧΕΙ ΑΛΛΟ…

Καί-ὢ τοῦ θαύματος- τὰ ματσακόνια ἔπιασαν φωτιὰ ἀπὸ τὴν γρηγοράδα τῶν ναυτῶν ποὺ ΕΦΑΓΑΝ Τ’ΑΥΓΟ…

Μάκης Δροῦκας

φωτογραφία

(Visited 59 times, 1 visits today)




Leave a Reply