Ἀπόγονος.

Ἀπόγονος.Κύτταξα μὲ ἀφρισμένο μάτι
τὸν ὀρίζοντα
καὶ ἀνάσανα τὸν ἀέρα
ποὺ ἀνέθρεψε
γενιὲς πολεμιστῶν·
σὰν ποτάμι φουσκωμένο
ἀπὸ τὴν βροχὴ

πέρασαν στὴ σκέψη
ὃλοι αὐτοὶ οἱ ἀπαίδευτοι
ποὺ μᾶς ἒκαμαν πρόθυμους
νὰ πιστέψουμε
ὃτι εἲμαστε μιὰ χαμένη γενιά·

ναί, κάποτε ἡ καρδιὰ μέτραγε
μὲ βρόντους τὸν χρόνο
καὶ οἱ ἐπικλήσεις στοὺς Θεοὺς
εἶχαν νόημα…

Ὀρθοτρίχιασα
καὶ ἡ ὀδύνη θέριεψε
τὸ μάτι θόλωσε,
μπέρδεψε τὰ σχήματα·
ὃταν δὲν ἒχῃς τὸ λεύτερο
νὰ διαλέξῃς
σπᾶς τὰ ὂρια
πνίγεις τὴν καρδιὰ
φιμώνεις τὸν θρῆνο
καὶ τιμᾶς τὴν δύναμη·
ὂχι τὴν καταστροφικὴ
τὴν ζωοδότρα…

Χλόη

εἰκόνα ἀπὸ ἐδῶ.

(Visited 65 times, 1 visits today)




Leave a Reply