Ὁ Ἄνθρωπος τῆς Ἀλεξανδρείας

Ὁ Ἄνθρωπος τῆς ἈλεξανδρείαςΕἰς τὴν ἄκριαν τῶν βράχων μεριά,

μερικὲς δρασκελιὲς σιμὰ εἰς τὸ κάποτες ξακουστὸν λιμάνι,

γέρος πιάς, ὀρθὸς στεκόμουν

κι ἦταν ἐμπρός μου τ’ ἀφρούδιασμα τοῦ πελάου

κι ὁ ἔρωτας ὁποὺ ἀφῆκε,

ἀνάμεσα εἰς τὸ λαμπύρισμα τοῦ ἡελίου

καὶ τὸ τραγούδισμα ἀπὸ τὴν ἕνωσιν τοῦ γιαλοῦ

κι ἐτούτης τῆς ἀκριᾶς τῆς γῆς.

Γῆς ἤτανε ὑπερήφανη,

πλημμυρισμένη ἀπὸ φῶς καὶ λόγον εὐλογημένον,

ἀπὸ τὸ χῶμα βγαλμένον ὁποὺ μ’ ἐγέννησεν

καὶ ἀπὸ χρόνους παλαιούς ταξείδι ἔκαμε

κι ὁποὺ αὐτὸς ἠχοῦσε,

τότες εὐθὺς γύρω,

λιόλουστον καλοκαίρι σὰν παιδούλα τὸν καιρὸν τῆς ἀνθοβολιᾶς της,

ἔλουζε τὴν ζωή μου.

Χαμογέλασα κι ἐσκόρπισα γύρω μου ἄμμον,

ποὺ ᾿χε φωλιάσει ἡ ἄμοιρη εἰς τὶς χοῦφτες μου μέσα,

προσπαθώντας νὰ σωθῇ ἀπὸ τὴν ὀργὴν τῆς μπουκαδούρας,

κατὰ πὼς καὶ πότες ἤθελε αὐτὴ νὰ φανῇ.

Χαμογέλασα…
τὰ ποδάρια μου ἡ θάλασσα ἔβρεχε,

ἡ ἴδια ὁποὺ κάποτες ἐχάιδευε,

ἔτσι, ὅπως τώρα δά, ξεδιάντροπα,

τῆς Ἀλεξανδρείας τὸν Ἄνθρωπον.

Χαμογέλασα…ἄχ…

τί ὡραῖα ποὺ ἔχεις ἀγκαλιά, θάλασσά μου ὡραῖα

καὶ πῶς μὲ ἔρωταν κρατεῖς ἐλεύθερον τὸν οὐρανὸν

ἐπάνω εἰς τὸ κορμί σου

καὶ πῶς σὰν θέλει ἐτοῦτο, μεμιᾶς λευκάνει;

Μονάχα ἐσένα ἡ αὐγὴ τὸ χάραμα ἀποζητᾶ

κι ἀφήνει τῆς γέννας της τὰ χρώματα,

νὰ παιδιαρίζουν μὲ τὴν ἁρμύραν σου.

Κι ὕστερις τὸν Ἀππόλωνα καλωσορίζει,

πρὶν Αὐτὸς σταθεῖ καθάριος ἀντίκρυ σου ἐραστής.

Μὰ καὶ πρὶν λίγο, σὰν ἡ νύκτα τὸ φῶς κατεδίωκε,

χαμογελοῦσα σὰν ἔβλεπα εἰς τὰ πέρα μέρη σου,

τὰ ζηλευτά, τ’ ἁρμυρομύριστα πελάη σου,

μετέωρον νὰ πλέῃ τὸ φεγγάρι

κι ἀναρωτιόμουν τότες,

ἄν ἤσουν μονάχα θάλασσα,

μὴν ἤσουν κι οὐρανός…

Ἔτσι ξεκινοῦσε ὁ ἥλιος τὴν γῆς νὰ φλερτάρῃ

κι ὕστερις ἡ βροχὴ τὴν ἐφρονήμευε

καὶ οἱ ἀνέμοι τῆς ψιθύριζαν πὼς αὐτὴ ἦταν τὸ πάτημα,

ὁποὺ τὸν Ἄνθρωπον ἐγνώρισεν.

