Ὁ ὅρκος τοῦ Γλαύκου

Ὁ ὅρκος τοῦ Γλαύκου«…θὰ σᾶς διηγηθῶ τί ἔγινε στὴν Σπάρτη κάποτε, ἐξαιτίας μιᾶς παρακαταθήκης. Ἐμεῖς οἱ Σπαρτιᾶτες λέμε πὼς ἔζησε στὴν Λακεδαίμονα, τρεῖς γενεὲς πρὶν ἀπὸ ἐμέ, ὁ Γλαῦκος, παιδὶ τοῦ Ἐπικύδου· ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς, ἐμεῖς ὑποστηρίζουμε ὅτι, καὶ κατὰ τὰ ἄλλα, κατεῖχε τὴν πρώτη θέση στὴν Σπάρτη καὶ ἰδιαιτέρως ἐγκωμιάζετο γιὰ τὴν δικαιοσύνη του· ἐθεωρεῖτο ὁ δικαιότερος Λακεδαιμόνιος τὴν ἐποχὴ ἐκείνη· σ’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο συνέβησαν τὰ ἐξῆς : Ἐφθασε στὴν Σπάρτη ἕνας ἄνδρας ἀπὸ τὴν Μίλητο, ποὺ παρουσιάσυηκε στὸν Γλαῦκο καὶ τοῦ εἶπε: κατάγομαι ἀπὸ τὴν Μίλητο καὶ ἦλθα Γλαῦκε, γιὰ νὰ ἀπολαύσω τὴν δικαιοσύνη σου· ἀπεφάσισα λοιπὸν καὶ πούλησα τὴν μισὴ περιουσία μου καί, τὰ χρήματα ποὺ εἰσέπραξα, θὰ σοῦ τὰ παραδόσω νὰ μοῦ τὰ φυλᾷς ἐσύ.

Ὕστερ’ ἀπὸ καιρὸ ἦλθαν στὴν Σπάρτη τὰ παιδιὰ τοῦ Μιλησίου ποὺ εἶχε κάμει τὴν παρακαταθήκη τῶν χρημάτων στὸν Γλαῦκο, ἀπ’ τὸν ὁποῖο καὶ ζητοῦσαν, τοῦ πατέρα τους τὰ χρήματα. Ὁ Γλαῦκος ὅμως ἀρνήθηκε νὰ τὰ ἐπιστρέψῃ καὶ τοὺς ἔδιωξε. Καὶ οἱ μὲν Μιλήσιοι ἔφυγαν, ὁ δὲ Γλαῦκος πῆγε στοὺς Δελφούς, γιὰ νὰ ζητήσῃ χρησμὸ ἀπ’ τὸ Μαντεῖο· ὅταν λοιπὸν ρώτησε τὸν Θεό, ἄν πρέπῃ νὰ ὁρκισθῇ καὶ νὰ κατακρατήσῃ τὰ χρήματα, ἡ Πυθία τοῦ ἀπήντησε ὡς ἐξῆς;
Γλαῦκε, τοῦ Ἐπικύδου υἱέ, βέβαια ἄμεση ὠφέλειάά σου εἶναι νὰ κάμῃς ὅρκο καὶ νὰ κρατήσῃς τὰ χρήματα. Ὁρκίσου, ἀφοῦ ὁ θάνατος ἀναμένει ὄχι μόνον τὸν ἐπίορκο, ἀλλὰ καὶ τὸν εὔορκον ἄνθρωπο. Τὸ παιδὶ ὅμως τοῦ ὅρκου εἶν’ ἀνώνυμο, δὲν ἔχει οὔτε χέρια οὔτε πόδια, ἀλλὰ ὁρμητικὰ καταδιώκει τὸν ἐπίορκο, μέχρις ὅτου ἀδράξῃ καὶ ἐξαφανίσῃ ὁλόκληρη τὴν γενεὰ κι ὅλο τὸ σπίτι. Ἀντίθετα, τοῦ ἀνθρώπου ποὺ τηρεῖ τὸν ὅρκο του, οἱ ἀπόγονοι εἶναι ἄριστοι.

Ὅταν ἄκουσεν αὐτὰ ὁ Γλαῦκος, ἱκέτευσε τὸν Θεὸ νὰ τὸν συγχωρήσῃ γιὰ ὅσα εἶχε πῆ. Ἡ δὲ Πυθία εἶπε, πὼς ἡ ἀπόπειρα καὶ ἡ πράξις γιὰ τὸν Θεὸ εἶν’ ἰσοδύναμες. Ὁ Γλαῦκος κατόπιν αὐτῶν, ἔστειλε καὶ φώναξε τοὺς Μιλησίους καὶ τοὺς ἔδωσε πίσω τὰ χρήματα ποὺ τοῦ εἶχε δόσει ὁ πατέρας τους πρὸς φύλαξη.

Γιά ποιόν σκοπό τώρα, Ἀθηναῖοι, σᾶς διηγήθηκα ἐγώ αὐτά, θὰ σᾶς εἰπῶ: Τοῦ Γλαύκου δὲν ὑπάρχει πιὰ ἀπόγονος κάποιος, οὔτε ὑπάρχει ἡ ἑστία τοῦ σπιτιοῦ του (τὸ σπίτι του ξεθεμελιώθηκε). Χάθηκε μ’ ὅλες του τὶς ρίζες ὁ Γλαῦκος ἀπ’ τὴν Σπάρτη…”

[[ ..Ὁμιλία τοῦ Λεωτυχίδου στοὺς Ἀθηναίους. Ὁ βασιλεὺς τῶν Λακεδαιμονίων Λεωτυχίδης μὲ τὸν συμβασιλέα του Κλεομένην εἶχαν παραδόσει στοὺς Ἀθηναίους δέκα ἐξέχοντες Αἰγινῖτες, ὡς ὁμήρους. Μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Κλεομένους, ὁ Λεωτυχίδης, κατόπιν ἀποφάσεως τῶν Λακεδαιμονίων, ποὺ ἐλήφθη μετὰ συμφωνία ποὺ συνῆψαν μὲ τοὺς Αἰγινῖτες, στ;;ελλεται στὴν Ἀήνα γιὰ νὰ ζητήσῃ τὴν ἀπόδοση τῶν ὁμήρων. Οἱ Ἀθηναῖοι στὴν ἀρχὴ ἀρνοῦνται καὶ γι αὐτὸ τοὺς λέγει τὰ ἀνωτέρω ὁ Λεωτυχίδης..]]

ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ Ἀνθολόγιον τοῦ Στοβαίου «περὶ ὅρκου»
(14. Ἡροδότου Ἱστορία ς’ (86)

(Visited 246 times, 1 visits today)




Leave a Reply