Χρήσιμα κόμματα μέ …διαφορετικές ἰδεολογίες;

Χρήσιμα κόμματα μέ ...διαφορετικές ἰδεολογίες;Στην Ελληνική Βουλή:
Κάποιοι παριστάνουν τους εθνικιστές, κάποιοι τους κεντρώους, κάποιοι παριστάνουν τους κομμουνιστές.
Όλοι μαζί παριστάνουν τους Έλληνες, αν και στην πραγματικότητα δεν είναι ούτε καν …φιλέλληνες!
Κι αυτοί οι εχθροί της Ελλάδας, που λήστεψαν και κατέστρεψαν την χώρα, παριστάνουν επίσης τους σωτήρες των Ελλήνων, πληρώνονται από τους Έλληνες και αποφασίζουν για τους Έλληνες.

 

Και ξέρετε γιατί συνέβη αυτό;
Γιατί σχεδόν κανένας Έλληνας δεν έβαλε το συμφέρον της Ελλάδας επάνω από το προσωπικό του συμφέρον.
Κανένας δεν μεγάλωσε τα παιδιά του με αξίες και ήθος, για να αποτελέσουν αυτά τα νέα θεμέλια μίας άλλης Ελλάδας.
Οι περισσότεροι γονείς θεωρούσαν καθήκον τους να βολέψουν τα δικά τους παιδιά, αδικώντας αυτά των άλλων και στηρίζοντας τους πιο ανάξιους πολιτικούς.
Γιατί μόνο με τα λαμόγια της πολιτικής θα μπορούσαν να συνεννοηθούν, ώστε να ανταλλάξουν την ψήφο τους με ρουσφέτια που δεν ήταν ούτε νόμιμα, ούτε ηθικά.

Οι πολίτες στήριξαν τους πολιτικούς που παρέβαιναν τους νόμους και το ίδιο έκαναν και τα μεγάλα συμφέροντα.
Προωθούσαν μέσα από τα ΜΜΕ μόνο τους πολιτικούς που ήταν συνεργάσιμοι στις μεγάλες κομπίνες.
Πόσοι γονείς όμως θα επέλεγαν να αφήσουν τα παιδιά τους να ψάχνουν δουλειά στην ζούγκλα του ιδιωτικού τομέα, ώστε να αφήσουν τις θέσεις του Δημοσίου για κάποιους που τις έχουν περισσότερη ανάγκη ή που πραγματικά αξίζουν, ώστε να αναβαθμίσουν με την παρουσία τους τις λειτουργίες του Δημοσίου;
Ακόμα όμως κι αν οι γονείς σκέφτονταν με τόσο αλτρουιστικό τρόπο, ποιος θα τους εξασφάλιζε ότι ο αλτρουισμός τους δεν θα πήγαινε τελικά χαμένος;

Αξίζει να διαβάσουμε τα πρώτα χρόνια της πολιτικής στην Ελλάδα για να βγάλουμε χρήσιμα συμπεράσματα και για το σήμερα.
Η Ελληνική Δημοκρατία, όπως όλες οι «Δημοκρατίες» που συνέστησαν οι τοκογλύφοι τα τελευταία 200 χρόνια,  είχε για πυλώνες ό,τι πιο σάπιο υπήρχε εκείνη την εποχή με ανθρώπινη μορφή και προαιρετική γνώση της Ελληνικής.

Σίγμα

ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ KOMMATΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΟΘΩΝΙΚΗΣ ΜΟΝΑΡΧΙΑΣ
Του ΑΝΤΩΝΗ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΥ

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η παρούσα εργασία, στόχο έχει να καταγράψει την εμφάνιση των πρώτων κομμάτων στην Ελλάδα μετά την επανάσταση του 1821 κατά την σύσταση του ανεξάρτητου πλέον, ελληνικού κράτους. Η περίοδος την οποία εξετάζουμε ξεκινά λίγο πριν την επανάσταση, όπου θα δούμε την οργανωτική δομή των τοπικών κοινωνιών, τον ρόλο που έπαιξαν κατά την επαναστατική περίοδο, καθώς και αυτών που διαδραμάτισαν μέχρι το 1862, κατά την περίοδο της Οθωνικής μοναρχίας.
Μέσα σε αυτά τα 40 χρόνια θα εξετάσουμε την πορεία των πρώτων κομμάτων που έκαναν την εμφάνισή τους στα πολιτικά δρώμενα του νεοσύστατου κράτους, την εξέλιξή τους μέσα από την επαναστατική περίοδο και την λειτουργία τους μέσα στο μοναρχικό πολίτευμα. Επίσης θα εξετάσουμε τις οργανωτικές τους δομές, τους επηρεασμούς που είχαν, καθώς και τον ιδεολογικό προσανατολισμό που πρέσβευαν.

2. ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΚΑΤΑΒΟΛΕΣ

Κατά την προεπαναστατική περίοδο οι Έλληνες δεν είχαν την δυνατότητα να συγκροτήσουν πολιτικά κόμματα. Σε κάθε κοινωνία υπήρχαν οι ισχυρές οικογένειες, οι οποίες διέθεταν οικονομική αυτάρκεια και περιουσία και συγκροτούσαν τις «φατρίες», ή τα «πελατειακά δίκτυα». «Η σχέση πελατείας είναι μια σχέση εκούσιας διπολικής συναλλαγής ανάμεσα σε κοινωνικούς φορείς άνισης κοινωνικής και οικονομικής ισχύος που στηρίζεται στην αμοιβαία αντίληψη υποχρεώσεων παροχής ορισμένων διαφορετικών υπηρεσιών, χωρίς το πλέγμα αυτό των υποχρεώσεων να εντάσσεται σ’ ένα δεδομένο έννομο ή οπωσδήποτε θεσμοποιημένο σύστημα αξιολογικών κανόνων συμπεριφοράς και αντίστοιχων κυρώσεων»[1]. Καθώς δεν είχαν αναπτυχθεί δημοκρατικοί και αντιπροσωπευτικοί θεσμοί «η πολιτική ζωή αναγκαστικά περνούσε μέσα απ’ αυτά τα δίκτυα πατρωνίας και πελατείας»[2].
Στην Πελοπόννησο για παράδειγμα αναπτύχθηκαν δύο μεγάλα δίκτυα πατρωνίας, στην κορυφή των οποίων βρίσκονταν οικογένειες προκρίτων. Ανάμεσα σε αυτές επικρατούσε έντονος ανταγωνισμός για τον έλεγχο των δημοσίων θέσεων, το μοίρασμα της εξουσίας, τους διορισμούς στον διοικητικό μηχανισμό κ.α.
Σύμφωνα με άρθρο της νεοκδοθείσης εφημερίδας Ήλιος το 1833, απαριθμούνταν επτά κόμματα τα οποία έφεραν το όνομα του αρχηγού της φατρίας: Το «Μαυροκορδατικόν», το «Κωλεττικόν», το «Ζαϊμικόν», το «Δεληγιαννικόν», το «Μαυρομιχαλικόν» και το Κουντουριωτικόν».[3]
Ο ανταγωνισμός των παραπάνω φατριών εντάθηκε αμέσως μετά την επανάσταση του 1821. Κάθε μια οικογένεια, είτε με πρόσκαιρες συμμαχίες που στηρίζονταν κυρίως σε γάμους μεταξύ διαφορετικών οικογενειών (εκλεκτές συγγένειες), επιχειρούσε να έχει ουσιαστικό ρόλο και εξουσία σε ότι αφορά στην διαμόρφωση του νεοσύστατου κράτους. Ο ρόλος της πατρωνίας άρχισε να ενισχύεται τα τελευταία χρόνια της προεπαναστατικής περιόδου κατά την οποία η δύναμη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας βρισκόταν σε ύφεση. Είναι χαρακτηριστικό ότι «κάθε καινούριος πασάς δεν μπορούσε να ασκήσει την εξουσία του αν δεν συμμαχούσε με μια από τις φατρίες»[4].
Οι φατρίες ήταν εκείνες που συνέστησαν και συγκροτούσαν κατά την Οθωνική περίοδο τα πολιτικά κόμματα. Στην Πελοπόννησο διακρίνεται η φατρία του Σωτηράκη Λόντου (Βοστίτσα) με ισχυρά μέλη τα τον Ασημάκη Ζαΐμη από την Κερπινή Καλαβρύτων και τον Γεώργιο Σισίνη από την Γαστούνη. Αντίπαλη φατρία, ήταν του Γιάννη Δεληγιάννη από τα Λαγκάδια Καρύταινας, με συμμάχους τον Σωτήρη Χαραλάμπη από τα Καλάβρυτα, τον Θάνο Κανακάρη από την Πάτρα και τον Πανούτσο Νοταρά από την Κόρινθο.
Από τις ισχυρές επίσης φατρίες στην Πελοπόννησο (Μάνη) διακρίνεται η οικογένεια των Μαυρομιχαλαίων με σημαντικό ρόλο στην κήρυξη της επαναστάσεως, κατά την οποία έχασαν την ζωή τους σαράντα εννέα μέλη της οικογένειας, καθώς ο Πετρόμπεης ήταν ο κύριος υποκινητής της στην Νότια Πελοπόννησο.[5] Τέλος, η φατρία των Κουντουριώτηδων στην Ύδρα, ήταν από τις παλαιότερες, τις πλουσιότερες, με σημαντική προσφορά στον απελευθερωτικό αγώνα.
«Η επανάσταση ήταν σε μεγάλο βαθμό μια αγροτική εξέγερση που διενεργήθηκε μέσα σε έντονες κοινωνικές συγκρούσεις, με κορυφώσεις τους δυο εμφυλίους πολέμους στα 1823-1824».[6] Η έκρηξη της επαναστάσεως προσέφερε την δυνατότητα σε πολλούς οπλαρχηγούς ταπεινής καταγωγής να δημιουργήσουν τις δικές τους ομάδες, να ισχυροποιηθούν και να συγκροτήσουν ισχυρές φατρίες, οι οποίες στα κατοπινά χρόνια θα παίξουν σημαντικό ρόλο, τόσο στους σχηματισμούς των κομμάτων, όσο και στα κυβερνητικά σχήματα. Η περίπτωση του Γιάννη Μακρυγιάννη, του Οδυσσέα Ανδρούτσου, του Μαυροκορδάτου, του Κωλέττη στην Ρούμελη και του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στην Πελοπόννησο αποτελούν απτά παραδείγματα.

