Τὸ πνεῦμα τοῦ Λενινισμοῦ (ζεῖ ἀνάμεσά μας)

Τὸ πνεῦμα τοῦ Λενινισμοῦ (ζεῖ ἀνάμεσά μας)11

Του Vladimir Moss, Ph.D.

Φίμωση της αντίθετης γνώμης – «καλή βία»- πόλεμος κατά της Εκκλησίας – πόλεμος κατά της οικογένειας – ιδιοκτησίες παραδίδονται σε ξένους – δωρεάν αμβλώσεις – «ελεύθερες» σχέσεις χωρίς κάποιον ηθικό φραγμό. Το πνεύμα του Λενινισμού «ζει και βασιλεύει» στις ημέρες μας…

Άλλο ένα καταπληκτικό κείμενο του Βρετανού αρθρογράφου που έγινε Χριστιανός Ορθόδοξος (Ρωσσικό Πατριαρχείο) – σύντμηση από το εκτενέστερο άρθρο του “The Spirit of Leninism“.

Άγαλμα του Λένιν στο Fremont του Seattle των ΗΠΑ! Πίσω του το μασονικό έμβλημα

Άγαλμα του Λένιν στο Fremont του Seattle των ΗΠΑ! Πίσω του το μασονικό έμβλημα

Ο Λένιν, προερχόμενος από μια οικογένεια ευγενών ρωσσικής, γερμανικής και εβραϊκής καταγωγής και ζώντας από κεφάλαια του κόμματος και το εισόδημα από την περιουσία της μητέρας του, είχε πολύ μικρή γνώση του τρόπου ζωής των απλών ανθρώπων. «Σύμφωνα με τον Γκόρκι, ήταν αυτή η άγνοια της καθημερινής εργασίας, και της ανθρώπινης δυστυχίας που είχε προκαλέσει στον Λένιν μια «ανελέητη περιφρόνηση, αντάξια ενός ευγενούς, για τις ζωές των απλών ανθρώπων… Η ζωή σε όλη την πολυπλοκότητά της ήταν άγνωστη στον Λένιν. Δεν ξέρει τους απλούς ανθρώπους. Ποτέ δεν έχει ζήσει ανάμεσά τους».

Τὸ πνεῦμα τοῦ Λενινισμοῦ (ζεῖ ἀνάμεσά μας)12

Ο Λένιν μισούσε την ίδια του την χώρα. «Φτύνω την Ρωσσία», είχε πει κάποτε και οι ενέργειές του έδειχναν την περιφρόνησή του για τους Ρώσσους όλων των τάξεων. Δεν υπάρχει ίχνος αλήθειας στην ιδέα ότι η επανάσταση του Λένιν έγινε για χάρη της Ρωσσίας ή των Ρώσσων: έγινε, όχι από αγάπη για κάποιον ή κάτι, αλλά απλά από παράλογο, δαιμονικό, καθολικό μίσος
Τὸ πνεῦμα τοῦ Λενινισμοῦ (ζεῖ ἀνάμεσά μας)13

Ως επαναστάτης, ο Λένιν ζούσε μια σχετικά απλή, ακόμη και ασκητική ζωή και είχε μόνο μια σχέση – με την Inessa Armand. Αλλά, όπως γράφει ο Oliver Figes, «ο ασκητισμός ήταν ένα κοινό χαρακτηριστικό των επαναστατών της γενιάς του Λένιν. Όλοι είχαν εμπνευσθεί από την αυταπάρνηση του επαναστάτη Rakhmetev στο μυθιστόρημα του Chernyshevsky (Νικολάι Γαβρίλοβιτς Τσερνισέφσκι 1828-1889) «Τι να κάνουμε;». Καταστέλλοντας τα συναισθήματά του, αρνούμενος στον εαυτό του τις χαρές της ζωής, ο Λένιν προσπάθησε να ενισχύσει την αποφασιστικότητά του και να γίνει όπως ο Rakhmetev, αδιάφορος ως προς τα βάσανα των άλλων. Αυτή, πίστευε, ήταν η «σκληρότητα» που απαιτείται από κάθε επιτυχημένο επαναστάτη: η  ικανότητα να χύνει αίμα για πολιτικούς σκοπούς. «Το τρομερό πράγμα στον Λένιν», παρατήρησε κάποτε ο Στρούβε, «ήταν ότι συνδύαζε την αυτο-διαπόμπευση, η οποία είναι η όλη ουσία του ασκητισμού, με την διαπόμπευση των άλλων ανθρώπων, όπως εκφράζεται σε ένα αφηρημένο κοινωνικό μίσος και ψυχρή πολιτική σκληρότητα…

Τὸ πνεῦμα τοῦ Λενινισμοῦ (ζεῖ ἀνάμεσά μας)3

«Ο Λένιν είχε απόλυτη πίστη στην δική του ιστορική μοίρα. Δεν αμφέβαλλε ούτε για μια στιγμή, ότι ήταν ο άνθρωπος που είχε την «μπαγκέτα του μαέστρου» στο κόμμα. Όσοι τον γνώριζαν πριν από τον πόλεμο είχαν παρατηρήσει μια δραματική αλλαγή στην προσωπικότητά του. «Πώς γέρασε έτσι;», είπε ο Roman Gul, ο οποίος είχε μια σύντομη συνάντηση μαζί του το 1905. «Όλη η εμφάνιση του Λένιν είχε αλλάξει. Και όχι μόνο αυτό. Δεν υπήρχε τίποτα από την παλιά εγκαρδιότητα, φιλικότητα ή χιούμορ, στις σχέσεις του με τους άλλους ανθρώπους. Ο νεαρός Λένιν ήταν κυνικός, μυστικοπαθής και αγενής, ένας συνωμότης ενάντια σε όλους και όλα, που δεν εμπιστευόταν κανέναν, υποψιαζόταν τους πάντες και ήταν αποφασισμένος να ξεκινήσει την κούρσα για την εξουσία»…