Μιὰ πανάρχαια λίμνη τροφὸς ἡ ζωή, μεγάλη·

καὶ πότες νούφαρα οἱ λέξεις ἦταν

κι ἐστόλιζαν τὸ καταλάγιασμα ἀπ’ τ’ ἀγέρι,

πότες μονάχα ἀγριάδαν μὲ ὄψιν φοβερήν,

ποὺ ἔσχιζαν τὴν ἡρεμάδαν τῶν νερῶν

καὶ μοῦ ὄριζε τὸ βάδισμα…

κι ἦταν ἀκόμη μακρὺς ὁ δρόμος.

Καὶ ἦταν παντοῦ τὸ γέρμα κι ἀκατάδεκτη ἡ γῆς,

ὁ ἥλιος σκοτεινὸς χωρὶς λάμψιν

κι ἀχτίδες γερμένες ἴσαμε τὸ πλάι τῶν ὤμων του

κι ὁλόγυρά του Θέ μου… Θέ μου,

τρυγοῦσαν ἀνέραστα ἀκόμη τὰ δελφίνια,

τὸ σκόρπιον κεχριμπάρι πιάς,

ἀπὸ τὸ μισοβυθισμένον του φῶς.

Κι ἔχανε ἡ μυρουδιά του τὶς νύμφες ἀπὸ τ’ ἀγιόκλημα

καὶ τὸ ξάσπριον τοῦ γιασεμιοῦ

καὶ τὰ ῥὸζ τὰ ἐλεύθερα ἀπ’ τὴν νιόφερτη μαβιὰ μπουκαμβίλια

καὶ τοῦ λευκοῦ τοῦ κρίνου τῆς καθάριας πρωινῆς αὐγῆς.

Μὲ ὅλην τὴν γλυκάδαν εἰς τὰ χείλη μου,

ὁποὺ τὸ χαμόγελόν μου ζεστόν,

φιλοτεχνημένον ἀπὸ τὸν ἄνιδρον καλπασμὸν

τοῦ βασιλέως τῶν οὐρανῶν,

γύρισα τὴν πλάτην μου εἰς τὸ βραδυνὸν τῆς θαλάσσης φόρεμα,

ἐπάνω του ὁποὺ μύρια καὶ μύρια ἄστρα ἐζωντάνευαν

καὶ κυττὼντας τὴν γῆς κατάματα,

μονάχος μετροῦσα πλέον τὰ πατήματά μου,

ἐπάνω εἰς τὶς ζεστὲς ἀκόμη ἀνασαιμιές της.

Ἐκειὰ ἐγεννήθηκα Ἄνθρωπος,

ἐκειὰ ἐγεννήθηκα Ἕλλην·

καὶ εἶναι τὸ βάρος μέγα τῆς κληρονομιᾶς!

Σὰν ἄνθρωπος ὀφείλω νὰ παραμείνω Ἄνθρωπος,

ἀφοῦ πρῶτα μάθω τί αὐτὸ σημαίνει,

ζώντας ἀνάμεσα σὲ αὐτὸ ποὺ λένε καλωσύνη τοῦ ἁγνοῦ, τοῦ ἁπλοῦ, τοῦ ὡραίου

καὶ εἰς τὴν καλωσύνην ποὺ λέγεται πὼς γεννήθηκε μαζύ μου,

ἀπὸ τὸν ἰσχυρὸν γίγαντα Χρυσὸν

καὶ τὴν ἀθάνατη κόρη τοῦ κόσμου ἐτούτου, Ἀπληστίαν…

Καὶ σὰν νὰ μὴν ἔφθανε αὐτό,

ἔπρεπε νὰ παραμείνω Ἕλλην ἕως τὸ τέλος,

μεταφέροντας σὲ ἄλλους ἀνθρώπους

εἴτε αὐτοὶ μαζύ μου ἀναζητοῦν τὸν Ἄνθρωπον

εἴτε ὄχι, τὸν Λόγον.

Δὲν κατάλαβα πὼς ἔγειρε γιὰ τὰ καλὰ τὸ φῶς.

