Καὶ γεῖρε

Καὶ γεῖρεΚαὶ γεῖρε καὶ ἡμέρεψε στὴν καταχνιά, στὴν νύκτα
λογίσου πόσοι θάνατοι διαβῆκαν μπροστά σου

ποῦ τά σημάδια τῆς φθορᾶς; Στά δάκτυλά σου; Δεῖξτα
καὶ μεῖνε ὀρθὴ στὸν βράχο σου, στὸν βράχο ποὺ φαντάσου
σοῦ φάνταζε ψυχοπονιά, σοῦ φάνταζε λημέρι
μικρῶν μεγάλων στεναγμῶν, μικρῶν μεγάλων πόνων·
τοὺς κούρσευεν ἡ πίστη μου κρυμμένη ποὺ ἐκαρτέρει
γιὰ νὰ περάσουν ἡ χαρὰ καὶ ἡ ἀγάπη μόνον.
Καὶ γεῖρε καὶ ἡμέρεψε στὴν κούφια μου ἀγκάάλη
κι ἂν θὰ νυκτώσῃ τ’ ὄνειρο κοιμήσου περιστέρα
τ’ ὄνειρο ποὺ στὰ ὄνειρα τὸ στόμα σου ἐλάλει
πῶς ταξειδεύει μοναχὸ στὸν κόσμο νύκτα ἡμέρα
τ᾿ ὄνειρο, ἕνα μήνυμα στὸ νοῦ κρυφοφυλάει
σὰν ὁ βοριὰς ἀγέρωχος, ὑπερήφανος καὶ κύρης
δὲν στέργει χαϊδολόγημα, σφυρίζει ὅταν μιλάει
καὶ σκέφτεσαι ἂν ὠφελῇ στὸν ὦμο του νὰ γείρῃς.
Ἂν τὰ κλωνιὰ λυγίσουν στῶν ἴσκιων σου τὰ βάρη
κι ἡ ψευτοκλαίουσα ἰτιὰ ἀρχίσῃ μοιρολόϊ
γιὰ τούτη, ποὺ τὸν λογισμό, τὴν ἔγνοια θὰ μοῦ πάη
γιὰ τοῦτο, ποὺ τὰ σωθικά, σαράκι μοῦ τὰ τρώει
ἐγὼ κρατῶ στὸν κόρφο μου τοῦ οὐρανοῦ τὰ γένια
ποὺ στάζουν ἀπόβροχο στοῦ Δεκεμβρίου τὰ τέλη
καὶ σὲ κρεββάτια μυστικὰ κοιμοῦνται ἀχιουρένια
τὰ μυστικὰ ποὺ ντρέπομαι κι ὁ λογισμὸς δέν θέλει.
Στὸ παραθύρι ἡ βλέψις μου στάλα σιγοσταλιάζει
σὰν ἕνα μήνυμα κρυφὸ πὄρχετ‘ ἀπὸ τὰ βάθεια
τρεμάμενο καὶ ντροπαλό, μὰ μήνυμα χαλάζι
στὰ ἔγκατα τοῦ λογισμοῦ ταράζει μου τὰ πάθια.
Βροχοσταλίδες ξαφνικές, ἀλόγιστες, κεντῆστρες
μισοσβυσμένων πεθυμιῶν, στὸ τζάμι τοῦ φεγγίτη
ἀλόγιστες, τοῦ ὀνείρου, μοιραῖες τραγουδῆστρες.
τὸ τρέμουλό σας τρέμουλο, δειλοῦ ἀποσπερίτου.
Μὰ τοῦ βορειᾶ τὸ σφύριγμα ἔγραψα στὸ βινύλιο
καὶ περιμάζεψα βροχὴ στὴν χοῦφτα διακονιάρα
τὰ δάκτυλά μου ἔστησα στὸν βάλτο περιστύλιο
στὴν ὄχθη τοῦ Ἀχέροντος τὴν ψυχοπονιάρα.
Μὲ τύλιξεν τὸ σύγνεφο ὀρθὸ ποὺ τραγουδοῦσα
καὶ μέσ’ στοῦ νέφους τὴν ἀχλὴ συρτὸ χορὸ χορεύω
γύρ’ ἀπ’ τὴν πέτρινη μουριὰ τὴν δακρυρροοῦσα
καὶ τὴν ἀρχὴ τοῦ ὀνείρου, ἀρχίζω ν’ ἀγναντεύω
πίσ’ ἀπὸ φράκτες πέτρινους ξερολιθιὲς γερμένες
νὰ βλέπω κι ἄλλα σύγνεφα κι ἄλλα ὅσα δὲν τἆδα
καὶ μύριες ὅσες τῆς βροχῆς σταγόνες παγωμένες
νὰ μοῦ παγώνουν τ’ ὄνειρο σὰν τὴν αὐλὴ ἡ παγάδα.
Νά, τώρα ‘δῶ μὲ ἔφεραν τὰ βήματά μου μόνα
μιὰ νὰ πατοῦν στὸ σύγνεφο μιὰ στὶς αὐλὲς νὰ ῥέπουν
καὶ πῶς θωρῶ στὸ θάμπωμα ἐξαίσια εἰκόνα
ὅταν τὰ μάτια ὁγραίνονται, ὅταν τὰ μάτια βλέπουν
ὅσα δὲν βλέπει στὴν νυκτιὰ τ’ ἀχνόφεγγο φεγγάρι
ὅσα δὲν βλέπει τὴν αὐγὴ ὁ ἥλιος ποὺ φουντώνει
ὅσα τυλίγει ἡ καταχνιὰ ἕτοιμη νὰ τὰ πάρῃ
ἐκεῖ π’ ἀρχίζει ἡ νυκτιὰ καὶ ἡ αὐγὴ τελειώνει.
(Visited 114 times, 1 visits today)




Leave a Reply