«Ο Λένιν δεν ήταν ποτέ ανεκτικός στην διαφωνία στους κόλπους του κόμματός του. Ο Μπουχάριν παραπονέθηκε ότι «δεν δίνει δεκάρα για τις απόψεις των άλλων». Ο Λουνατσάρσκι (επίτροπος «εκπαιδεύσεω» των μπολσεβίκων) υποστήριξε ότι ο Λένιν σκόπιμα «ήταν περικυκλωμένος από ανόητους» που δεν θα τολμούσαν να τον αμφισβητήσουν. Η αυταρχική του στάση μεγεθύθηκε με τον καιρό. Η Krupskaya (σύζυγος του Λένιν) απεκάλεσε «οργή» την φρενήρη κατάσταση του συζύγου της, όταν ασχολείτο με συγκρούσεις με τους πολιτικούς του αντιπάλους. Ενεργούσε σαν ένας άνθρωπος που διακατέχεται από μίσος και θυμό. Είχε νευρικές συσπάσεις σε ολόκληρο το σώμα του και δεν μπορούσε ούτε να κοιμηθεί, ούτε να φάει. Η ομιλία του έγινε χυδαία και χοντροκομμένη. Ήταν δύσκολο να πιστέψει κάποιος ότι αυτός ήταν ένας πνευματικός άνθρωπος. Χλεύαζε τους αντιπάλους του, τόσο εντός όσο και εκτός του κόμματος, με βρισιές και βίαιη γλώσσα. Ήταν «καθάρματα», «βρώμικα αποβράσματα», «πόρνες», «μ…ιά», «σκ..ά», «κρετίνοι», «ηλίθιες κότες» κλπ. Όταν η οργή υποχωρούσε, κατέρρεε σε μια κατάσταση εξαντλήσεως, ατονίας και καταθλίψεως, μέχρι που ξέσπαγε και πάλι. Αυτή η μανιακή αλλαγή της διαθέσεως ήταν χαρακτηριστικό της ψυχολογίας του Λένιν και συνεχίστηκε αδυσώπητα μεταξύ 1917 και 1922, και πρέπει να συνέβαλε στην εγκεφαλική αιμορραγία από την οποία τελικά πέθανε. 

Λίγο πριν το τέλος

Λίγο πριν το τέλος

Οι φωτογραφίες του στην τελευταία ασθένειά του αποκαλύπτουν έναν άνθρωπο που ήταν πραγματικά τρελλός – η νεκροψία έδειξε ότι ο εγκέφαλός του είχε απολύτως καταστραφεί από σύφιλη. Επιπλέον, με την πνευματική έννοια: είχε δαιμονισθεί, με μια παράλογη οργή ενάντια στον Θεό και τον άνθρωπο, και μια παρόρμηση να καταστρέψει και να σκοτώσει και να ακρωτηριάσει ότι δεν μπορεί να έχει λογική βάση.

«Μεγάλο μέρος της επιτυχίας του Λένιν το 1917 ήταν αναμφίβολα η απόλυτη  κυριαρχία του επάνω στο κόμμα. Κανένα άλλο κόμμα δεν ήταν ποτέ τόσο στενά συνδεδεμένο με την προσωπικότητα ενός και μόνο ανθρώπου. Ο Λένιν ήταν ο πρώτος ηγέτης κόμματος που έφερνε κοντά στην ιδιότητα του θεού: ο Στάλιν, ο Μουσολίνι, ο Χίτλερ και ο Μάο Τσε Τουνγκ ήταν όλοι οι διάδοχοί του σε αυτή την έννοια».

Ο πρωτοπρεσβύτερος Lev Lebedev, γράφει ότι ο Λένιν «δημιούργησε όχι απλά ένα πολιτικό επαναστατικό κόμμα στην βάση της οικονομικής και κοινωνικής «επιστημονικής» θεωρίας του μαρξισμού: ίδρυσε μια θρησκεία, και έναν «θεό» που απεδείχθη ότι ήταν ο ίδιος!… Για τον Λένιν, όπως και για τον Μαρξ, το μόνο πράγμα που ήταν αναγκαίο και σημαντικό ήταν η προσωπική του δύναμη με την υποχρεωτική θεοποίηση του δικού του προσώπου.. Ο Λένιν (όπως και ο Μαρξ) θεωρούσε τον εαυτό του ότι ήταν ο «Μεσσίας» – ο «δάσκαλος» και ο «ηγέτης», όχι μόνο των Ρώσσων, αλλά και όλου του κόσμου. Αυτή είναι ψυχολογία Αντιχρίστου. Για τον Λένιν δεν υπήρχαν νομικά, δεοντολογικά ή ηθικά όρια. Όλα τα μέσα, ανάλογα με τις περιστάσεις, ήταν επιτρεπτά για την επίτευξη του στόχου του. Ψέμματα, απάτη, συκοφαντία, προδοσία, δωροδοκία, εκβιασμός, δολοφονία – ήταν η σχεδόν καθημερινή επιλογή των μέσων που ο ίδιος και το κόμμα του χρησιμοποιούσαν, ενώ ταυτόχρονα διατηρούσαν για τα μέλη του κόμματος και τις μάζες την μάσκα του «κρυστάλλινης ειλικρινείας», της ευπρέπειας και της ανθρωπιάς. Ο Λένιν είχε πάντα μια ιδιαίτερη ευχαρίστηση να μαθαίνει για δολοφονίες, τόσο ανθρώπων όσο και μαζικές δολοφονίες. Αυτή η δίψα για αίμα ήταν το κλειδί για την ειδική δύναμη που «ο ηγέτης του παγκοσμίου προλεταριάτου» έλαβε από τον διάβολο…

