Ὁ Κοκκαλίνος

Ὁ Κοκκαλίνος

Ο …κοκκαλίνος

Γράφει ὁ Νῖκος Ῥοῦσσης

Ρέστος πάλι από δουλειά, στα τέλη του 1992, μετά το κλείσιμο της Πρώτης, βγήκα πάλι στην γύρα για αναζήτηση μεροκάμματου.
 Είχα βέβαια μία συνεργασία, από το 1982 με την εφημερίδα «Ποντίκι», στην οποία έδινα τακτικά διάφορα αποκλειστικά θέματα, που δεν μου έκαναν την τιμή να δημοσιεύουν οι εφημερίδες που δούλευα, έναντι 40.000 δραχμών το μήνα.

Όταν λοιπόν η «Οικουμενική» (Ζολώτας, Φλωράκης, Μητσοτάκης, Ανδρέας και Κύρκος), με την μοναδική, κατ’ ομοφωνίαν, απόφαση που πήραν, έδωσαν τα ψηφιακά του ΟΤΕ, από κοινού σε Ζήμενς και Ιντραγκόμ του Σωκράτη Κόκκαλη, ΕΓΩ δημοσίευσα στο «Ποντίκι» όλα τα πρακτικά της σχετικής συνεδριάσεως του ΔΣ του ΟΤΕ, απ’ όπου εμφαίνονταν καθαρά ότι, όλα τα μέλη του ΔΣ ήταν πιασμένα και χρηματισμένα, από τις δύο κατ’ εξοχήν μιζαδόρικες αυτές εταιρείες, ώστε να εγκριθεί και τυπικά η απόφαση της Οικουμενικής, που ζητάει τώρα ο …Λεβέντης.

Επειδή, όπως ίσως να θυμούνται οι αναγνώστες της εφημερίδας «Ποντίκι», όλα τα ρεπορτάζ ήταν ανυπόγραφα, ο Σωκράτης ο Κόκκαλης έκανε αγωγή στην εφημερίδα και ζητούσε, ως αποζημίωση για ηθική βλάβη, την μάνα του και τον πατέρα του, όχι όμως από την εφημερίδα αλλά από τον συντάκτη του ρεπορτάζ.

Κάθησα, μαζί με τον Κώστα Παππαϊωάννου, στο εδώλιο και ο δικαστής με ρώτησε αν εγώ ήμουν ο συντάκτης του σχετικου δημοσιεύματος και εγώ απήντησα ναι.
Και πού βασίσατε αυτές τις πληροφορίες, μου είπε εξοργισμένος.
Μα δεν είναι πληροφορίες κύριε πρόεδρε, του είπα.
Είναι αντίγραφα από τα επίσημα πρακτικά της συνεδριάσεως των μελών του ΔΣ του ΟΤΕ και επικυρωμένες φωτοκόπιες από τα ακριβά «δώρα» που είχαν λάβει αυτοί οι άνθρωποι και οι ….γυναίκες τους, από Ζήμενς και Ιντραγκόμ.

Εξετάζοντας τα αποδεικτικά στοιχεία το δικαστήριο αποφάσισε να μην μου καταλογίσει κάποιο πρόστιμο, να αθωώσει κι’ εμένα και την εφημερίδα από την κατηγορία και να με ξαναστείλει, άσπιλο και αμόλυντο, στην αρένα του μιντιακού χώρου.

Τότε, στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», υπήρχαν κατά κανόνα, ένα ή δύο παραπολιτικά σχόλια, που υπογράφονταν από τον εκδότη της Κίτσο Τεγόπουλο, με τίτλο «ο …Κοκκαλίνος» και όλα στρέφονταν κατά του Σωκράτη Κόκκαλη.

Έχοντας κερδίσει την μάχη κατά του Κόκκαλη, σκέφθηκα ότι, ως ο μόνος ίσως καταδιωγμένος απ’ αυτόν, θα έβρισκα φιλόξενη στέγη, για συνεργασία, σε μία εφημερίδα που τον κτύπαγε αλύπητα και έδειχνε να μην κολώνει μπροστά στους διαπλεκομένους επιχειρηματίες της εποχής.
Πήγα λοιπόν και βρήκα τον τότε διευθυντή της «Κ.Ε», τον Ντένη τον Αντύπα, του είπα τα δικά μου και του ζήτησα δουλειά.
Σύμφωνοι Νίκο, μου είπε.
Αλλά μην περιμένεις να ενταχθείς απευθείας στο μισθολόγιο. Ας ξεκινήσουμε ως συνεργάτες, να δούμε πώς θα πάς και τα ξαναλέμε.
Θ’ αμοίβεσαι με 16.000 δραχμές για κάθε κομμάτι που θα δημοσιεύεται στην εφημερίδα.