1. ΕΞΕΛΙΞΗ

Στο παρόν κεφάλαιο θα εξετάσουμε περιφραστικά την αναγκαιότητα που προέκυψε για την δημιουργία των κομμάτων και τις διεργασίες που έγιναν στην μετεπαναστατική περίοδο μέχρι τον σχηματισμό τους. Σχεδόν όλοι οι ιστορικοί μετά την επανάσταση του 1821 διαπιστώνουν ένα σημαντικό πολιτικό κενό στα ελεύθερα πλέον, εδάφη. Σύμφωνα με τον J. Petropoulo, ο σχηματισμός ομάδων από τις φατρίες σε εθνικό επίπεδο πέρασε από τρείς φάσεις: α) Την τριετία 1821-23 εξελίχτηκε με βάση ταξικές διαστάσεις β) Το 1824 οι φατρίες ευθυγραμμίστηκαν σύμφωνα με τους τοπικούς διαχωρισμούς γ) το 1825 οι τρείς προσωπικές φατρίες που είχαν κυριαρχήσει ανάμεσα σε όλες τις άλλες χαρακτηρίστηκαν σύμφωνα με την προτίμησή τους για κάποια από τις εγγυήτριες δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσσία) και τελικά ετέθησαν υπό την προστασία τους.
Οι Έλληνες στρέφονται στις ξένες δυνάμεις ιδιαίτερα μετά την συμμαχία του Μεχμέτ Αλη της Αιγύπτου με τον Σουλτάνο και την αποβίβαση στην Πελοπόννησο του Ιμπραήμ. «Η διαφορετική και σε πολλά σημεία συγκρουόμενη πολιτική των τριών δυνάμεων επάνω στο Ελληνικό ζήτημα επηρέαζε όχι μόνο τον επαναστατικό αγώνα, αλλά και την πολιτική σκέψη των Ελλήνων»[7].