Τὸ πνεῦμα τοῦ Λενινισμοῦ (ζεῖ ἀνάμεσά μας)2

«Αλλά το ερώτημα είναι: πώς μπόρεσε μια διδασκαλία που κατέκτησε εκατομμύρια μυαλά στην Ρωσσία και σε όλο τον κόσμο να δημιουργηθεί επάνω σε μία τέτοια πνευματικά εξαθλιωμένη, πρωτόγονη βάση; Ποτέ δεν θα μας δοθεί μια επαρκής απάντηση, αν δεν λάβουμε υπόψιν το κύριο πράγμα για τον μαρξισμό-λενινισμό – ότι δεν είναι απλά μια διδασκαλία, αλλά μια θρησκεία, μια λατρεία της προσωπικότητας των ιδρυτών του και καθενός από τους διαδόχους «ηγέτες» του. Ως εκ τούτου, υπάρχει μια δαιμονική πλάνη που τύφλωσε και σκοτείνιασε την λογική…. Σε αντίθεση με ορισμένες άλλες σατανικές θρησκείες, η θρησκεία του μπολσεβικισμού είχε τον ρητό χαρακτήρα της λατρείας του ανθρώπου-θεού (και των έργων του ως ιερές γραφές). Ο Λένιν ήταν μια από τις πιο εντυπωσιακές προεικονίσεις του Αντιχρίστου, ένας από τους προδρόμους του..».

Τὸ πνεῦμα τοῦ Λενινισμοῦ (ζεῖ ἀνάμεσά μας)6

Το κόμμα των Μπολσεβίκων ήταν πράγματι περισσότερο σαν μια θρησκευτική αίρεση παρά ένα κανωνικό πολιτικό κόμμα. Ενώ τα μέλη των άλλων κομμάτων, ακόμη και των σοσιαλιστικών, είχαν μια ιδιωτική ζωή ξεχωριστή από την πολιτική τους ζωή, αυτό δεν συνέβαινε με τους Μπολσεβίκους. Ο Igor Shafarevich γράφει: «Ο Γερμανός αρθρογράφος Β. Schlamm αφηγείται την ιστορία πώς το 1919, στην ηλικία των 15, ήταν ένας συνοδοιπόρος των κομμουνιστών, αλλά δεν μπόρεσε να διεισδύσει μέσα στο στενό κύκλο των λειτουργών τους. Τον λόγο, εξήγησε είκοσι χρόνια αργότερα, όταν τα χάλασε με τον κομμουνισμό. Όταν ο Schlamm, εκκλήθη να ενταχθεί στο κόμμα, είχε πει: «Είμαι έτοιμος να δώσω στο κόμμα τα πάντα εκτός από δύο βράδια την εβδομάδα, όταν θα ακούω Μότσαρτ». Η απάντηση αυτή έμελλε να είναι μοιραία: ένας άνθρωπος που έχει ενδιαφέροντα που δεν θέλει να τα θυσιάσει στο κόμμα δεν είναι κατάλληλος για αυτό.

Έχοντας εντελώς παραδώσει τα μυαλά τους και τις βουλήσεις τους στο κόμμα, όπως και οι Ιησουίτες στον Πάπα, οι Μπολσεβίκοι ήταν σε θέση να προχωρήσουν στην βία και την αιματοχυσία σε μια κλίμακα που ξεπέρασε κατά πολύ την Ιερά Εξέταση και κάθε προηγούμενη τυραννία στην ιστορία του κόσμου. Ο Λένιν έκανε έκκληση για «μαζική τρομοκρατία εναντίον των κουλάκων, των ιερέων και της Λευκής φρουράς». Και ο Τρότσκυ είπε: «Πρέπει να θέσουμε ένα τέλος, μια για πάντα, στην παπική-κουακερική φλυαρία για την ιερότητα της ανθρώπινης ζωής» Και : η πρώτη έκδοση του “Krasnij Mech” (Το κόκκινο ξίφος), το 1918 διεκήρυξε: «Απορρίπτουμε τα παλαιά συστήματα ηθικής και «ανθρωπότητας» που επινοήθηκαν από την αστική τάξη για να καταπιέζουν και να εκμεταλλεύονται τις «κατώτερες τάξεις». Η ηθική μας δεν έχει προηγούμενο, και η ανθρωπιά μας είναι απόλυτη, διότι στηρίζεται σε ένα νέο ιδανικό…. Για εμάς, τα πάντα επιτρέπονται, γιατί είμαστε οι πρώτοι που σηκώνουμε το σπαθί όχι για να καταπιέζονται φυλές και να γίνουν δούλοι, αλλά για να ελευθερώσουμε την ανθρωπότητα από τα δεσμά … Αίμα; Ας ρεύσει το αίμα, όπως το νερό!…Μόνο μέσα από τον θάνατο του παλαιού κόσμου μπορούμε να απελευθερωθούμε από την επιστροφή αυτών των τσακαλιών!»