Ξεκίνησα και τους έδωσα μύρια όσα ρεπορτάζ, για τ’ απόνερα του σκανδάλου Κοσκωτά, για τις εταιρείες που είχε στήσει στο Λουξεμβούργο και στην Ελλάδα και κονόμαγε, για την εμπλοκή του Κόκκαλη στις προμήθειες του ΟΤΕ και για το πώς ο Κωνσταντίνος ο Μητσοτάκης, είχε ψήσει Ζήμενς και Ιντραγκόμ, να πάψουν την μεταξύ τους αλληλοφαγωμάρα για τα ψηφιακά του ΟΤΕ (πολύ μεγάλη δουλειά που την πληρώνουμε μέχρι σήμερα) και να συνεργασθούν για να πάρουν από κοινού την δουλειά.

Εκείνο το καλοκαίρι του 1993 λοιπόν και ενώ καθόμουν κατάχαμα στα σκαλιά της εξώπορτας στο πατρικό μου στον Κορυδαλλό, μαζί με τον συγχωρεμένο τον πατέρα μου τον Δημητράκη και πίναμε ουίσκυ, κτύπησε το τηλέφωνο.
Μία πολύ γλυκειά γυναικεία φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής, με ρώτησε αν θα μπορούσα να μιλήσω με τον κύριο….Τεγόπουλο.
Το ποτήρι με το ουϊσκυ μου έφυγε από τα χέρια, απήντησα πως θα ήταν ευχαρίστησή μου να του μιλήσω και από εκείνο το σούρουπο και για πολλά άλλα ακόμη, είχα κάθε βράδυ πολύωρη συνομιλία με τον Κίτσο τον Τεγόπουλο, που παρεπιμπόντως συνέχιζε να «γαμάει» με τον ….κοκκαλίνο του, τον Σωκράτη τον Κόκκαλη.

Για να μην σας κουράζω, όλα αυτά τα βράδια (κι’ ήταν πολλά) είχαμε πεί διάφορα με τον ….Κίτσο, που μου ζήτησε να του στείλω στο γραφείο του ό,τι στοιχεία (δημοσιευμένα και αδημοσίευτα) είχα για Κοσκωτά, Κόκκαλη και για τις σχέσεις διαπλοκής των κυβερνώντων με τους κατ’ εξοχήν διαπλεκομένους επιχειρηματίες της εποχής.
Όλα αυτά που τούστειλα, θα πρέπει να γέμιζαν ένα μπαούλο αλλά τον ίδιο, προσωπικά, δεν τον είχα δεί.

Δεν μπορεί ρε Νικολάκη, τόσα που τούχεις κάνει, τουλάχιστον θα σε τακτοποιήσει, μου είχε πεί, μετά από ένα τηλέφωνο με τον Κίτσο, ο πατέρας μου ο Δημητράκης, αγνός και ανόθευτος ναυτεργάτης.
Πέρασε καιρός, η συνεργασία μου με την «Κ.Ε» πήγαινε μια χαρά και εκεί γύρω στον Οκτώβριο του 1994, όταν πήγα να παραδώσω την δουλειά της εβδομάδας, ο Αντύπας, όλος χαμόγελα, μου ανακοίνωσε ότι, επιτέλους, την ερχομένη Δευτέρα (μια Δευτέρα τέλος πάντων) θα έπρεπε να βρίσκομαι στην εφημερίδα, για να μου ανακοινώσει ό ίδιος ο Σεραφείμ Φυντανίδης, την ένταξή μου στο μισθολόγιο, όχι μόνον της κυριακάτικης αλλά και της καθημερινής ελευθεροτυπίας.