2. ΚΟΜΜΑΤΑ-ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΕΣ ΔΟΜΕΣ

Το «Αγγλικό» κόμμα αποτελείτο από τους οπαδούς του Μαυροκορδάτου, την φατρία Λόντου-Ζαΐμη και την παράταξη Μιαούλη-Τομπάζη στην Ύδρα. Επίσης στις τάξεις του είχαν προσχωρήσει και λόγιοι της εποχής, καθώς και στρατιωτικοί της Δυτικής Ρούμελης που είχαν σπουδάσει και διαμείνει στο εξωτερικό.
Το «Γαλλικό» κόμμα δημιουργήθηκε από τον Ιωάννη Κωλέττη το 1831-32, ο οποίος στην αρχή προσεταιρίστηκε κλέφτες και αρματολούς της Στερεάς. Στο κόμμα προσχώρησε μια σημαντική ομάδα προεστών από την Πελοπόννησο, καθώς και «μερικοί πολιτικοί επιτελείς, κυρίως εξευρωπαϊσμένοι λόγιοι, χωρίς τοπικούς οπαδούς, αλλά με γραφειοκρατικές ικανότητες».[8] Το «Γαλλικό» κόμμα ήταν κατά κάποιο τρόπο «μια σύμπραξη πολλών τοπικών αρχόντων, ο καθένας από τους οποίους διέθετε τους δικούς του οπαδούς και αναγνώριζε τον ηγέτη ή τους ηγέτες του κόμματος μόνον ως πρώτους μεταξύ ίσων».[9]
Το «Ρωσσικό» κόμμα επηρέαζαν οι Καποδιστριακοί και η οικογένεια Κολοκοτρώνη. Στις τάξεις του είχαν στρατευθεί οι πολλοί φτωχοί. Και στα τρία κόμματα σημαντική επιρροή ασκούσαν οι πρεσβείες των τριών δυνάμεων.

3. ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ

Το προσωρινό πολίτευμα της Ελλάδος που εγκρίθηκε από την πρώτη εθνοσυνέλευση στην Επίδαυρο (Ιανουάριος 1822) και η διακήρυξη της Ελληνικής ανεξαρτησίας που το συνόδευε διαπνέετο από τις αρχές και τα αιτήματα του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού «για φιλελεύθερους πολιτικούς θεσμούς και δημοκρατικό σύστημα διακυβερνήσεως»[10]. Οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονταν στον Συνταγματικό χάρτη που ψηφίσθηκε από την δεύτερη εθνοσυνέλευση στο Άστρος (Απρίλιος 1823).
Στην Τρίτη εθνοσυνέλευση (Μάιος 1827) της Τροιζήνας εγκατελείφθη το αίτημα των φιλελευθέρων θεσμών και το πολιτικό σύνταγμα, το οποίο ψηφίσθηκε, καθιέρωνε το προσωποπαγές καθεστώς του Ιωάννη Καποδίστρια, καθώς απαλείφθηκε η δημοκρατική χροιά των προηγουμένων συνταγμάτων και καθιερώθηκε «η πίστη στην φιλανθρωπία ενός ισχυρού ανωτάτου εκτελεστικού οργάνου».[11]
Ουσιαστικά το σύνταγμα ανεστάλη και στον κυβερνήτη εδόθησαν δικτατορικές εξουσίες, οι οποίες μέσα από την τετάρτη εθνοσυνέλευση (Ιούλιος-Αύγουστος 1829) στο Αργος άνοιξαν τον δρόμος στην εγκαθίδρυση μοναρχικής διακυβερνήσεως. Αυτό έγινε από την πέμπτη εθνοσυνέλευση (Δεκέμβριος 1831-Μάρτιος 1832) στο Αργος και στο Ναύπλιο με την ψήφιση του νέου πολιτικού συντάγματος κατά το οποίο εγκαθίδρυε μοναρχικό πολίτευμα κατά τα πρότυπα της Γαλλικής Παλινορθώσεως. Έτσι «οι πολιτικές αξίες του νέου κράτους που έγινε ανεξάρτητο ύστερα από την σύναψη της συνθήκης της 7ης Μαΐου 1832 μεταξύ των τριών μεγάλων δυνάμεων, οι οποίες είχαν αναλάβει τον ρόλο των «προστάτιδων» της Ελλάδας, διαμορφώθηκαν από ιδεολογικές αρχές και πολιτισμικούς προσανατολισμούς διαφορετικούς από εκείνους που είχαν εμπνεύσει την ιδεολογία της Ελληνικής επαναστάσεως»[12].
Οι ηγέτες και οι οπαδοί του Αγγλικού Κόμματος θεωρούσαν ότι το ελληνικό κράτος θα μπορούσε να ιδρυθεί και να έχει ασφαλή σύνορα μόνο με την υποστήριξη της Αγγλίας. Ως θεμελιώδεις αρχές του πολιτικού συστήματος το αγγλικό κόμμα πίστευε στο κοινοβουλευτικό αντιπροσωπευτικό σύστημα και στην διάκριση των εξουσιών, αρχές τις οποίες υπεστήριξε σε όλη την διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα. Στην συνέχεια ο Μαυροκορδάτος τροποποίησε την θέση του, βλέποντας το σύνταγμα ως την τελική πράξη μιας σειράς εσωτερικών μεταρρυθμίσεων, όπως ο περιορισμός της κρατικής εξουσίας, περισσότερες ελευθερίες, αυτοκέφαλη ελληνική εκκλησία κ.α.
Το Γαλλικό Κόμμα έθεσε ως πρώτη προτεραιότητα την υλική αποκατάσταση των αγωνιστών της ελευθερίας, κερδίζοντας έτσι οπαδούς σε διάφορες περιοχές της χώρας. Επίσης, πρέσβευε την άποψη για άμεση απελευθέρωση του αλύτρωτου ελληνισμού με σύντομες πολεμικές ενέργειες. Αποκορύφωμα των απόψεων αυτών είναι η διατύπωση με σαφήνεια το 1844 από τον Κωλέττη στην Εθνοσυνέλευση, της «Μεγάλης Ιδέας». Δηλαδή της άμεσης επαναστατικής εφορμήσεως στα κατεχόμενα εδάφη τα οποία αποτελούσαν την κύρια Ελλάδα. Το πρόγραμμα του κόμματος για την εσωτερική πολιτική ήταν ασαφές, ενώ κατά την περίοδο της βαυαροκρατίας αγωνίσθηκε εναντίον της στελεχώσεως του στρατού από ξένους.
Το Ρωσσικό κόμμα (Ναπαίοι, όπως αλλιώς ονομάζονταν) ήταν συντηρητικό σε όλες τις επιλογές του. Τα στελέχη και οι οπαδοί του πίστευαν ότι θεμέλιο ήταν η θρησκεία, για αυτό στράφηκαν και προς την Ρωσσία, επειδή ήταν η μόνη μεγάλη δύναμη με ορθόδοξο θρήσκευμα. Το Ρωσσικό Κόμμα, έβλεπε την θρησκεία σε διαρκή κίνδυνο και καταπολεμούσε τον κοσμοπολιτισμό και την οποιαδήποτε αποστασιοποίηση από τις παραδόσεις. Προκειμένου να προσεγγίσει ευρύτερα λαϊκά στρώματα εστρέφετο συχνά στο θρησκευτικό συναίσθημα των Ελλήνων. Στο κόμμα αυτό στηρίχθηκαν ιδίως, στην εποχή της διακυβερνήσεως της χώρας από τον Καποδίστρια, όσοι είχαν υποφέρει κατά την εποχή της επαναστάσεως και τους εμφυλίους. Πίστευαν στην ίδρυση ενός ισχυρού κράτους το οποίο σε συνεργασία με την Ρωσσία και το Οικουμενικό Πατριαρχείο θα φρόντιζε για την καθαρότητα της πίστεως και θα αναγνώριζε στην εκκλησία κυρίαρχη θέση[13].