Τὸ πνεῦμα τοῦ Λενινισμοῦ (ζεῖ ἀνάμεσά μας)4

Εν όψει του γεγονότος ότι ο κομμουνισμός είναι με μεγάλη διαφορά η πιο αιμοδιψής κίνηση στην ανθρώπινη ιστορία, που έχει ήδη στοιχίσει την ζωή σε εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο (και μετράμε ακόμα), (για το κομμουνιστικό ολοκαύτωμα βλ. εδώ) είναι απαραίτητο να πω λίγα λόγια για αυτή την πτυχή του, η οποία δεν μπορεί να γίνει κατανοητή, σύμφωνα με τον Lebedev, χωρίς να κατανοήσουμε την «η ουσία της σατανικής λατρείας του κινήματος. Γιατί το αίμα που τρέχει είναι πάντα τελετουργικό, είναι μια θυσία στους δαίμονες. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει: «Είναι μια συνήθεια στους δαίμονες όταν οι άνθρωποι τους δίνουν λατρεία με την δυσωδία του καπνού και του αίματος, αυτοί, ως αιμοδιψή και ακόρεστα σκυλιά, παραμένουν σε αυτά τα μέρη για φαγητό και διασκέδαση». Είναι ακριβώς εδώ που αποκρυπτογραφούμε το αίνιγμα: Την παράξενη δίψα για αίμα, σε όλες ανεξαιρέτως τις επαναστάσεις και τα μπολσεβικικά καθεστώτα  από το 1917 έως το 1953».

Τὸ πνεῦμα τοῦ Λενινισμοῦ (ζεῖ ἀνάμεσά μας)8

Στις 19 Ιανουαρίου / 1 Φεβρουαρίου 1918 ο Πατριάρχης Τύχων της Μόσχας αναθεμάτισε τους μπολσεβίκους και όλους όσους συνεργάστηκαν μαζί τους. Και στις 8 Αυγούστου 1918, σε ομιλία του «προς όλα τα πιστά τέκνα της Ρωσσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας», είπε: «Η αμαρτία έχει ανάψει παντού την φλόγα των παθών, εχθρότητα και οργή, αδελφός έχει ξεσηκωθεί εναντίον αδελφού, οι φυλακές γεμίζουν με αιχμαλώτους, η γη είναι ποτισμένη με αθώο αίμα, που έχυσε το χέρι κάποιου αδελφού, είναι μολυσμένη από την βία, τις λεηλασίες, την πορνεία και κάθε ακαθαρσία. Από αυτή την ίδια δηλητηριώδη πηγή της αμαρτίας έχει βγει η μεγάλη απάτη των υλικών γήινων αγαθών, με την οποία ο λαός μας έχει δελεαστεί, ξεχνώντας ένα πράγμα απαραίτητο. Δεν απορρίψαμε αυτόν τον πειρασμό, όπως ο Σωτήρας Χριστός τον απέρριψε εν τη ερήμω. Θελήσαμε να δημιουργήσουμε έναν επίγειο παράδεισο, αλλά χωρίς τον Θεό και τις ιερές εντολές Του. Ο Θεός δεν εμπαίζεται. Και γι’ αυτό η πείνα και η δίψα και η γυμνότητα επάνω στην γη, που ευλογήθηκε με αφθονία των δώρων της φύσεως, και τώρα η σφραγίδα της κατάρας έχει πέσει στην ίδια την εργασία του λαού και σε όλα του τα έργα. Η αμαρτία, βαρειά και αμετανόητη, έχει καλέσει τον Σατανά από την άβυσσο, και τώρα μουγκρίζει και συκοφαντεί ενάντια στον Κύριο και ενάντια στον Χριστό Αυτού και δημιουργεί ανοιχτές διώξεις κατά της Εκκλησίας».

Μήπως όμως, ο σοσιαλισμός είναι ένα καλοπροαίρετο κίνημα που απλά «πήγε στραβά, διότι δεν έλαβε υπόψιν του τον Θεό, τις εντολές του Θεού και την πεπτωκύα ανθρώπινη φύση;» Ο Igor Shafarevich λέει ότι ο σοσιαλισμός στην πιο ριζοσπαστική του μορφή – δηλαδή, ο επαναστατικός σοσιαλισμός (μπολσεβικισμός, λενινισμός, Μαοϊσμός) δεν ασχολείται με την δικαιοσύνη και με την φιλανθρωπία. Το πραγματικό κίνητρο του είναι απλά το σατανικό μίσος, το μίσος κατά του συνόλου του παλαιού κόσμου και όλων όσων που τον συνθέτουν και η επιθυμία να καταστρέψουν τα θεμέλιά του.

  1. Ιεραρχία. Η ιεραρχία είχε ήδη εν πολλοίς καταστραφεί κατά την στιγμή που οι Μπολσεβίκοι ήρθαν στην εξουσία: από εκείνη την στιγμή η μόνη ιεραρχία ήταν το Κομμουνιστικό Κόμμα και όλοι οι άλλοι ήταν «ίσοι» στην αθλιότητα σε σχέση με αυτό.
  2. Ιδιωτική Περιουσία. Διάσημο σύνθημα του Λένιν: “Loot the loot” (αποκτήστε με πλιάτσικο ό,τι αποκτήθηκε με πλιάτσικο). Μέχρι το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου όλη η περιουσία και τα προνόμια είχαν περάσει στα χέρια της νέας αριστοκρατίας, στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Τα σχέδια του Λένιν βοηθήθηκαν από ένα χαρακτηριστικό των αγροτών (όχι όλων, βέβαια, αλλά μάλλον της πλειοψηφίας): την άρνησή τους να παραδεχθούν το δικαίωμα στην γη κάποιου άλλου εκτός των αγροτών..