Σ’ αυτήν την «σύναξη» ήταν παρόντες, εκτός από τον Αντύπα, ο Θεόδωρος ο Ρουσσόπουλος, η παρέα του «Ιού», ο Γιώργος Βότσης και κάποιοι άλλοι (μεγάλοι) που δεν θυμάμαι, όταν κατέβηκε περιχαρής ο Φυντανίδης και ανακοίνωσε στην εκλεκτή ομήγυρη ότι «βρήκαμε τον αντικαταστάτη του Σπύρου Καρατζαφέρη», που είχε εν τω μεταξύ φύγει από την Ελευθεροτυπία, για κάποιες χοντρές δημοσιογραφικές μαλακίες που είχε κάνει.

Δεν ένοιωσα ιδιαίτερα ικανοποιημένος μ’ αυτή την αναφορά αλλά σκέφθηκα ότι, το δράμα της εξετάσεώς μου είχε τελειώσει και όπου νάναι θα μπορούσα να δουλεύω και εγώ στην εφημερίδα σαν κανονικός δημοσιογράφος και όχι σαν εξωτερικός συνεργάτης.

Από την πρώτη Ιανουαρίου του 1995, εντάσσεσαι στην δημοσιογραφική ομάδα της Ελευθεροτυπίας, διετράνωσε ο Σεραφείμ και έδωσε πανηγυρικό τέλος στην σεμνή αυτή τελετή.

Την πρωτοχρονιά του 1995 ήμουν καθηλωμένος στο κρεβάτι με γρίππη και όταν κτύπησε το τηλέφωνο (το πρώτο της καινούριας χρονιάς) άκουσα τον Ντένη τον Αντύπα, μετά τις καθιερωμένες χαιρετούρες, να μού λέει ότι, θα πρέπει να ξεχάσω αυτά τα περί προσλήψεώς μου στην Ελευθεροτυπία.
Γιατί τι έγινε ρώτησα, παίρνει αναβολή το πράγμα, θα συνεχίσω έτσι ως ελεύθερος συνεργάτης;
Όχι, όχι μου λέει, δεν κατάλαβες, η διεύθυνση της εφημερίδας δεν θέλει πλέον το όνομα σου να φιγουράρει στις σελίδες της.

…..μετά από κάμποσα χρόνια και κατά την διάρκεια της μοναδικής εκδήηλέως της Προεδρίας της Δημοκρατίας (πρόεδρος Στεφανόπουλος) που παραυρέθηκα, συνάντησα τον Αντύπα που, στο μεταξύ, είχε αποχωρήσει από την Ελευθεροτυπία.
Για πες μου ρε Ντένη, του λέω.
Τι συνέβη τότε και ναυάγησε αυτή η ένταξή μου στην δημοσιογραφική οικογένεια της Ελευθεροτυπίας, όπου εκτέθηκε ο Φυντανίδης, που το είχε υποσχεθεί, αλλά και ο Τεγόπουλος, που μου είχε τάξει λαγούς με πετραχείλια.
Κοίταξε Νίκο, μου λέει μειλίχια ο Ντένης.
Εκείνα τα σχόλια του Κίτσου περί «κοκκαλίνου», τα δικά σου τα ρεπορτάζ και κάτι άλλα υπονοούμενα που, με βάση δικά σου στοιχεία, άφηνε η εφημερίδα, ενόχλησαν πάρα πολύ τότε τον Κόκκαλη.
Συναντήθηκε λοιπόν με τον Κίτσο, συμφώνησε να βάλλει κάποια λεφτά για να ενισχυθεί η εφημερίδα και απαίτησε, να μην ξαναδεί το όνομα σου μέσα στις σελίδες της.
Τι να κάναμε, καταλαβαίνεις….

*Εφαγα τώρα μιάμισυ ώρα από τη ζωή μου, για να σας γράψω αυτή την ιστορία, επειδή έμαθα ότι, εκτός από τον Ψυχάρη, ο ανεπάγγελτος μπαμπακόκωλος, που θα ξεκωλιάσει και καλά την διαπλοκή στην χώρα, είχε και μυστικές συναντήσεις και με τον Σωκράτη Κόκκαλη, που μοσχοπληρώθηκε για να φτιάξει τα hot spots για τους πρόσφυγες.

Ῥούσσης Νῖκος

(Visited 454 times, 1 visits today)




Leave a Reply