Φιλοευρωπαϊσμός, φοροδιαφυγὴ καὶ παράλογες φορολογίες

Θυμάμαι, πρέπει να ήταν τέλος 2010, αρχές 2011, τις γεμάτες λυρισμό αναρτήσεις που γράφονταν εδώ μέσα, από εκπροσώπους του χώρου που λίγο αργότερα άρχισε να αυτοαποκαλείται «φιλοευρωπαϊκό τόξο», για την ανάγκη να πληρώνουμε με συνέπεια τους φόρους μας, για να σωθεί η πατρίδα. Την εποχή εκείνη είχε αρχίσει να γίνεται συνείδηση το «μαζί τα φάγαμε» μαζί με την πεποίθηση ότι αυτό που μας οδήγησε στην κρίση ήταν κυρίως η φοροδιαφυγή και η απροθυμία μας να είμαστε γενικά νομοταγείς και όχι οι φαραωνικές δαπάνες του δημοσίου και ο χωρίς όριο εξωτερικός δανεισμός που τις εξυπηρετούσε.

Σε μια τέτοια ανάρτηση είχα σχολιάσει, λέγοντας ότι οι φόροι που καλούμεθα να πληρώσουμε ήταν παράνομοι και έξω από το πνεύμα του συντάγματος, μια και καθορίζονταν αυθαίρετα από τις ανάγκες του δημοσίου το οποίο αρνείται να σταθμίσει τις δαπάνες του σε σχέση με τις πραγματικές δυνατότητες της οικονομίας και της κοινωνίας και τα δεδομένα που δημιούργησε η κρίση. Με άλλα λόγια το δημόσιο λειτουργεί ως η κρίση να μην υπάρχει για το ίδιο και τους εξαρτώμενους από αυτό, αλλά μόνο για τον ιδιωτικό τομέα, ο οποίος πρέπει να προσαρμόζει τις πληρωμές του συνεχώς ελαστικά προς τα πάνω, χωρίς συγκεκριμένο όριο, την στιγμή που τα έξοδα του κράτους παραμένουν χωρίς επαρκή αιτιολογία ανελαστικά, με απαραβίαστα όρια προς τα κάτω.

Για την άποψη αυτή είχα δεχθεί τότε σφοδρή επίθεση από αρκετούς. Ποιος είσαι εσύ που θα αμφισβητήσεις τους νόμους που ορίζουν το ύψος της φορολογίας, έλεγαν. Και τι θα γίνει αν η εφαρμογή του νόμου αφεθεί στην διακριτική ευχέρεια του καθενός; Ας γίνουμε επιτέλους υπεύθυνοι πολίτες, κραύγαζαν.

Η συνέχεια είναι γνωστή. Ο «λαός» ανέλαβε την ευθύνη της κρίσης και το πολιτικό σύστημα αθωώθηκε πλήρως και έλαβε νέα εντολή να μας κυβερνήσει και να μας βάλει στο σωστό δρόμο. Η ηθικολογία επικράτησε πλήρως. Όλοι μιλούσαν για τον κακό μας χαρακτήρα και για το ότι πρέπει να αλλάξουμε και να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι, να πάψουμε να εξαπατούμε το αγαθό κράτος και τους πολιτικούς που προσπαθούν. Εμείς φταίξαμε για όλα και εμείς ήμασταν αυτοί που έπρεπε να διορθωθούμε.

Ότι συμβαίνει σήμερα δεν είναι παρά η φυσική εξέλιξη αυτής της στάσης. Ελαστική επί τα χείρω αντιμετώπιση των ενόχων, που αποδέχθηκαν την ενοχή τους και που χρωστάνε διαχρονικά στο κράτος όσα

αυτό την κάθε δεδομένη στιγμή χρειάζεται για τις ανελαστικές του δαπάνες, για τις οποίες ασφαλώς δεν δίνει κανένα λόγο.

Υπό την έννοια αυτή τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξει όσο οι κρατικές δομές παραμένουν αναλλοίωτες, όσο η διοίκηση και οι δαπάνες της δεν ελέγχονται, όσο η βουλή παραμένει μια απλή και απολύτως ελεγχόμενη μηχανή παραγωγής νομιμότητας, όσο η αδυναμία της δικαιοσύνης να ελέγξει την εφαρμογή του συντάγματος παραμένει, όσο οι πολίτες δεν ψηφίζουν σχέδια και προγράμματα, αλλά κάθε φορά τίθενται προ εκβιαστικών διλημμάτων καταστροφής, καλούμενοι να ψηφίσουν όχι υπέρ αυτού που θέλουν, αλλά κατά αυτού που φοβούνται, χωρίς βέβαια καμία εγγύηση για το τι ακριβώς θα κάνει ο “σωτήρας” τους.

Η καταστροφή είχε ενόχους με διεύθυνση και ονοματεπώνυμο. Αντί να κάτσουν στο σκαμνί προτιμήθηκε η ηθικολογία, με την αποδοχή μιας αόριστης συλλογικής ευθύνης και μιας εξίσου αόριστης συλλογικής τιμωρίας από την οποία μάλιστα εξαιρέθηκε το ίδιο το κράτος και τα εξαρτήματά του. Και για τον λόγο αυτό φθάσαμε εδώ που φθάσαμε και συνεχίζουμε να βυθιζόμαστε. Η κατηφόρα δεν θα σταματήσει αν δεν ονομαστούν οι ένοχοι και αν δεν πληρώσουν

προσωπικά γιαυτό με βάση τους ποινικούς νόμους. Μέχρι τότε θα συνεχίσουν να πληρώνουν οι φορείς της συλλογικής ευθύνης, με βάση τους ρευστούς νόμους της ανούσιας ηθικολογίας. Όποιος και αν είναι στο τιμόνι.

Θέμης Καζαντζίδης

εἰκὼν

(Visited 98 times, 1 visits today)




Leave a Reply