    3. Η οικογένεια. Ο Oliver Figes γράφει: «Οι Μπολσεβίκοι ήθελαν να κατασκευάσουν την κομμουνιστική ουτοπία τους ως μια συνεχή μάχη ενάντια στα έθιμα και τις συνήθειες του λαού. Με το τέλος του εμφυλίου πολέμου προετοιμάζονταν για μια νέα και μεγαλύτερη μάχη που δόθηκε στο «εσωτερικό μέτωπο», ένα επαναστατικό πόλεμο για την απελευθέρωση του κομμουνιστικού ανθρώπου μέσα από την εξάλειψη της ατομικιστικής («αστικής») συμπεριφοράς και των αποκλινουσών συνηθειών (πορνεία, αλκοολισμός, χουλιγκανισμός και θρησκεία) που κληρονομήθηκαν από την παλαιά κοινωνία. Υπήρχε μικρή διαφωνία στους μπολσεβίκους, ότι για αυτήν την μάχη που θα μεταμόρφωνε την ανθρώπινη φύση θα χρειαστούν δεκαετίες. Υπήρχε μόνο η διαφωνία σχετικά με το πότε θα έπρεπε να αρχίσει η μάχη. Ο Μαρξ είχε διδάξει ότι η μεταβολή της συνειδήσεως εξαρτάται από τις αλλαγές στο υλικό κομμάτι και ο Λένιν επιβεβαίωσε ότι αυτή θα ήταν μια διαδικασία που θα έπαιρνε μια ολόκληρη ιστορική εποχή. Αλλά οι περισσότεροι Μπολσεβίκοι πίστευαν ότι η ενεργός συμμετοχή ήταν απαραίτητη σε κάθε στιγμή και σε κάθε πεδίο της μάχης της καθημερινής ζωής – στην οικογένεια, στο σπίτι και στον εσωτερικό κόσμο του ατόμου, καθώς η διατήρηση των παλαιών νοοτροπιών ήταν μια σημαντική απειλή για τους βασικούς ιδεολογικούς στόχους του κόμματος. Όπως ο Ανατόλι Λουνατσάρσκι έγραψε το 1927: «Η λεγόμενη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής δεν μπορεί να μας ξεφύγει, διότι εδώ ακριβώς είναι που θα επιτευχθεί ο τελικός στόχος της Επαναστάσεως».

Τὸ πνεῦμα τοῦ Λενινισμοῦ (ζεῖ ἀνάμεσά μας)5«Η οικογένεια ήταν η πρώτη αρένα στην οποία οι Μπολσεβίκοι έπεσαν να αγωνιστούν. Στην δεκαετία του 1920, το δόγμα τους ήταν ότι η «αστική οικογένεια» ήταν κοινωνικά επιζήμια: ήταν εσωστρεφής και συντηρητική, ένα προπύργιο της θρησκείας, με δεισιδαιμονία, άγνοια και προκαταλήψεις, προωθηθεί τον εγωισμό και την απληστία και καταπιέζει τις γυναίκες και τα παιδιά. Οι Μπολσεβίκοι έλπιζαν ότι η οικογένεια θα εξαφανιζόταν καθώς η Σοβιετική Ρωσσία θα εξελισσόταν σε ένα πλήρως σοσιαλιστικό σύστημα, στο οποίο το κράτος θα ανελάμβανε την ευθύνη για όλες τις βασικές λειτουργίες του νοικοκυριού και απελευθερωμένες από την εργασία στο σπίτι, οι γυναίκες θα ήταν ελεύθερες να εισέλθουν στο εργατικό δυναμικό επί ίσοις όροις με τους άνδρες. Ο πατριαρχικός γάμος, με επακόλουθο την σεξουαλική ηθική του, θα σβήσει – και θα αντικατασταθεί από «ελεύθερα συνδικάτα της αγάπης».

«Για τους Μπολσεβίκους, η οικογένεια ήταν το μεγαλύτερο εμπόδιο στην κοινωνικοποίηση των παιδιών. «Με το να βιώνει αγάπη ένα παιδί, η οικογένεια το μετατρέπει σε ένα εγωιστικό ον, ενθαρρύνοντάς το να βλέπει τον εαυτό του ως το κέντρο του σύμπαντος», έγραψε η σοβιετική εκπαιδευτική στοχάστρια Zlata Lilina. Μπολσεβίκοι θεωρητικοί συμφώνησαν για την ανάγκη να αντικατασταθεί αυτή η «εγωιστική αγάπη» με την «ορθολογική αγάπη» μιας ευρύτερης «κοινωνικής οικογένειας». Το αλφαβητάρι του κομμουνισμού (1919) προέβλεπε την μελλοντική κοινωνία στην οποία οι γονείς δεν θα χρησιμοποιούν πλέον την λέξη «μου» για να αναφερθούν στα παιδιά τους, αλλά και θα φροντίζουν για όλα τα παιδιά στην κοινότητά τους. Μεταξύ των μπολσεβίκων υπήρχαν διαφορετικές απόψεις σχετικά με το πόσο καιρό θα έπαιρνε αυτή η αλλαγή. Οι ριζοσπάστες υπεστήριξαν ότι το Κόμμα θα έπρεπε να λάβει άμεσα μέτρα για να υπονομεύσει την οικογένεια, αλλά οι περισσότεροι αποδέχθηκαν τα επιχειρήματα του Μπουχάριν ότι σε μια χώρα αγροτών, όπως ήταν η Σοβιετική Ρωσσία η οικογένεια θα παραμείνει για κάποιο χρονικό διάστημα η κύρια ενότητα της παραγωγής και της καταναλώσεως και ότι θα αποδυναμώσει σταδιακά καθώς η χώρα θα έκανε την μετάβαση σε μια αστική σοσιαλιστική κοινωνία.