4. ΕΞΕΛΙΞΗ ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

«Για να καταλάβει κάποιος την συμπεριφορά των κομμάτων κατά την διάρκεια της βασιλικής περιόδου, πρέπει να συλλάβει την εσωτερική τους διάρθρωση ως μια χαλαρή σχέση φατριών με έναν κομματικό αρχηγό και έναν ξένο αντιπρέσβη κυριάρχους στην κορυφή και μια πληθώρα τοπικών πελατειών στην βάση»[14]. Καθώς δεν υπήρχαν δημοκρατικοί και αντιπροσωπευτικοί θεσμοί η πολιτική ζωή περνούσε μέσα από τα δίκτυα πατρωνίας και πελατείας[15]. Έτσι τα μεν κόμματα εξασφάλιζαν συμμάχους ανεξάρτητους από την βασιλική εύνοια που ανάλογα με τις ανάγκες της στιγμής σε ορισμένα ζητήματα συνεργούσαν, ενώ σε άλλα συγκρούονταν. Κατά την περίοδο της μοναρχίας, όλα τα κόμμα είχαν συμμετοχή στην διοίκηση, με εξαίρεση το Ρωσσικό κατά την περίοδο της αντιβασιλείας, γεγονός που ενίσχυε τις πελατειακές σχέσεις, αλλά και τον ανταγωνισμό με την κεντρική εξουσία, δηλαδή το στέμμα.
Η εγκατάσταση του Όθωνος και η πρώτη αντιβασιλεία μέχρι την ενηλικίωσή του απέκλεισε τα κόμματα από οποιαδήποτε συμμετοχή στην διαμόρφωση πολιτικής. Η ανάθεση πολλών σημαντικών θέσεων σε Βαυαρούς «αποξένωσε τους Έλληνες προύχοντες και διανοούμενους, που ήλπιζαν μετά την απαλλαγή τους από τον Καποδίστρια να κυριαρχήσουν οι ίδιοι στον κρατικό μηχανισμό».[16] Στην συνέχεια στηρίχθηκε στο Αγγλικό κόμμα, στο οποίο απέδωσε «διακοσμητικές εξουσίες», ενώ προσεταιρίστηκε και το Γαλλικό κόμμα, αφήνοντας έξω από τα κρατικά αξιώματα τους Ναπαίους (Ρωσσικό κόμμα).
Το 1938 οι Υδραίοι ξεσηκώθηκαν εναντίων των τοπικών αρχών, αμνηστεύτηκαν τελικά από την κυβέρνηση, η οποία για να αντιμετωπίσει την ληστεία που ευρίσκετο σε έξαρση, δεν δίστασε να εκδόσει νόμο με αυστηρότερες ποινές (1840). Την διετία 1938-39 ο ΄Οθωνας στρέφεται στην ενίσχυση του Ρωσσικού κόμματος, με τον διορισμό περισσότερων μελών του κόμματος αυτού στο υπουργικό συμβούλιο. Το Ρωσσικό κόμμα μετά τον θάνατο του Καποδίστρια ήταν αποδυναμωμένο, ιδίως από τα πλήγματα που είχε δεχθεί (καταδίκη Κολοκοτρώνη, καταδίωξη οπαδών κ.α). «Στην διάρκεια των πρώτων χρόνων της οθωνικής εξουσίας η μυστική εταιρεία Ο Φοίνιξ συνένωσε τους κατατρεγμένους Ναπαίους, που ανεζήτησαν τον νέο ηγέτη τους είτε στο πρόσωπο του Κωνσταντίνου Οικονόμου (που κινήθηκε κυρίως στον συντηρητικό χώρο της εκκλησίας), είτε στο πρόσωπο του Γενναίου Κολοκοτρώνη, ο οποίος αξιοποιώντας το κύρος του ονόματός του, ασκούσε ως υπασπιστής του βασιλιά κάποια επιρροή στις αποφάσεις του»[17]. Την ίδια περίοδο το Αγγλικό και Γαλλικό κόμμα επικέντρωσαν την αντιπολίτευσή τους στην διεκδίκηση συντάγματος.
Δυο τάσεις ανεδείχτησαν στους κόλπους της αντιπολιτεύσεως: Οι «μετριοπαθείς» που προτιμούσαν κυβέρνηση από γνωστούς Έλληνες πολιτικούς (Ζαΐμης, Κουντουριώτης, Κωλέττης κ.α.) οι οποίοι υπεστήριζαν ότι χρειάζεται ακόμη καιρός για να διαπαιδαγωγηθούν πολιτικά και συνταγματικά οι Έλληνες και οι φιλελεύθεροι ριζοσπαστικοί με οπαδούς οπλαρχηγούς, όπως ο Μακρυγιάννης, αλλά και διανοούμενους με δυτική παιδεία, που ευνοούσαν κυβέρνηση αντιπροσωπευτική με πολιτικές ελευθερίες, και πίστευαν ότι το σύνταγμα ως σύμβολο πολιτικής ωριμότητας θα οδηγούσε την χώρα στην ένταξή της στον ευρωπαϊκό πολιτικό πολιτισμό[18].