Ἀχνὲς σκιὲς σὲ ξεχασμένους τοίχους οἱ λάμπες τῶν δρόμων,

μὲ ὁδηγοῦσαν ἀπὸ σοκάκι σὲ σοκάκι,

ἀντίκρυ νὰ σταθῶ ἀπὸ τὶς καλὰ στημένες πέτρες καὶ χρώματα,

ὁποὺ ἀναμεσά τους πρὶν καμπόσους χρόνους,

κάποιος ποὺ ἀγαποῦσε τὸ λεύτερον χῶμα τῆς γῆς,

τὰ γαλάζια τῶν οὐρανῶν καὶ τῆς θαλάσσης

ποὺ ἐλεύθερους μονάχα ἐμύριζε ἀέρηδες,

περιδιαβαίνοντας,

ἐγνώρισε τί σημαίνει Ἄνθρωπος, πληρώνοντας τὸ ἀντίτιμον

καὶ ἀγνοώντας τὸν ἄρχονταν Χρυσὸν καὶ τὴν κυράν του Ἀπληστίαν,

μᾶς ἄφησε τὰ ὅσα κατὰ νοῦν ἐβάσταζε, διαθήκην,

λόγον Ἑλληνικὸν καὶ Πανανθρώπινον,

ὁ Ἄνθρωπος τῆς Ἀλεξανδρείας…

«Πατρίδα μου», θαρρῶ πὼς τὸν ἀκούω νὰ λέγῃ σιγανά,

μιλώντας σὲ μουχλιασμένα ντουβάρια…

κι ὀρθὸς δίπλα εἰς τὴν γηρασμένην θάλασσα,

ποὺ ἐξεκουράζε κάθε του σκέψιν,

περπατὼντας πλάι της,

ἀκούω ἔκπληκτος τὴν φωνή μου νὰ τοῦ μιλᾶ.

– Πατρίδα μου εἶναι τῆς Δήλου τὸ φῶς

καὶ κάθε τῆς γῆς χρῶμα ποὺ θέλει νὰ τὸ γεύεται.

Τὸ εὔμορφον σπίτι μου εἶναι ὁ λόγος, ἡ γλῶσσα ἡ Ἑλληνική,

ποὺ σὰν τῆς ἐπῆραν τὰ πνεύματα, τοὺς τόνους

καὶ κατάβαθα τὴν Παιδείαν μου ἐλάβωσαν,

μοῦ σφάλισαν τὰ παραθύρια

καὶ τώρα ζαβὸς γυρνῶ τὴν γῆς,

ἀναζητώντας μέσα εἰς τὰ σκότη τὴν χαμένην εὔνοιαν,

ποὺ ἐξερίζωσεν μὲ φρίκην ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν Ἄνθρωπον.

Κι ἄν ἀπομεινάρια φωτεινὰ ὑπάρχουν εἰς τὸ χῶμα,

εὔχομαι τ’ ἀσάνδαλα βήματά μου,

νὰ μεταφέρουν εἰς τοὺς τόπους τοὺς ἀλευτέρωτους,

τῶν οὐρανῶν τὴν λευτεριὰ

καὶ τὴν ἀτάραχην τῶν αἰώνων συγκάτοικόν τους,

τὴν γῆς τῶν ὑδάτων.

Κάθε ποὺ ἀκούω θάλασσα τὸν γλυκὺ μουρμουρισμόν σου,

χαμογελῶ

κι εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ νοῦ μου ὁλάκερη μιὰ ἡδονή.

Ναί, ξέρω πὼς μοῦ μιλᾶς,

μὰ πές μου τώρα πιάς,

πρὶν τὸ χῶμα μὲ κάμῃ σύντροφόν του,

πέ μου θάλασσά μου Ἀλεξανδριανή,

Ἐγεννήθηκα ἄνθρωπος,

μὰ εἶμαι Ἄνθρωπος;

« Ἐβραβεύθη μὲ ἔπαινον 14 Νοεμβρίου 2014,
ἀπὸ τὴν Εταιρεία  Λογοτεχνῶν Πάφου εἰς τὴν Κύπρον.» 

Δεσποτκης τς Δαμητρς

λλην

20-9-2013

(Visited 108 times, 1 visits today)




Leave a Reply