Τὸ πνεῦμα τοῦ Λενινισμοῦ (ζεῖ ἀνάμεσά μας)7

«Εν τω μεταξύ, οι Μπολσεβίκοι ενέκριναν διάφορες στρατηγικές – όπως ο μετασχηματισμός του οικιακού χώρου – που προορίζετο να επιταχύνει την αποσύνθεση της οικογενείας. Για την αντιμετώπιση των ελλείψεων κατοικιών στις υπερπλήρεις πόλεις οι μπολσεβίκοι ανάγκασαν πλούσιες οικογένειες να μοιράζονται τα διαμερίσματά τους με φτωχούς αστούς – μια πολιτική γνωστή ως «συμπύκνωση» (uplotnenie). Κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1920 ο πιο κοινός τύπος κοινόχρηστου διαμερίσματος (kommunalka) ήταν εκείνο στο οποίο οι αρχικοί ιδιοκτήτες κατελάμβαναν τα κύρια δωμάτια στην «μπροστινή πλευρά», ενώ τα πίσω δωμάτια γέμιζαν από ξένες οικογένειες. Εκείνη την εποχή ήταν ακόμα δυνατόν οι πρώην ιδιοκτήτες να επιλέξουν τους συγκατοίκους τους, με την προϋπόθεση ότι θα πληρούσαν τον «υγειονομικό κανόνα» (ο κατά κεφαλήν ζωτικός χώρος έπεσε από τα 13,5 τετραγωνικά μέτρα το 1926, στα μόλις 9 τετραγωνικά μέτρα το 1931). Πολλές οικογένειες έφερναν υπαλλήλους ή γνωστούς τους για να γεμίσουν τον πλεονάζοντα χώρο διαβιώσεως και να αποτρέψουν την εγκατάσταση αγνώστων. Η συγκεκριμένη πολιτική είχε μια ισχυρή ιδεολογική γοητεία, όχι μόνο ως «ένας πόλεμο κατά των προνομίων», όπως παρουσιάστηκε από την προπαγάνδα του νέου καθεστώτος («Πόλεμος κατά των Ανακτόρων!»), αλλά και ως μέρος μιας σταυροφορίας για την οικοδόμηση ενός πιο συλλογικού τρόπου ζωής. Αναγκάζοντας τους ανθρώπους να μοιράζονται κοινοτικά διαμερίσματα, οι μπολσεβίκοι πίστευαν ότι θα μπορούσαν να τους κάνουν κομμουνιστές στον τρόπο σκέψεως και συμπεριφοράς. Ο ιδιωτικός χώρος ιδιοκτησίας θα εξαφανιζόταν και η «μπουρζουά» οικογένεια θα αντικαθίστατο από την κομμουνιστική αδελφότητα και οργάνωση, και η ζωή του ατόμου, θα βυθιζόταν στην κοινότητα. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1920, οι νέοι τύποι κατοικιών σχεδιάζονταν με αυτόν τον τρόπο σκέψεως. Οι πιο ριζοσπαστικοί σοβιετικοί αρχιτέκτονες πρότειναν την πλήρη εξάλειψη της ιδιωτικής σφαίρας με την οικοδόμηση «κοινοτικών σπιτιών» (doma kommuny) όπου όλα τα περιουσιακά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων ακόμα και των ρούχων και των εσωρούχων, θα τα μοιράζονταν όλοι οι συγκάτοικοι, όπου οι οικιακές δουλειές όπως το μαγείρεμα και η φροντίδα των παιδιών θα έπρεπε να ανατεθούν σε ομάδες εκ περιτροπής, και όπου όλοι θα εκοιμούντο σε έναν μεγάλο κοιτώνα, διαιρούμενο ανά φύλο, με ειδικά δωμάτια για σεξουαλικές σχέσεις. Λίγα σπίτια αυτού του είδους κατασκευάστηκαν, παρόλο που δεσπόζουν στα ουτοπικά φουτουριστικά μυθιστορήματα όπως το «Εμείς» του Yevgeny Zamiatin (1920).

«Οι Μπολσεβίκοι παρενέβησαν επίσης πιο άμεσα στην οικογενειακή ζωή. Ο νέος κώδικας του γάμου και της οικογενείας (1918), θέσπισε ένα νομοθετικό πλαίσιο που αποσκοπούσε σαφώς στην διευκόλυνση της διασπάσεως της παραδοσιακής οικογενείας. Αφαιρούσε κάθε επίδραση της Εκκλησίας από τον γάμο και το διαζύγιο, κάνοντας και τα δύο μια απλή διαδικασία του κράτους. Παρήχοντο τα ίδια νομικά δικαιώματα με τους νομίμους γάμους στα ζευγάρια που ζούσαν μαζί. Ο νέος κώδικας μετέτρεψε το διαζύγιο από μια πολυτέλεια για τους πλουσίους σε κάτι που ήταν εύκολο και προσιτό για όλους. Το αποτέλεσμα ήταν μια τεράστια αύξηση των «χαλαρών’» γάμων και το υψηλότερο ποσοστό διαζυγίων στον κόσμο – τρεις φορές υψηλότερο από ό,τι ήταν στην Γαλλία ή την Γερμανία και είκοσι έξι φορές υψηλότερο από ό,τι ήταν στην Αγγλία το 1926 – καθώς η κατάρρευση της χριστιανικής-πατριαρχικής τάξεως και το χάος των επαναστατικών χρόνων χαλάρωσαν τα σεξουαλικά ήθη, μαζί με τους οικογενειακούς και τους κοινοτικούς δεσμούς».

