Πρέπει νὰ ἀρνηθοῦμε τὴν ζωὴ γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ ζήσουμε…

Πρέπει νὰ ἀρνηθοῦμε τὴν ζωὴ γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ ζήσουμε...

Ἡ ἀληθινὴ ζωὴ εἶναι πάντα μή-πραγματικὴ καὶ μάλιστα ἀδύνατη μέσα στὴν ἐμπειρικὴ ζωή.
Κάτι ἐμφανίζεται ἐδῶ ξαφνικὰ σὰν λάμψη, κάτι φωτίζει πρόσκαιρα τὰ κοινότυπα μονοπάτια της- κάτι ἐνοχλητικὸ κι ἐλκυστικό, ἐπικίνδυνο κι ἐκπληκτικό: ἡ τύχη, ἡ μεγάλη στιγμή, τὸ θαῦμα.
Ἕνας ἐμπλουτισμὸς καὶ μιὰ σύγχισις: δὲν μπορεῖ νὰ διαρκέσῃ, δὲν θὰ μπορούσαμε νὰ τ’ ἀνεχθοῦμε, δὲν θὰ μπορούσαμε νὰ ζήσουμε στὰ ἀπρόσιτα ὕψη του – στὰ ὕψη τῆς δικῆς του ζωῆς, τῶν δικῶν τοῦ ἐσχάτων δυνατοτήτων. Πρέπει νὰ ἐπιστρέψουμε στὴν θολότητα καὶ τὴν ἀσάφεια, πρέπει ν’ ἀρνηθοῦμε τὴν ζωὴ γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ ζήσουμε.

Γιατὶ αὐτὸ ποὺ ἀγαποῦν οἱ ἄνθρωποι στὴν ζωὴ εἶναι ἡ ἀτμόσφαιρα κι ἀπροσδιοριστία της, εἶναι ἡ ἀδιάκοπη ταλάντωσίς τους ποὺ δὲν φθάνει ὅμως ποτὲ στὸ ἔσχατο σημεῖο. Ἀγαποῦν τὴν μεγάλη ἀβεβαιότητά της, ποὺ μοιάζει σὰν ἕνα μονότονο, χαυνωτικὸ νανούρισμα. Τὸ θαῦμα εἶναι ὅμως αὐτὸ ποὺ καθορίζει καὶ καθορίζεται: εἰσβάλλει στὴν ζωὴ ἀπρόσμενα, τυχαία καὶ ἀσυνάρτητα, ἀνάγοντας ἀμετάκλητα τὸ ὅλο σὲ μία σαφὴ καὶ μονοσήμαντη ἐξίσωση.

Καὶ οἱ ἄνθρωποι μισοῦν καὶ φοβοῦνται τὸ μονοσήμαντο. Ἡ ἀδυναμία καὶ ἡ δειλία τους θὰ καλωσορίση θωπευτικὰ κάθε ἀναστολὴ ποὺ ἔρχεται ἀπ’ ἔξω καὶ κάθε ἐμπόδιο ποὺ τίθεται στὸν δρόμο τους. Γιατὶ πίσω ἀπὸ τὸν κάθε βράχο, ποὺ δὲν μποροῦσαν ποτὲ νὰ ξεπεράσουν, προβάλλουν γι’ αὐτοὺς ἀδιανόητοι παράδεισοι, ὅπου θὰ βροῦν ἐκπλήρωση τὰ μακάρια ὄνειρά τους.

Ἡ ζωὴ εἶναι γι’ αὐτοὺς ἐλπίδα καὶ νοσταλγία- κι ὅ,τι εἶναι ἀποκλεισμένο ἀπὸ τὴν Μοίρα, μετατρέπεται, εὔκολα, σὲ ἕναν φθηνὸ ἐσωτερικὸ πλοῦτο τῆς ψυχῆς.
Ποτὲ ὁ ἐμπειρικὸς ἄνθρωπος δὲν θὰ μάθη σὲ ποιὸ σημεῖο συγκλίνουν ὅλα τὰ ῥεύματα τῆς ζωῆς: ἐκεῖ ποὺ τίποτα δὲν ἐκπληρώνεται, τὰ πάντα εἶναι δυνατά. Ἐνῶ τὸ θαῦμα εἶναι ἡ ἐκπλήρωσις.
Ἀφαιρεῖ βίαια τὸν ψεύτικο πέπλο τῆς ψυχῆς, τὸν ὑφασμένο ἀπὸ ἀστραφτερὲς στιγμὲς καὶ πολυσήμαντες διαθέσεις- κι ἔτσι γυμνή, κλεισμένη μέσα στὸ αὐστηρὸ καὶ ἀδυσώπητο περίγραμμά της, τὴν τοποθετεῖ κατὰ πρόσωπο ἀπέναντί του.

Μπροστὰ στὸν Θεὸ ὅμως μόνο τὸ θαῦμα εἶναι πραγματικό. Γι’ αὐτὸν δεν μπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ καμμία σχετικότητα, καμμία μετάβασις καὶ καμμία ἀπόχρωσις.
Τὸ βλέμμα του ἀφαιρεῖ ἀπὸ κάθε γεγονὸς ὅλη τὴν τοπικότητα καὶ τὴν χρονικότητά του. Μπροστά του δὲν ὑπάρχει πιὰ κάποια διαφορὰ μεταξὺ φαινομένου καὶ οὐσίας, ἐμφανίσεως καὶ ἰδέας, γεγονότος καὶ μοίρας. Τὸ πρόβλημα τῆς ἀξίας τῆς πραγματικότητος ἔχει χάσει ἐδῶ τὸ νόημά του: ἡ ἀξία δημιουργεῖ ἐδῶ τὴν πραγματικότητα, δὲν πλάθεται σὰν κάποιο ὄνειρο, οὔτε σημασιοδοτεῖται ἀπ’ αὐτήν.

Γιὰ αὐτὸ καὶ κάθε ἀληθινὴ τραγωδία εἶναι μυστήριο.
Μία ἀποκάλυψις τοῦ Θεοῦ μπροστὰ στὸν Θεό: αὐτὸ εἶναι τὸ πραγματικό, ἐσωτερικό της νόημα.
Ὁ αἰωνίως βουβός, γιὰ πάντα ἀλύτρωτος Θεὸς τῆς φύσεως καὶ τῆς μοίρας δίνει ἐδῶ φωνὴ στὸν σιωπηλὸ Θεὸ τῆς ζωῆς ποὺ κοιμᾶται μέσα στὸν ἄνθρωπο. Ὁ ἀνύπαρκτος Θεὸς ζωογονεῖ τὸν ὑπερβατικό.
«Ἐπειδὴ ἡ βούλησις τοῦ Θεοῦ δὲν μπορεῖ χωρὶς δημιουργία νὰ ἔχῃ ἐπίδραση καὶ κινητικότητα, γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἐκδηλώνεται μέσα ἀπό, καὶ μέ, τὴν δημιουργία», διαβάζουμε στὸ ἐγχειρίδιο γιὰ τὴν ὁλοκληρωμένη ζωή- κι ὁ Hebbel μιλᾶ γιὰ τὴν «ἀνικανότητα τοῦ Θεοῦ νὰ μονολογῇ».

GEORG VON LUKACS,
Metaphysik der Tragödie : Paul Ernst in DIE SEELE UND DIE FORMEN
(ἠ ψυχὴ καὶ οἱ μορφές)

Συβρίδης Γιῶργος

εἰκόνα

(Visited 80 times, 1 visits today)




Leave a Reply