Η θέση του ρωσσικού κόμματος αποδυναμώθηκε όταν απέτυχε η συνομωσία της Φιλορθόδοξου Εταιρείας, η οποία προέβαλε αλυτρωτικούς στόχους και εστρέφετο επίσης κατά του θρόνου, της ελληνορθοδόξου ελληνικής εκκλησίας και των ετεροχθόνων. Επίσης η εμπορική συμφωνία με την Τουρκία το 1840, που επεξεργάστηκε και υπέγραψε στην Κωνσταντινούπολη ο Κωνσταντίνος Ζωγράφος επέφερε νέα ήττα στο Ρωσσικό κόμμα. Η ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Μαυροκορδάτο τον Ιούνιο του 1841 φάνηκε ότι θα μείωνε την βαυαρική επιρροή και θα ενίσχυε τους κρατικούς θεσμούς, όμως 6 εβδομάδες αργότερα ο βασιλιάς τον απεμάκρυνε. Στην θέση του διόρισε τον Δημήτριο Χριστίδη που υπεστηρίζετο από το Γαλλικό κόμμα, εναντίον του οποίου εστράφησαν το Αγγλικό, το Ρωσσικό και αργότερα πολλά στελέχη του Γαλλικού κόμματος.
Η κακή οικονομική κατάσταση της χώρας και οι πιέσεις που ασκούσαν οι προστάτιδες δυνάμεις προκειμένου να παραχωρήσουν νέο δάνειο, εστράφησαν κατά της βαυαροκρατίας. Την ίδια περίοδο 1843 εκδηλώθηκε από τα τρία κόμματα, μαζί με στρατιωτικούς, το κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου, το οποίο απαίτησε από τον Οθωνα νέο σύνταγμα. Τον Μάρτιο του 1844 η εθνοσυνέλευση τελείωσε τις εργασίες της έχοντας έτοιμο το νέο σύνταγμα, το οποίο στηρίχθηκε στο Γαλλικό, και ανεγνώριζε σημαντικές εξουσίες στο Στέμμα, αλλά συνάμα προστάτευε και κατοχύρωνε σημαντικές πολιτικές ελευθερίες. Η εφαρμογή του σήμανε την έναρξη μιας νέας συνταγματικής πλέον μοναρχίας, όπου ο μονάρχης δεν κυβερνούσε «ελέω θεού», αλλά οι νόμιμες εξουσίες και τα δικαιώματά του, όπως και εκείνα των πολιτικών κομμάτων, περιγράφονταν στο σύνταγμα.[19].
Η ηρεμία και η πολιτική σταθερότητα στην χώρα επήλθε για μικρό χρονικό διάστημα. Δεν άργησε και πάλι να αυξάνεται η δυσφορία ενάντια στο στέμμα, το οποίο οδηγήθηκε, το 1862, προκειμένου να αποφευχθεί νέα εσωτερική διαμάχη και εμφύλιος, σε αποχώρηση από την χώρα.

5. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
1. Μετά την κήρυξη της επαναστάσεως το 1821 διαπιστώνεται πολιτικό κενό ως προς το ενδεχόμενο αναλήψεως από ικανούς πολιτικούς της κυβερνητικής εξουσίας, με στόχο την συγκρότηση ενιαίου κράτους.
2. Στις κοινωνίες, ιδίως σε εκείνες όπου εκδηλώθηκαν τα πρώτα επαναστατικά κινήματα εναντίων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (Πελοπόννησο, Ρούμελη), με στόχο την απελευθέρωση, είχαν αναπτυχθεί ισχυρές οικογένειες (φατρίες), οι οποίες είχαν οικονομική άνεση και πλούτο και συνέβαλαν ποικιλοτρόπως στον αγώνα για την απελευθέρωση. Οι φατρίες μάλιστα ήταν τόσο ισχυρές κατά την προεπαναστατική περίοδο, όπου ευρίσκετο σε ύφεση η δυναμική των Οθωμανών, ώστε οι πασάδες δεν μπορούσαν να κυβερνήσουν αν δεν εξασφάλιζαν συμμαχίες με κάποιες από τις οικογένειες. Την εποχή της εξεγέρσεως οι φατρίες ενώθηκαν με στόχο την απελευθέρωση, αντιμάχονταν στην συνέχεια για τον έλεγχο δημοσίων θέσεων και εξουσίας. Την περίοδο αυτή συναντάμε επτά κόμματα τα οποία έφεραν το όνομα του αρχηγού της φατρίας, όπως το Μαυροκορδατικόν, Κωλεττικών κ.α. Οι φατρίες αυτές, αλλά και εκείνες που θα προκύψουν από την γενναιότητα ταπεινών οικογενειών, κατά την διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα, όπως του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη κ.α, θα προχωρήσουν μετέπειτα στην σύσταση κομματικών μηχανισμών, με στόχο την νομή της εξουσίας.
3. Μετά την απελευθέρωση των πρώτων εδαφών οι Έλληνες εστράφησαν για βοήθεια στις τρείς μεγάλες δυτικές δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσσία), οι οποίες με την σειρά τους αλληλοσυγκρούονταν επάνω στο ελληνικό ζήτημα, επηρεάζοντας ταυτόχρονα και την πολιτική σκέψη των Ελλήνων. Έτσι, τα κόμματα που συνεστήθησαν από τις φατρίες, έφεραν τους τίτλους των τριών παραπάνω δυνάμεων, με τις οποίες επιχείρησαν να συνδεθούν, ώστε από κοινού και υπό την προστασία τους να κατευθύνουν τα πράγματα.
4. Διαπιστώνεται παντελής έλλειψη ιδεολογικού προσανατολισμού, προγράμματος και αρχών. Ως πιο σοβαρό κόμμα καταγράφεται το Αγγλικό, με αρχηγό τον Μαυροκορδάτο, το οποίο θεωρούσε, αφού έκανε στροφή μετά τον απελευθερωτικό αγώνα, το σύνταγμα ως την τελική πράξη μιας σειράς εσωτερικών μεταρρυθμίσεων. Το Γαλλικό πρέσβευε την υλική ικανοποίηση των αγωνιστών, ενώ αξιοσημείωτη στάθηκε η ομιλία του αρχηγού του Ιωάννη Κωλέττη στην εθνοσυνέλευση του 1844, κατά την οποία ανέπτυξε την «Μεγάλη Ιδέα» για την άμεση απελευθέρωση των αλύτρωτων εδαφών. Το Ρωσσικό κόμμα εμφανίζεται ως το πιο συντηρητικό, διατηρεί στενή σχέση με την εκκλησία και στρέφεται προς την Ρωσσία επειδή είναι η μόνη δύναμη με ορθόδοξο θρήσκευμα.
5. Η έλλειψη θεσμών κατά την διάρκεια της βασιλικής περιόδου οδήγησε την πολιτική ζωή μέσα από τα πελατειακά δίκτυα πατρωνίας. Στο κομμάτι αυτό επικεντρώνεται ο ανταγωνισμός των κομμάτων φατριών, καθώς όλα συμμετείχαν στις κυβερνήσεις.
6. Η εγκαθίδρυση της «ελέω θεού» μοναρχίας περισσότερο κατά την περίοδο της αντιβασιλείας και λιγότερο με την ενηλικίωση του Οθωνος, προσέφερε διακοσμητικό και όχι ουσιαστικό ρόλο στα κόμματα. Υπόσταση άρχισαν να αποκτούν τα κόμματα μετά το κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, το οποίο επέβαλε σύνταγμα, μέσα από το οποίο, προβλέπετο η διάκριση των εξουσιών.
6. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
· Νεώτερος Ελληνισμός 1827-1862 τόμος 12ος, εκδόσεις Δομή, Αθήνα 2007

· Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία Σ. Μαρκέτος, Γ. Μαργαρίτης, Κ. Μαυρέας Ν. Ρωτζόκος, Τόμος Γ, ΕΑΠ Πάτρα 1999 σελ 149

· J. Petropoulos, «Πολιτική και Συγκρότηση Κράτους στο Ελληνικό Βασίλειο 1833-1843» Α΄-Β΄, εκδόσεις ΜΙΕΤ, Β΄ έκδοση, Αθήνα 1997

· Πασχάλη Μ. Κιντρομηλίδη, «Νεοελληνικός διαφωτισμός, οι πολιτικές και κοινωνικές ιδέες», μετάφραση Σ. Νικολούδη, εκδόσεις ΜΙΕΤ, Αθήνα 1996

· Θέματα Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας από τις πηγές Γ΄ Λυκείου έκδοση ΙΕ, ΟΕΔΒ, Αθήνα 1996

· Θέματα νεοελληνικής ιστορίας, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, έκδοση στ΄, Εκδόσεις ΟΕΔΒ, Αθήνα 2004
· Γεώργιος Κοντογιώργης, «Κοινωνικές και Πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα», εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 1977

πηγή

 

(Visited 61 times, 1 visits today)




Leave a Reply