Τὸ πνεῦμα τοῦ Λενινισμοῦ (ζεῖ ἀνάμεσά μας)14

Τον Νοέμβριο του 1920 οι Μπολσεβίκοι νομιμοποίησαν επίσης τις αμβλώσεις, που γίνονταν δωρεάν κατόπιν αιτήματος της μητέρας. Η «απόστολος του ελευθέρου έρωτα» στην Σοβιετική Ρωσσία ήταν η Αλεξάνδρα Κολοντάι, η πιο σημαντική γυναίκα των Μπολσεβίκων. Είτε έκανε αυτά που κήρυττε, είτε κήρυττε αυτά που έκανε, τα στοιχεία δείχνουν ότι η Κολοντάι είχε μια ανεξέλεγκτη σεξουαλική ορμή σε συνδυασμό με την αδυναμία να σχηματίσει σταθερές σχέσεις. Κόρη ενός πλουσίου, ήταν τρομερά κακομαθημένη στην παιδική ηλικία, και αντέδρασε στην αγάπη που της δόθηκε επλόχερα, με εξέγερση. Το 1906 πήγε στους μενσεβίκους, στην συνέχεια, το 1915, πήγε στον Λένιν, του οποίου την αντιπολεμική στάση θαύμαζε, και του οποίου προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες ως πράκτορας.

«Στα κείμενά της, η Κολοντάι υπεστήριξε ότι η σύγχρονη οικογένεια είχε χάσει την παραδοσιακή οικονομική της λειτουργία, το οποίο σήμαινε ότι οι γυναίκες θα πρέπει να αφήνονται ελεύθερες να επιλέξουν τους συντρόφους τους. Το 1919 εξέδωσε την Νέα Ηθική και την Εργατική Τάξη, ένα έργο βασισμένο στα γραπτά της Γερμανίδας φεμινίστριας Grete Meisel-Hess. Σε αυτό που υπεστήριζε ότι οι γυναίκες έπρεπε να χειραφετηθούν, όχι μόνο οικονομικά, αλλά και ψυχολογικά. Για αυτό έπρεπε να υποβληθούν σε μαθητεία με την μορφή «παιχνιδιών αγάπης» όπου θα συμμετείχαν σε σεξουαλικές σχέσεις χωρίς συναισθηματική προσήλωση. Κάθε μορφή σεξουαλικής σχέσεως ήταν αποδεκτή: η Κολοντάι υπεστήριζε αυτό που ονόμαζε «διαδοχική πολυγαμία». Με την ιδιότητα της «Κομισαρίου Κηδεμονίας» (Prizrenia) προώθησε τις κοινόχρηστες κουζίνες ως έναν τρόπο «που θα χώριζε την κουζίνα από τον γάμο», ήθελε την φροντίδα των παιδιών να αναλάβει η Κοινότητα και εκλαΐκευσε τις θεωρίες της στην νουβέλα της «Ελεύθερη Αγάπη: Η αγάπη των Εργαζομένων Μελισσών» (Svobodnaia liubov’: liubov’ pchel trudovykh) (1924). Η ηρωίδα της κήρυττε τον χωρισμό του σεξ από την ηθική και από την πολιτική. Γενναιόδωρη με το σώμα της, είπε ότι αγαπούσε τους πάντες, από τον Λένιν μέχρι τον τελευταίο και θα έδινε τον εαυτό της σε κάθε άντρα που θα έτυχε να την ελκύσει. [Διάβασε: Το «Γραφείο του ελευθέρου έρωτα» και η εθνικοποίησητων γυναικών από τους Μπολσεβίκους]

 «Παρόλα αυτά μελέτες που διεξήχθησαν μεταξύ των νέων το 1920 έδειξαν σημαντική διαφορά ανάμεσα σε αυτό που οι νέοι έλεγαν ότι πίστευαν και σε αυτό που πραγματικά έκαναν. Παρόλο που οι νέοι της Ρωσσίας δήλωναν ότι θεωρούσαν την αγάπη και τον γάμο «αστικά λείψανα» και ότι έπρεπε να έχουν σεξουαλική ζωή χωρίς αναστολές, βαθύτερη διερεύνηση της στάσεώς τους, ωστόσο, απεκάλυψε ότι πίσω από την πρόσοψη της αμφισβητήσεως της παραδόσεως, οι παλαιές νοοτροπίες παρέμειναν άθικτες. Οι σχέσεις που βασίζονταν στην αγάπη ήταν το ιδανικό στο 82,6 τοις εκατό των ανδρών και στο 90,5 τοις εκατό των γυναικών.

Τὸ πνεῦμα τοῦ Λενινισμοῦ (ζεῖ ἀνάμεσά μας)15

  1. Θρησκεία. Από τα τέσσερα καταστροφικά άκρα του μπολσεβικισμού, το πιο θεμελιώδες είναι η καταστροφή της θρησκείας, ιδιαίτερα του Χριστιανισμού. Η ασυμβατότητα ανάμεσα στο σοσιαλισμό και τον Χριστιανισμό ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τους αποστόλους του σοσιαλισμού. Η θρησκεία για τον Μαρξ ήταν «το όπιο του λαού», και για τον Λένιν «η πνευματική βότκα». Ο Λένιν έγραφε ότι «κάθε θρησκευτική ιδέα, κάθε ιδέα περί θεού, ακόμη και το να φλερτάρει κάποιος με την ιδέα του Θεού είναι ανέκφραστη προστυχιά του πιο επικίνδυνου είδους» και το 1918, είπε στον Krasin: «Η ηλεκτρική ενέργεια θα πάρει την θέση του Θεού. Ας προσευχηθεί ο αγρότης στην ηλεκτρική ενέργεια. Θα νοιώσει την δύναμη των κεντρικών αρχών περισσότερο από αυτήν του ουρανού». Όπως Αλεξάντερ Σολζενίτσιν έγραψε: «Στο φιλοσοφικό σύστημα του Μαρξ και του Λένιν, και στο επίκεντρο της ψυχολογίας τους, το μίσος για τον Θεό είναι η κύρια κινητήρια δύναμη, η πιο ουσιαστική από όλες τις πολιτικές και οικονομικές τους αξιώσεις. Ο μαχητικός αθεϊσμός δεν είναι απλώς κάτι το συμπτωματικό ή το περιθωριακό στην κομμουνιστική πολιτική. Δεν είναι μια παρενέργεια, αλλά το κεντρικό θεμέλιο…»

Όσο για την ηθική, στην ομιλία του στο Τρίτο Πανρωσσικό συνέδριο της Ενώσεως της Ρωσσικής Νεολαίας, τον Οκτώβριο του 1920, ο Λένιν έγραφε: «Με ποια έννοια απορρίπτουμε την ηθική και την δεοντολογία; Υπό την έννοια με την οποία κηρύχθηκαν αυτές από την αστική τάξη, η οποία έχει αποκομίσει αυτή την ηθική από τις εντολές του Θεού… Όλη αυτή την ηθική, εμείς την απορρίπτουμε. Εμείς λέμε ότι είναι μια απάτη, ότι είναι καταπίεση των μυαλών των εργατών και των αγροτών προς το συμφέρον των τσιφλικάδων και των καπιταλιστών. Η δική μας ηθική είναι συνδεδεμένη με τα ταξικά συμφέροντα και τους αγώνες του προλεταριάτου».

Φυσικά, υπάρχει μια εσωτερική αντίφαση εδώ. Αν ο Θεός δεν υπάρχει, και όλα τα μεγάλα συστήματα της ηθικής είναι ανοησίες, γιατί να υποστηρίζουμε τις έννοιες του καλού και του κακού; Και γιατί να προτιμούμε τα συμφέροντα του προλεταριάτου αντί κάποιου άλλου; Στην πραγματικότητα, αν δεν υπάρχει Θεός, τότε, όπως είπε ο Ντοστογιέφσκι, τα πάντα επιτρέπονται και τίποτα δεν είναι ιερό – ούτε καν τα συμφέροντα του προλεταριάτου..

Τὸ πνεῦμα τοῦ Λενινισμοῦ (ζεῖ ἀνάμεσά μας)10

Ο κομμουνισμός δεν μπορεί να ηττηθεί μέσω πολιτικής ή με πόλεμο, αλλά μόνο με πνευματικές μεθόδους. Διότι, όπως ο γέροντας Αριστοκλής της Μόσχας, δήλωσε το 1911, ο κομμουνισμός δεν είναι μια ιδεολογία, αλλά ένα πνεύμα από την κόλαση… Στην σημερινή Ρωσσία, όπου κατά τους κυβερνώντες η πτώση του σοβιετικού κομμουνισμού το 1991 θεωρείται «γεωπολιτική τραγωδία», ο Στάλιν παρουσιάζεται ως ηρωική μορφή και το σώμα του Λένιν εξακολουθεί να βρίσκεται τιμητικά στην Κόκκινη Πλατεία, χρειάζεται μάλλον, ένας καθολικός εξορκισμός. Μόνο ο Χριστός μπορεί να νικήσει τον κομμουνισμό και μόνο η ανάσταση της αληθινής Ορθοδοξίας στην Ρωσσία θα σώσει τον κόσμο…

ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ

(Visited 176 times, 1 visits today)




4 thoughts on “Τὸ πνεῦμα τοῦ Λενινισμοῦ (ζεῖ ἀνάμεσά μας)

  1. Εγώ ένα πράγμα δεν έχω αντιληφθεί ακόμη και μένω με την απορία.
    Γιατί η εκκλησία (τα συνεταιράκια των τραπεζών και αδερφοί και χορηγοί των μεταφερθέντων λαθρομεταναστών),
    γιατί η εκκλησία σώνει και καλά πρέπει να συνδεθεί με την οικογένεια; Δηλαδή εάν δεν είσαι “θρήσκος” και η εργασία σου δεν εξαρτάται από το πόσο συχνά κάνεις δωρεές και υπόκεισαι σε πλύσεις εγκεφάλου, σημαίνει ότι δεν αγαπάς την οικογένεια και τα παιδιά σου;
    Η Εκκλησία είναι αυτή που απειλεί τον κάθε επιχειρηματία ώστε να αναγκάζεται να το παίζει χριστιανός και να του φέρνει πελάτες. ΤΟΥΣ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟΥΣ ΜΑΛΙΣΤΑ.

    • Συμφωνῶ μαζύ σου. Τὸ κείμενον δὲν εἶναι δικό μας καὶ ἀναπαρήχθη γιὰ τὶς ἐπὶ πλέον πληροφορίες, ποὺ συμπληρώνουν τὸ …«πάζλ».

  2. Άντε επιτέλους να πάνε να γαμηθούν ΟΛΟΙ ΤΟΥΣ. Τα σιχάματα του κερατά που οποιονδήποτε ελεύθερο άνθρωπο μισούν αλλά κατά τα άλλα την Δημοκρατία έχουν σαν καραμέλα. Την δημοκρατία που δεν υπήρξε ποτέ. Τους σιχαμένους που προσκυνούν, γιατί; γιατί; γιατί; γιατί η ανθρωπότητα να είναι τόσο μα τόσο απογοητευτικά ΒΛΑΜΜΕΝΗ και γεμάτη φασίστες και απατεώνες;

Leave a Reply